Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η ΜΑΧΗ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ—ΛΕΧΟΒΟΥ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 1907
Το
πέρασμα από την περιοχή Κλεισούρας προς Φλώρινα και Έδεσσα δεν ήταν εύκολο. Ο
τουρκικός στρατός ήταν σε διαρκή κίνηση και φύλαγε τις ορεινές διαβάσεις για να
παρεμποδίζει κινήσεις ανταρτών από Κλεισούρα προς άλλες περιοχές και
αντίστροφα.
Τον
Ιούνιο του 1907, όλα τα τμήματα κινήθηκαν προς την περιοχή Κλεισούρας για να
διευκολύνουν το πέρασμα των καπεταναίων που θα πήγαιναν στην Καρατζόβα. Στο
χωριό Βασιλειάδα, που προωθήθηκαν, πληροφορήθηκαν ότι οι ορεινές διαβάσεις ήταν
πιασμένες από τον τουρκικό στρατό. Διαδόθηκε τότε η φήμη ότι οι Τούρκοι
περίμεναν να περάσει από το σημείο αυτό ο καπετάν Γκούντας. Δυο μέρες έμειναν
τα τμήματα των ανταρτών στη Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα). Την τρίτη κινήθηκαν προς
το βουνό που αρχίζει αμέσως μετά τη Βασιλειάδα. Οι τσοπάνηδες έφεραν την
πληροφορία ότι στο βουνό και στις επίμαχες διαβάσεις υπήρχε τουρκικός στρατός.
Σταμάτησαν τότε την πορεία τους και παρέμειναν όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα
στην πλαγιά του βουνού.
Το
πρωί το τμήμα του καπετάν Όθωνα προχώρησε προς την κορυφή του βουνού για να
διερευνήσει τον τόπο. Τη στιγμή που το τμήμα πατούσε την κορυφή, ξεπρόβαλε από
την άλλη πλευρά τούρκικη περίπολος. Αμέσως άρχισε μάχη. Το Σώμα του Αργυράκου
παίρνει εντολή να ενισχύσει τον Όθωνα. Αμέσως κινείται μπροστά και εμπλέκεται
στη μάχη. Ο Αργυράκος τρέχει για μια στιγμή στο αρχηγείο για να ρωτήσει αν θα
προχωρήσει το τμήμα του εμπρός ή θα καλύψει την υποχώρηση του Όθωνα. Η διαταγή
ήταν να προχωρήσουν τα τμήματα. Η μάχη γίνεται σφοδρή και πεισματώδης. Στόχος
τους να διασπάσουν το αριστερό της τούρκικης δύναμης και να περάσουν απ’ εκεί
τα τμήματα στην αμέσως επόμενη ορεινή πτυχή, που χωρίζονταν από τους Τούρκους
με βαθειά χαράδρα.
Όταν
ο Αργυράκος επέστρεψε από το σταθμό Διοίκησης να φέρει τη διαταγή, ανέβηκε σε
μια πέτρα και φώναξε:
«Τράβα
Μπαλατσέ! πολέμα και τράβα μπροστά!».
Αλλά,
ας μεταφέρω τα ίδια τα λόγια του Μπαλατσού, όπως τα αποτύπωσα στο χαρτί, όταν
μου τα δηγήθηκε το 1937.
«Γύρισα ν’ ακούσω. Τον είδα με τη φουστανέλα,
τα φυσεκλίκια του χιαστί στο στήθος, το μαχαίρι του στη μέση και το ντουφέκι
του στα χέρια· λεβεντόκορμο και γεμάτο ζωντάνια και ενθουσιασμό. Τον χάρηκα και
τον καμάρωσα. Έσκυψα και προχώρησα στα βράχια κι άρχισα να πυροβολώ. Το τμήμα
άρχισε να προχωρεί. Τον καπετάνιο μου όμως δεν τον είδα ξανά, ούτε τον άκουσα.
Με τη γενίκευση της μάχης μια τούρκικη σφαίρα τον χτύπησε θανάσιμα και τον
άφησε νεκρό. Το σκοτωμό του καπετάνιου μου τον έμαθα το βράδυ ύστερα από τη νικηφόρα
μάχη...»
Τραυματίζεται ο Λούκας
Και
ο Μπαλατσος συνεχίζει:
«...Πολεμώντας
προχωρούσαμε χρησιμοποιώντας τους βράχους και τα κοτρώνια για πολεμίστρες. Όλα
τα τμήματα πήραν μέρος στη μάχη. Προσπαθήσαμε να σπάσουμε το αριστερό των
Τούρκων, ν’ ανοίξουμε δρόμο να περάσουμε απέναντι για να μην καθυστερήσει η αποστολή
των τμημάτων στο Μερίχοβο. Σε μια στιγμή, πίσω από ένα κοτρώνι σταμάτησα να
ρίχνω και έστριψα τσιγάρο. Ένας αντάρτης που ήταν δίπλα μου, με πλησίασε κι
έστριψε κι εκείνος τσιγάρο και το άναψε από το δικό μου. Τράβηξε μια-δυο
ρουφηξιές και δεν πρόλαβε να το χαρεί περισσότερο. Τουρκική σφαίρα έρχεται και
καρφώνεται στο στήθος του. Το αίμα πετάχτηκε ορμητικό κι έπεσε κάτω αναίσθητος·
σηκώθηκα, τον πήρα στην πλάτη μου για να τον τοποθετήσω αριστερότερα μέσα στο
δάσος. Βογκούσε όμως από τον πόνο και τραυλίζοντας ζητούσε να τον αφήσω για
λίγο κάτω.
Εκεί
κοντά πολεμούσε πίσω από ένα πρόχειρο οχύρωμα ο καπετάν Λ ο ύ κ α ς· μόλις
άκουσε τι ζητούσε ο τραυματίας, ανασήκωσε λίγο το κεφάλι του και είπε: «Μην τον
αφήνεις, Μπαλατσέ, τράβα..» Όπως όμως σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, εχθρική
σφαίρα έρχεται και τον τραυματίζει βαριά. Του άνοιξε βαθειά πληγή στο μέτωπο,
ακριβώς πάνω από τα φρύδια. Σωριάστηκε στο χώμα αιμόφυρτος, χωρίς να προφέρει
ούτε λέξη. Δυο-τρία παλληκάρια που πολεμούσαν δίπλα του, τον πήραν στα χέρια
τους και τον μετάφεραν στο δάσος. Απ’ εκεί, με ζώα, οι τραυματίες μεταφέρονταν
στα πλησιέστερα χωριά.
Πολεμώντας
πολλές ώρες μ’ όλη μας τη δύναμη που έφτανε τους 120 άντρες, διασπάσαμε τις
τουρκικές θέσεις και περάσαμε στο απέναντι βουνό, όπως το σχέδιο προέβλεπε.
Μαζί μας είχαμε και αρκετά ζώα με τραυματίες. Τον καπετάν Λούκα δεν τον πήραν
μαζί τους οι άνδρες του γιατί η μεταφορά του ήταν προβληματική. Τον έκρυψαν σε
κάποια ρεματιά στο δάσος. Ήταν νωρίς και προχωρήσαμε σε γνωστά λημέρια μας στο
Βίτσι, όπου και φτάσαμε. Δυο καπεταναίοι έφυγαν απ’ εκεί για το Μερίχοβο. Εμείς
συναντηθήκαμε με το σώμα του Βάρδα που ήταν στην Πελκαμένη και γυρίσαμε στον
τομέα δράσης μας (Κωσταράζι —Μπλάτσι).
Γυρίζοντας
από τον τόπο που έγινε η μάχη, στείλαμε 2 - 3 βοσκούς να βρουν τον Λούκα και,
αν είναι ζωντανός, να τον φέρουν κοντά μας. Τον βρήκαν ζωντανό και τον
μεταφέραμε στο Βογατσικό. Απ’ εκεί τον στείλαμε στην Ελεύθερη Ελλάδα· τον
έβαλαν στο νοσοκομείο Τρικάλων. Θεραπεύθηκε ύστερα από πολύμηνη νοσηλεία...».
Στη
μάχη που περιγράφει ο Μπαλατσός και που έγινε στις 14 Ιουνίου 1907 οι αντάρτες
είχαν 10 νεκρούς και αρκετούς τραυματίες.
Πηγή: Το βιβλίο του Ζαχαρία Π. Δρόσου,
«Μήτσος Μπαλατσός – ο πολεμιστής, ο πατριώτης, ο άνθρωπος». Εκδόθηκε στην Αθήνα
το έτος 1988.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου