Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις
στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.)
Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής
Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας.
Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημοσίευσε το 2000 με τίτλο «Scientific National History. The Greek Case in Comparative Perspective (1850-1920)», όπου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Λάμπρος αξιοποίησε την έρευνα σε πρωτογενείς μαρτυρίες προκειμένου να στηρίξει με επιστημονικά επιχειρήματα το σχήμα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα διαμέσου του Βυζαντίου στους νεότερους χρόνουςˑ το οποίο είχαν εισηγηθεί οι προγενέστεροι ομότεχνοι του Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.
Στην πραγματικότητα, επισήμανε η Γαζή, ο Λάμπρος ανέπτυξε το παραπάνω ιστοριογραφικό σχήμα στις λεπτομέρειές του και παρέσχε σε αυτό την απαραίτητη ιστορική τεκμηρίωση, ώστε με την προβολή του μέσα από τον επίσημο φορέα του πανεπιστημίου να αποτελέσει τη μία και μόνη εθνική αφήγηση και να επιβληθεί ως η κρατούσα άποψη για την ελληνική ιστοριογραφία και στην ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα.
Η δική μου συνεισφορά έγκειται στην παρουσίαση της «εικόνας» των Μακεδόνων μέσα από το έργο του Λάμπρου. Στη βάση του παραπάνω σχήματος της συνέχειας του ελληνικού έθνους, κατέγραψα τις απόψεις που διατύπωσε ο Λάμπρος για την ταυτότητα των Μακεδόνων με έμφαση στις ιδέες που προβλήθηκαν γι’ αυτούς στην αρχαιότητα και στην πρόσληψή τους από την ιστορική σκέψη του Λάμπρου, σε μια εποχή που η Μακεδονία βρισκόταν στο επίκεντρο για διαφορετικούς όμως λόγους από αυτούς που ίσχυαν επί Φιλίππου Β´ και Μ. Αλεξάνδρου.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1851. Ήταν γιος του καλαρρυτινού χρυσοχόου Παύλου Λάμπρου, ο οποίος κατέγινε ιδιαίτερα με τη μεσαιωνική νομισματολογία. Το 1873 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Λειψίας, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει στα πανεπιστήμια του Βερολίνου, του Λονδίνου, των Παρισίων και της Βιέννης ολοκληρώνοντας τον κύκλο των σπουδών που άρχισε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 έγινε υφηγητής του μαθήματος της ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την τριετία 1883-1885 διετέλεσε γενικός επιθεωρητής των δημοσίων σχολείων, το 1887 διορίστηκε έκτακτος και το 1890 τακτικός καθηγητής της γενικής ιστορίας στο εθνικό Πανεπιστήμιο, θέση που κατείχε έως το 1917. Υπήρξε μαζί με άλλους ακαδημαϊκούς μέλος της «Εθνικής Εταιρείας» που συστάθηκε το 1894 από αξιωματικούς του στρατού και η οποία συνέβαλε στον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης. Έτσι, διετέλεσε πρωθυπουργός από τις 27 Σεπτεμβρίου 1916 έως και τις 21 Απριλίου 1917, οπότε παραιτήθηκε λόγω της έκρυθμης κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά με την επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων. Εξέδιδε το επιστημονικό περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων».
Το κύριο ερευνητικό ενδιαφέρον του Λάμπρου υπήρξε η «πάτριος ιστορία». Υιοθέτησε τις απόψεις του ρεύματος του ιστορικισμού στην επιστήμη της ιστορίας. Στο πνεύμα αυτού υποστήριξε ότι η μελέτη «των πατρίων» εξεγείρει το εθνικό φρόνημα. Παρόλο που ερεύνησε όλες τις περιόδους της εθνικής ιστορίας και αναγνώρισε τη σημασία καθεμιάς ξεχωριστά, επικεντρώθηκε στη μελέτη του βυζαντινού και του «ξενοκρατούμενου» ελληνισμού. Κατέλειπε στους επιγόνους του μεγάλο επιστημονικό και εθνικό έργο.
Από τους προκατόχους του ο Σπυρίδων Λάμπρος δέχτηκε επιρροές από το έργο του άγγλου ιστορικού George Grote και κυρίως των γερμανών δασκάλων του στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου Ερνέστου Κουρτίου και Γκούσταβ Ντρόυζεν. Ως σημαντικότερη έλλειψη της ιστορίας του Grote επισήμανε –εκτός από ψήγματα μεροληψίας αποδιδόμενα σε φιλαθηναϊκά αισθήματα– την περιορισμένη έως ελάχιστη χρήση των «λειψάνων» της αρχαιότητας, δηλαδή νομισμάτων και επιγραφών. Αντίθετα, αναγνώρισε ότι επιγραφές και νομίσματα αξιοποίησε κατά τη συγγραφή της ιστορίας ο Ερνέστος Κούρτιος, ενώ χαρακτήρισε το έργο του Ντρόυζεν «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων αυτού» ως έργο πλήρες ενθουσιασμού και πραγματευόμενο εποχή κατακτήσεων και δημιουργίας κρατών καθόλου ανόμοια με αυτή που προηγήθηκε της συγγραφής του. Είναι προφανής, λοιπόν, ο προσανατολισμός του Σπυρίδωνα Λάμπρου προς τη γερμανική ιστοριογραφία της εποχής του.
Τις απόψεις του ο Λάμπρος διατύπωνε δημοσία σε επιστημονικές μελέτες (διατριβές) και εκλαϊκευτικά άρθρα αλλά και με λόγους που εκφωνούσε επ’ ευκαιρία εθνικών επετείων ή σε άλλες περιστάσεις. Υιοθέτησε την αντίληψη του Σπυρίδωνα Ζαμπελίου και του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για την ενότητα της ελληνικής ιστορίας και του ελληνισμού. Έτσι, συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και την Ελλάδα που επαναστάτησε το 1821 θεώρησε τη χριστιανική θρησκεία. Ο χριστιανισμός, τόνισε, εξομάλυνε τις διαφορές, κατασίγασε τα πάθη και ένωσε τα διεστώτα, ώστε η διαιρεμένη και ηττηθείσα από τις λεγεώνες του Μομμίου «Ελλάδα» του 145 π.Χ. διερχόμενη τη ρωμαϊκή κυριαρχία και τη βυζαντινή βασιλεία με ενωτικό δεσμό τη μακρόχρονη δουλεία υπό τους Τούρκους ανεκήρυξε την ελευθερία της. Ήταν ελευθερία όχι της πόλης των Αθηνών, όχι της πόλης των Θηβών, όχι των Αχαιών αλλά της Ελλάδος.
Ανατρέποντας δε τους ισχυρισμούς του «σλαβόφοβου» –όπως τον χαρακτήρισε– γερμανού καθηγητή Φαλμεράυερ ότι οι κάτοικοι της ελεύθερης Ελλάδος δεν είχαν στις φλέβες τους ούτε μία σταγόνα γνησίου ελληνικού αίματος, υποστήριξε ότι ο πύρινος ήλιος της Ελλάδος διέλυσε τη χιονοστιβάδα των Σλάβων, που από το βορρά ξεχύθηκαν με ορμή αφήνοντας στο πέρασμά τους λίγες μόνο σπάνιες σλαβικές λέξεις στο πάμπλουτο ελληνικό λεξιλόγιο καθώς και σποραδικά τοπωνύμια ως μνημεία της μεγάλης νίκης του μεσοχρονίου ελληνισμού επί των Σλάβων.
Η κινητήριος ιδέα από την οποία εμφορείτο ήταν ότι η Ελλάς της εποχής του δεν ήταν ακόμη Ελλάς. «Το πρόγραμμά της, επισήμανε, είναι το πρόγραμμα του Ρήγα, Ελληνισμός ενιαίος και πλήρης, [και] ότι η Ελληνική σημαία οφείλει να θερμάνη πάντα τα ριγούντα υπό την δουλείαν μέλη του Ελληνικού σώματος ή άλλως οφείλει να είναι απάντων ομού το κάλλιστον εντάφιον». Οραματιζόταν, όπως και ο προεπαναστατικός εθνεγέρτης στα ποιητικά του όνειρα, μια γιγαντιαία Ελλάδα, που θα είχε την κεφαλή της στα χιόνια του Αίμου, τη δεξιά της στις κορυφές των Ακροκεραυνίων, θα έβρεχε την αριστερά της στους αφρούς των κυμάτων του Ευξείνου Πόντου και θα\ έλουζε τα πόδια της στη θάλασσα της Κρήτης. Η χάρτα του Ρήγα, τονίζει σε άλλο λόγο του ήταν πολύ ευρύτερη και του χάρτη των Σπαρτιατών και του Δημοσθένη.
Η πεποίθησή του για την ενοποίηση του ελληνισμού με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων «αδελφών» στον εθνικό κορμό εκφράζεται γλαφυρά σε άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Κράτος» της 11ης Απριλίου 1902 (ημέρα Πάσχα): «Ας ενθυμηθώμεν αυτούς και χαιρετίσωμεν μακρόθεν συμπονούντες σήμερον, ως αδελφός εν ευμάρεια τρυφών αδελφόν δεσμώτην, ως ο πατήρ ο εν μέσω του αφρώδους οίνου και των ηχηρών γελώτων εορτασίμου πανδαισίας μη λησμονών απωρφανισμένον, ξενιτευμένον του τέκνον. Τους δύο εκείνους αδελφούς χωρίζουσι τα κιγκλιδώματα της ειρκτής, τον πατέρα εκείνον και το τέκνον χωρίζουσι θάλασσαι και όρη. Ημάς και εκείνους χωρίζουσιν ελευθερία και δουλεία, ενόνουσι θρησκεία και πατρίς».
Μεγάλο μέρος της συγγραφικής δραστηριότητάς του αφιέρωσε στην τεκμηρίωση των ελληνικών διεκδικήσεων στην περιοχή της Ηπείρου, από όπου άλλωστε έλκυε την καταγωγή του. Από το έργο του, ωστόσο, δεν απουσίασαν οι αναφορές στη Μακεδονία και τους κατοίκους της τόσο στην αρχαιότητα όσο και στις μέρες του. Για την «υπόθεση της Μακεδονίας» και την προάσπιση της ελληνικότητάς της εργάστηκε έντονα την περίοδο του «Μακεδονικού Αγώνα» μαζί με άλλους διαπρεπείς ακαδημαϊκούς δασκάλους της εποχής, όπως ο καθηγητής του Δικαίου και της Πολιτικής Οικονομίας και διατελέσας πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης και ο οικονομολόγος Ανδρέας Ανδρεάδης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ιστορικά επιχειρήματα που αρύεται ο Σπυρίδων Λάμπρος από τη μελέτη των αρχαίων πηγών για να αποδείξει τον ελληνικό χαρακτήρα των κατοίκων της Μακεδονίας στην αρχαιότητα. Σε λόγο που εκφώνησε στις 30 Οκτωβρίου 1904 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων που προορίζονταν για τα θύματα του «Μακεδονικού Αγώνα», ο Σπυρίδων Λάμπρος υποστηρίζει ότι τα δασώδη και υψηλά όρη που χώριζαν τη Μακεδονία από τη νότια Ελλάδα εμπόδιζαν την επικοινωνία και την επιμιξία των Μακεδόνων με τους νότιους Έλληνες κατά τους αρχαιότατους χρόνους, με αποτέλεσμα την αποξένωσή τους από αυτούς. Επιπλέον, η μορφολογία του εδάφους και το κλίμα επέδρασαν στο χαρακτήρα και το βίο των Μακεδόνων, ώστε να αποβούν πολύ λιγότερο ευλύγιστοι πνευματικά από τους κατοίκους της νότιας Ελλάδος.
Έτσι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η μακεδονική χώρα δεν είχε ιστορική ενότητα, ενώ τα ήθη των Μακεδόνων φαίνονταν πολύ διαφορετικά του «λεπτότερου πολιτισμού» των νοτιότερων Ελλήνων. Τις παραπάνω διαπιστώσεις, τόνισε ο Λάμπρος, εκμεταλλεύτηκαν για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς κάποιοι από τους νεώτερους που είχαν συμφέρον να παραστήσουν τη Μακεδονία ως μη ελληνική χώρα ήδη από την αρχαιότητα. Ωστόσο, η αμερόληπτη μελέτη της ιστορίας, επισήμανε, σε συνδυασμό με την εξακρίβωση της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια για την ελληνική καταγωγή τους.
Τους ισχυρισμούς του ρήτορα Δημοσθένη, ο οποίος χαρακτήρισε τους Μακεδόνες ως βαρβάρους και μίλησε απαξιωτικά για τον Φίλιππο Β΄ –κάτι που δε συνέβη με άλλους Αθηναίους ρήτορες, όπως τους γνωστούς για τα πατριωτικά τους αισθήματα Ισοκράτη και Υπερείδη– απέδωσε σε τοπικό πατριωτισμό. Θεώρησε ότι ο πολιτικός ορίζοντας του Δημοσθένη ήταν στενός και δεν τον χαρακτήριζε πολιτική μεγαλόνοια ανάλογη με τις περιστάσεις. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά: «Υπό τοιούτους όρους δυνάμεθα να είπωμεν, ότι ο Δημοσθένης υπήρξε πολύ μάλλον ρήτωρ ή πολιτικός, πολύ μάλλον Αθηναίος ή Έλλην, πολύ μάλλον φιλόπολις ή φιλόπατρις. Παρ’ ανδρός δε τοιούτου και μόνον, παροξυνομένου υπό του εξάλλου αυτού φιλαθηναϊσμού, ηδύνατο να ονομασθή ο Φίλιππος βάρβαρος και όλεθρος Μακεδών».
Σε αντίθεση με τους παραπάνω ισχυρισμούς του Δημοσθένη, οι διάφοροι μύθοι που απαντούσαν σε έργα σχεδόν συγχρόνων του συγγραφέων (Αισχύλου, Ηροδότου) για την καταγωγή των Μακεδόνων και την προέλευση της βασιλικής γενιάς, η χορήγηση άδειας συμμετοχής στους ολυμπιακούς αγώνες όπου συμμετείχαν απαρέγκλιτα μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους μόνον Έλληνες και ο ελληνικός χαρακτήρας της γλώσσας τους, η οποία αποτελούσε ξεχωριστή ελληνική διάλεκτο, συνιστούσαν, σύμφωνα με τον Λάμπρο, ικανές αποδείξεις της ελληνικότητας τους.
Την έννοια της «βαρβαρότητας» των Μακεδόνων στην αρχαιότητα σε αντιδιαστολή με την ευγένεια, τη λεπτότητα, τη μόρφωση και τον πολιτισμένο χαρακτήρα των νοτίων Ελλήνων, απέδωσε ο Λάμπρος στη διατήρηση εθίμων, λειψάνων του αρχαίου πολεμικού και θηρατικού βίου τους, καθώς διαβιούσαν ως ορεσίβιοι, σε απομόνωση από το κέντρο του πολιτισμού της εποχής, την Αθήνα. Ο Σπυρίδων Λάμπρος διευκρίνισε ότι o χαρακτηρισμός «βάρβαρος» που χρησιμοποίησαν κάποιοι στην αρχαιότητα για τους Μακεδόνες αλλά και για τους Ευρυτάνες, Αιτωλούς και Ηπειρώτες δε σήμαινε ότι οι όλοι οι παραπάνω ήταν εθνολογικά αλλότριοι από τους Έλληνες.
Πράγματι, οι νότιοι Έλληνες, επισήμανε ο Λάμπρος, θεωρούσαν ότι η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων αλλά και ορισμένων φύλων που κατοικούσαν στην περιοχή του Αχελώου είχε κάτι το ακατανόητο γι’ αυτούς. Ωστόσο, κανένας δε σκέφθηκε να θεωρήσει τα παραπάνω φύλα ως ξένα της ομοφυλίας του ελληνικού έθνους. Οι Έλληνες των εκκρίτων χρόνων, σημειώνει, ήταν πολύ «ευαίσθητοι» προς καθετί το ξενότροπο στη γλώσσα και τα ήθη, ενώ τους άρεσε να περιορίζονται σε στενό κύκλο διακρίνοντας τους εαυτούς τους από τους «άλλους». Γι’ αυτό και αποκαλούσαν και ομόφυλους λαούς ως ξένους και βάρβαρους, όταν διαπίστωναν κάτι το ξενοφανές σε αυτούς. Αλλά το ξενοφανές εντοπιζόταν στη διαφορά του πολιτισμού, ώστε το αίσθημα αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιχείρημα περί εθνολογικής διάκρισης σε αρχαιότατους χρόνους. Ο χαρακτηρισμός «βάρβαρος», εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί, αναφέρει ο Λάμπρος σε άλλο έργο του, υπό το πνεύμα των λόγων του Ισοκράτη ότι το όνομα «Έλλην» είχε καταστεί πια συνώνυμο όχι της καταγωγής αλλά της «διανοίας», ώστε να αποκαλούνται Έλληνες όσοι μετέχουν «της παιδεύσεως της ημετέρας ή της κοινής φύσεως».
Ο Σπυρίδων Λάμπρος χαρακτήρισε ως αναμφισβήτητη («απαραγνώριστο») τη συγγένεια των Μακεδόνων προς τους Έλληνες, καθώς υποστήριξε ότι απέρρευσαν από κοινή ρίζα. Υιοθέτησαν την ίδια θρησκεία, συγγένευαν στη γλώσσα, στα ήθη και τα έθιμα, ενώ και οι παραδόσεις των νοτίων Ελλήνων που αφορούσαν στην κοινή καταγωγή Μακεδόνων και Δωριέων και την προέλευση της βασιλικής γενιάς τους από τον Ηρακλή μαρτυρούσαν συγγένεια με τους Μακεδόνες.
Στα έθιμα, εξάλλου, των Μακεδόνων ανηύρε πολλά που συμφωνούσαν με αρχαίες συνήθειες των Ελλήνων, όπως το να παρακάθηνται σε συμπόσια. Επίσης, η διατήρηση του θεσμού της βασιλείας και ο ρόλος του βασιλιά ως ανώτατου δικαστή, αρχιστρατήγου και αρχιερέα καθώς και του σώματος των «εταίρων» που τον συμπαραστέκονταν κυρίως σε πολεμικές περιπέτειες παρέπεμπαν –σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο– στην ηρωική εποχή των ομηρικών επών. Η διατήρηση των «εταίρων» κατά την άποψη του ήταν το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας αστικού βίου στη μακεδονική ορεινή χώρα, που θα επέφερε άμβλυνση των διαφορών των τάξεων και θα προκαλούσε τη δημιουργία μίας νέας τάξης, του δήμου.
Τους Μακεδόνες, που εμφανίστηκαν στο πολιτικό προσκήνιο των παρηκμασμένων πόλεων–κρατών της νότιας Ελλάδος και κατόρθωσαν να οδηγήσουν υπό το σκήπτρο τους τον ελληνισμό στον επιφανή θρίαμβο εναντίον των Περσών χαρακτηρίζει ο Σπυρίδων Λάμπρος ως μία νέα ελληνική δύναμη που κατήλθε από το βορρά, ως ένα νέο γενναίο λαό ευρισκόμενο στο στάδιο της ανάπτυξης, ο οποίος καρπώθηκε τα αγαθά του ελληνικού πολιτισμού και επωφελήθηκε από τα πταίσματα των Ελλήνων. Εξιστορώντας δε τα ιστορικά γεγονότα πριν από την άνοδο του Φιλίππου Β΄ στο μακεδονικό θρόνο, σημείωσε ότι «ο νεαρός εκ Μακεδονίας Τημενίδης» στο διάστημα της τρίχρονης παραμονής του στη Θήβα παρακολουθούσε έκπληκτος από κοντά τον ελληνικό εκείνο πολιτισμό, προς τον οποίο είλκυε τους Μακεδόνες παλαιά και σύμφυτη συγγένεια.
Επίσης, σε πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε για την 25η Μαρτίου του 1902 στην αίθουσα τελετών του Εθνικού Πανεπιστημίου, ο Σπυρίδων Λάμπρος κατέκρινε τους νότιους Έλληνες, που θεώρησαν τη μάχη της Χαιρώνειας ως ταφόπλακα της ελληνικής ελευθερίας παραβλέποντας ότι εκεί διακρίθηκε για πρώτη φορά ο νεαρός βλαστός του Φιλίππου, ο οποίος έμελλε να μεταφέρει τα σημάδια του ελληνισμού μέχρι τις Ινδίες και να καταλύσει την περσική δύναμη. Ο μακεδόνας βασιλιάς ήταν αυτός που εκπλήρωσε τον όρκο που έδωσαν οι Έλληνες μετά τη μάχη στις Πλαταιές, τον οποίο, όπως τόνισε ο Λάμπρος, δεν είχαν θελήσει και κατορθώσει να πραγματοποιήσουν οι νότιοι Έλληνες, επειδή σπαράσσονταν από εμφύλιες διαμάχες.
Αναφερόμενος, εξάλλου, στην ανάγκη αποκατάστασης του «λέοντα της Χαιρώνειας», του μνημείου της ομώνυμης μάχης το 338 π.Χ., υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη χρονολογία αποτελεί μεταίχμιο μεταξύ δύο μεγάλων περιόδων της εθνικής μας ιστορίας και συνδυάζει την Ελλάδα που «έπεσε» εξαιτίας δικών της σφαλμάτων με την Ελλάδα που ανορθώθηκε προσδεθείσα στο «άρμα» της Μακεδονίας.
Η κρίση αυτή οδηγεί σε δύο διαπιστώσεις: από τη μια, ο Λάμπρος δε διαχωρίζει την ιστορία των Μακεδόνων από αυτή των υπόλοιπων Ελλήνων θεωρώντας την ως αδιάσπαστη συνέχειά της, ενώ, από την άλλη, η συμβολή της Μακεδονίας στην ανύψωση της κατακερματισμένης Ελλάδας παραπέμπει στο ρόλο της Πρωσίας για την ενοποίηση των γερμανικών κρατών. Η προέκταση αυτή υπόκειται ίσως στην ιστορική σκέψη του Λάμπρου, εάν αναλογιστεί κανείς τις επιδράσεις που δέχτηκε από τη γερμανική ιστοριογραφία.
Επίσης, από πρόθεση να προβάλει στο παρόν του το ιστορικό παρελθόν, χαρακτήρισε την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον των Περσών, στην οποία ο Φίλιππος Β΄ αναδείχτηκε αρχικά από όλους τους Έλληνες πλην Σπαρτιατών αρχιστράτηγος, ως «μεγάλη ιδέα» του αρχαίου ελληνισμού. Με την ανάληψη της ηγεσίας αυτού του «οριστικού απελευθερωτικού και εκδικητικού αγώνος εναντίον των Περσών» από τους Μακεδόνες, επισφραγίστηκε –σύμφωνα με τον Λάμπρο– η ένωση των βορείων και των νοτίων Ελλήνων και επήλθε η αναγνώριση του ελληνικού χαρακτήρα τους, τον οποίο με λόγους πολιτικούς και από στενή τοπική αντίληψη αμφισβητούσε και ο ίδιος ο μεγάλος αθηναίος πολιτευτής και ρήτορας Δημοσθένης.
Την ακράδαντη πίστη του στη συνέχεια της «ελληνικότητας» της Μακεδονίας από τους αρχαίους χρόνους έως τις μέρες του επισήμανε ο Λάμπρος σε αποστροφή του λόγου του απευθυνόμενος σε αποστολή γάλλων εκδρομέων τον Απρίλιο του 1908 στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός». Αν επιχειρούσατε, αναφέρει προς τους επιφανείς προσκεκλημένους, να πεισθείτε για το φρόνημα των κατοίκων της Μακεδονίας μιλώντας με κατοίκους της περιοχής, θα σας έδιναν χωρίς ενδοιασμό την ίδια απάντηση που έλληνας αγρότης έδωσε κάποτε σε τούρκο πασά: «Πασσά μου, είπεν, είμεθα Έλληνες∙ η Μακεδονία είνε ελληνική. Αυτό το έδαφός της μας το μαρτυρεί. Τα νομίσματα τα εξερχόμενα εξ αυτού έχουσιν ελληνικάς επιγραφάς, φέρουσι τας εικόνας ελλήνων βασιλέων».
Οι απόψεις που υιοθέτησε ο Σπυρίδων Λάμπρος για την καταγωγή των Μακεδόνων είναι απότοκες της λεπτομερειακής ανάλυσης των πηγών στην οποία προέβη αλλά και των επιρροών που δέχτηκε από παλαιότερους ομοτέχνους του. Μαθητής του Ζαμπέλιου και του Παπαρρηγόπουλου και των Γερμανών ιστορικών στα τέλη του 19ου αιώνα (Ντρόυζεν, Κουρτίου και άλλων) παραμέρισε την κλασικιστική αντίληψη της ιστοριογραφίας που συνέχισε να επηρεάζει ακόμη κάποιους λογίους στην εποχή του και η οποία απέκλειε τη Μακεδονία από τα όρια του πρώτου ελληνικού βασιλείου και αγωνίστηκε για την προώθηση του αιτήματος της ενσωμάτωσης του μακεδονικού ελληνισμού στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, με την αναζήτηση της «ιστορικής αλήθειας» και την επίδραση που άσκησε η γερμανική ιστοριογραφία στο έργο του, η σκιαγράφηση της «εικόνας» των Μακεδόνων –κυρίως στην αρχαιότητα– που επιχείρησε με αναφορές σε έργα του ο Λάμπροςˑ φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα στο σχήμα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους που υιοθέτησε αλλά και στις προτεραιότητες που έθετε η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, στην οποία ο Σπυρίδων Λάμπρος συμμετείχε με τον τρόπο του ενεργά.
Λαμβάνοντας υπόψη και τις παραπάνω παραμέτρους στο ιστοριογραφικό έργο του Λάμπρου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο έλληνας ιστορικός έχοντας άριστη γνώση των πηγών σύμφωνα με τις αρχές της γερμανικής ιστοριογραφίας και με την εποπτεία όλων των περιόδων της ελληνικής ιστορίας που τον διέκρινε, προσέφερε στον «αγώνα» για την επικράτηση των ελληνικών δικαίων στη Μακεδονία την απαραίτητη επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση.
Σημείωση από την σελίδα: Την επιστημονική προσέγγιση του κυρίου Βασίλειου Αθ. Πλατή στο έντυπο κείμενο συνοδεύει μεγάλος αριθμός επεξηγηματικών σημειώσεων και πηγών.
Πηγή: Τα Πρακτικά του ΛΑ’ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου το οποίο έγινε μεταξύ 28-30 Μαΐου του 2010.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου