Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΩΝ
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΛΑΒΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ Μ.Α.
Η ΥΠΕΡΙΣΧΥΣΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΥΠΕΡΑΝΩ ΟΛΩΝ
ΚΑΙ Ο ΚΟΛΟΦΩΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ MAΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ (1879-1889)
Απέναντι όλων των ως άνω προπαγανδικώς ιδρυθέντων εστιών δράσεως ήτο ανάγκη αναπόφευκτος όπως το ελληνικόν στοιχείον δείξη την υπεροχήν του και πατάξη αυτάς, αναχαιτίζον τον χείμαρρον του προπαγανδισμού.
Ήρχισε λοιπόν και εκ μέρους ημών ο αγών να γίνεται ζωηρότερος και η δράσις εναργεστέρα.
Με Έλληνα πρόξενον τον Γεώργιον Δοκόν, άνδρα περινούστατον και εμφορούμενον υπό πατριωτικωτάτων αισθημάτων, έχοντα δεξιόν βραχίονα τον διερμηνέα Χρίστον Γραικόν, Μοναστηριώτην, εκ των αρχαιοτέρων και ικανωτέρων προξενικών υπαλλήλων, ενθουσιωδέστατον πατριώτην, και τη συναρωγή του αειμνήστου Στεφάνου Δραγούμη∙ ο οποίος προσεφέρετο πάντοτε πρόθυμος να υποστηριξή τους Μακεδόνας δια πάσαν παρουσιαζομένην εθνικήν των ανάγκην οι πόροι του κοινοτικού μας ταμείου ενισχύθησαν σημαντικώς αφ’ ενός μεν δια γενναίου ετησίου επιδόματος εκ μέρους του εν Αθήναις προς διάδοσιν των Ελλην. γραμμάτων Συλλόγου, αφ’ ετέρου δε δι’ επιχορηγήσεως του Υπουργείου των Εξωτερικών. Συγχρόνως οι πολίται ηύξησαν σημαντικώς τας ετησίας υπέρ των σχολείων εισφοράς των, αμιλλώμενοι τις να υπερβάλη τον άλλον.
Ιδρύθη λοιπόν πλήρες Γυμνάοιον, αντί του υπάρχοντος ημιγυμνασίου, ανεγερθέντος επί τούτου μεγαλοπρεπεστάτου κτιρίου δ’ εράνων των κατοίκων. Το Γυμνάσιον ανεγνωρίσθη και παρά του Πανεπιστημίου Αθηνών, ούτος ώστε οι αποφοιτώντες εξ αυτού να γίνωνται καθ’ ευθείαν δεκτοί δια τας πανεπιστημιακάς σπουδάς χωρίς να υποβληθώσι προηγουμένως εις εξετάσεις.
Πρώτος Γυμνασιάρχης διωρίσθη ο Κωνσταντίνος Τσιούλκας, Μακεδών και ενθουσιώδης πατριώτης, του οποίου οι κατά τας σχολικάς εορτάς εκφωνούμενοι πανηγυρικοί λόγοι θα μείνουν εσαεί αλησμόνητοι δια την φλογερότητα και την πατριωτικότητά των.
Συνεστήθη πλήρης Αστική Σχολή, αντί του υπάρχοντος Α’. Δημοτικού Σχολείου, με περίβλεπτον οικοδόμημα ανεγερθέν δαπάναις του εν Ρουμανία εγκατεστημένου Μακεδόνος πατριώτου Μουσίκου και ονομασθέν Μουσίκειος Αστική Σχολή. Ταύτην διηύθυνεν επ’ αρκετά έτη ο ένθερμος θιασώτης της ιδέας Παν. Σωκρατείδης.
Ιδρύθησαν συσσίτια αρρένων και θηλέων, με δωρεάν ενδιαίτημα χάριν των απόρων μαθητών.
Ομοίως και Ιερατική Σχολή, με Διευθυντήν τον Πέτρον Κόντην.
Ο αριθμός των σχολείων των συνοικιών ηυξήθη.
Αφ’ ετέρου οι πολίται ιδρύουσι την Φιλεκπαιδευτικήν Αδελφότητα «Καρτερίαν», Γυμναστικόν Σύλλογον, Φιλαρμονικήν Εταιρίαν, οι μαθηταί την μαθητικήν Ενότητα «Μέλισσαν» και τέλος αι κυρίαι την «Φιλόπτωχον Αδελφότητα των Κυριών».
Οι εν Αλεξάνδρεια εγκατεστημένοι φιλοπάτριδες Μοναστηριώται Αδελφοί Δημητρίου κτίζουσι το περίλαμπρον Κεντρικόν Παρθεναγωγείον και το μεγαλοπρεπέστατον Ελληνικόν Δημοτικόν Νοσοκομείον, προικίσαντες αμφότερα τα ιδρύματα και με την απαιτουμένην ετησίαν επιχορήγησιν. Ομοίως εις τας συνοικίας Γενή-Μαχαλά και Αρναούτ-Μαχαλά ανεκαίνεσαν τα Δημοτικά Σχολεία, εξασφαλίσαντες εις αυτά και από εν ετήσιον γενναίον επίδομα.
Εις δε την συνοικίαν Μπαΐρ-Μαχαλά, ο εν Κισνέβω εγκατεστημένος Μοναστηριότης Ιωάννης Κοντούλης ίδρυσε και συνετήρει Δημοτικήν Σχολήν.
Η χήρα Ελένη Θεοχάρους Δημητρίου ανεγείρει το Α’ Κεντρικόν Νηπιαγωγείον μετά της συντηρήσεως αυτού.
Ωσαύτως η Μοναστηριώτισσα χήρα Αναστασίου Οικονόμου κτίζει το Νηπιαγωγείον Ρότσκας, προικίσασα αυτό και δι’ ετήσιας επιχορηγήσεως.
Σημειωτέον ότι Δημοτικόν Κοινοτικόν Νοσοκομείον υφίστατο έκπαλαι, ιδρυθέν και συντηρούμενον παρά του μεγάλου ευεργέτου Αδάμ Νικαρούοη. Κατεδαφισθέντος δε τούτου, επί του αυτού γηπέδου ανηγέρθη το ως άνω των Αδ. Δημητρίου.
Την εποχήν εκείνην Μητροπολίτης ήτο ο αείμνηστος Ματθαίος, ο από Δρυϊνουπόλεως, ενθουσιώδης της ιδέας θιασώτης και ακάματος ηγέτης της όλης εθνικής μας κινήσεως. Διοίκησε την επαρχίαν Πελαγωνείας από του έτους 1876 μέχρι του 1887.
Μετατεθέντος δε εν τω μεταξύ του προξένου Γ. Δοκού, διάδοχός του εστάλη ο Κωνστ. Πανουριάς, ακούραστος και αυτός εργάτης της πατρίδος.
Το Γυμνάσιον λοιπόν και το Παρθενωγωγείον εξαπέλυον κατ’ έτος περί τους 35-40 τελειοφοίτους, οίτινες μεμυημένοι πάντες εις την εθνικήν ιδέαν, εξαπεστέλλοντο τήδε κακείσε εις τα περίχωρα, ως διδάσκαλοι εις τα διάφορα χωρία και κωμοπόλεις.
Ομοίως η Ιερατική Σχολή παρεσκεύαζε καταλλήλους ιερείς, ή μάλλον ειπείν, ιεραποστόλους του αγώνος, σκορπιζομένους και τούτους εις διάφορα επίκαιρα σημεία.
Οι μάλλον ευκατάστατοι απόφοιτοι του Γυμνασίου, μετέβαινον εις Αθήνας προς τελειοποίησιν των σπουδών των εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίον και άλλοι μεν επέστρεφον ιατροί, άλλοι δικηγόροι, άλλοι καθηγηταί Γυμνασίου. Όλοι όμως ελάμβανον μέρος εις την εθνικήν δράσιν ποιος ολίγο, ποιος πολύ.
Ως καθηγητάς διακριθέντας και εργασθέντας πατριωτικώς θα μνημονεύσωμεν τους Αλέξανδρον Ζουμετίκου, Βασίλειον Μιχαήλ, Μιχαήλ Πέτρου, Βασίλειον Νότην, Παντελήν Νάκαν, Ευάγγελον Τσιούπτσην, Βασίλειον Κοκκίνην, Ευάγγελον Τάνον, Δημήτριον Μάρκου και Γεώργιον Κήζιαν, άπαντας Μοναστηριώτας.
Εξ αυτών ο Α. Ζουμετίκου εχρημάτισε βραδύτερον και Γυμνασιάρχης μεγάλως ευδοκιμήσας εν τε τη πόλει μας και εν Αδριανουπόλει, όπου επάλαισε κυριολεκτικώς διατηρήσας το Γυμνάσιον με όλας τας αντίξοους περιστάσεις, αίτινες επεσωρεύθησαν εις την άτυχη ταύτην πόλιν συνεπεία των αλλεπαλλήλων πολέμων, Βαλκανικού, Συμμαχικού και Ευρωπαϊκού. Ωσαύτως και ο Β. Νότης προεχειρίσθη τελευταίως Γυμνασιάρχης του εν Θεσσαλονίκη Α’. Γυμνασίου.
Περί αυτού έχομεν να προσθέσωμεν ότι πριν ή διορισθή καθηγητής του Γυμνασίου Μοναστηριού, εχρημάτισεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς των πέριξ κωμοπόλεων ως διευθυντής των εν αυταίς σχολών επιδείξας απαράμιλλον ζήλον και μετά μεγίστου πατριωτισμού και αφοσιώσεως αντεπεξελθών κατά των διαφόρων προπαγανδών.
Τινές δε των αποφοίτων των σχολών μας ανήλθον μέχρι της βαθμίδος της Πανεπιστημιακής έδρας (Αλέξανδρος Σβώλος). Ομοίως η πατρίς μας και αι σχολαί μας ανέδειξαν και τον ποιητήν Γεώργιον Σαγιαξήν, τον και δια τας βαλκανιολογικάς σπουδάς διακρινόμενον.
Γέννημα και θρέμμα επίσης των σχολών Μοναστηριού τυγχάνει και ο πολιτευτής Γεώργιος Χρ. Μόδης, νυν Γενικός Διοικητής Ηπείρου, ο οποίος και ηγωνίσθη καθ’ όλην την διάρκειαν της Β' περιόδου του Μακεδονικού Αγώνος, ως οπλαρχηγός ανταρτικού σώματος.
Η νεολαία συνέπηξε και Θεατρικόν Σύλλογον και έδιδε διαρκώς θεατρικάς παραστάσεις, εις τας οποίας πλήθος πολύ ακροατών μετά πολλού ζήλου εσύχναζε.
Όμιλος δε λογίων πατριωτών κατεγίνετο να γράφη ανταποκρίσεις εις διαφόρους εφημερίδας, εξιστορούσας την πάλην μας μετά των προπαγανδών και επικαλουμένας την ηθικήν και την υλικήν συνδρομήν των απανταχού συμπατριωτών και ομογενών μας. Ανεσκεύαζον δε συχνά και διάφορα ψευδολογήματα περί της ποιότητος του στοιχείου μας, τα οποία οι προπαγανδισταί εδημοσίευον συχνά εις τα Ευρωπαϊκά φύλλα. Κυριώτεροι τούτων ήσαν οι: Αναστάσιος Γ. Τσάλλης και Βασ. Νότης.
Την φιλαρμονικήν εταιρίαν αποτελούσαν νέοι καλών οικογενειών. Οι κυριώτεροι στύλοι αυτής υπήρξαν οι Αλέξ. Γούναρης, Γεώργιος Σιάρδου, Πέτρος Τζέρος και Πέτρος Σταύρου. Διευθυντάς δε της μουσικής είχομεν φέρη εκ Θεσσαλονίκης κατ’ αρχάς μεν τον Ορπήν, κατόπιν δε τον Σπάθην και τελευταίον τον Ηλίαν Χατζηϊωάννην, ο οποίος επί πολλά έτη και μετά πολλού ζήλου ειργάσθη εν αυτή.
Της μουσικής εκάμναμεν χρήσιν ουχί μόνον εντός της πόλεως αλλά πολύ συχνά και εις τα περίχωρα, όπου διωργανώναμεν εκδρομάς προς αναπύρωσιν του πατριωτικού αισθήματος των χωρικών. Αλησμόνητος θα παραμείνη εις την μνήμην όλων μας η κατά Μάϊον του 1902 διοργανωθείσα παρά των Αριστ. Mατλή, Αναστ. Μαλέγκα και Περικλή Καζάζη εκδρομή εις το χωρίον Μπρούσνικ, η οποία υπήρξε ογκωδέστατη εις πλήθος εκδρομέων, αφού έλαβον μέρος όλα τα σωματεία και αι συντεχνίαι της πόλεως. O πανζουλισμός και ο ενθουσιασμός των χωρικών ήτο αφάνταστος.
Της Αδελφότητος «Καρτερίας» ιδρυταί υπήρξαν οι Αν. Γ. Τσάλλης, Βασ. Νότης, Γ. Δήμητσας και Ιωάν. Φίκης. Μέλη δε όλοι σχεδόν οι πολίται. Συνέλεγον αφθόνους συνδρομάς, τας οποίας διέθετον δι’ απόρους μαθητάς των σχολείων προς αγοράν βιβλίων, ενδυμάτων και λοιπών. Έδιδαν και μερικάς επιχορηγήσεις δια τα σχολεία μερικών απόρων κοινοτήτων των πέριξ χωρίων προς μισθοδοσίαν των διδασκάλων και δι’ άλλας ανάγκας. Έκαμναν δε συχνά και διαλέξεις και θεατρικάς παραστάσεις.
Εις τας εορτάς και δημοσίας εξετάσεις των σχολείων προσεκαλούσαμεν και τους Προξένους των ξένων Κρατών, ορθοδόξους και μη τοιούτους, οι οποίοι πάντοτε με ευχαρίστησιν προσήρχοντο.
Εν ενί λόγω παντού ζωή, κίνησις, σφρίγος πατριωτικών. Η όλη εργασία του Κοινοτικού μας συγκροτήματος, με τας διαφόρους διακλαδώσεις και εκφάνσεις της, ωμοίαζε προς διηνεκή κίνησιν μεγάλου εργοστασίου, εις το οποίον άπαντες οι πολίται ως εργάται ειργάζοντο ακαταπαύστως και πυρετωδώς, έκαστος εις τον κλάδον εις ον είχε ταχθή.
Ουδεμία των άλλων προπαγανδών παρουσίαζεν εις την εθνικήν της κίνησιν τον όγκον και την επιβλητικότητα της ιδικής μας δράσεως. Τόση ήτο η υπεροχή μας, ώστε και αυταί αι παρά της Αυστρίας ιδρυθείσαι προπαγάνδαι, αν και εν αρχή εσυστήθησαν με το πρόγραμμα να ματαιώσουν τας συνεπείας των πανσλαυιστικών ενεργειών, θαμβωθείσαι από την έκφανσιν του ελληνικού μεγαλείου, ήρχισαν να στρέφωσι τα βέλη των προς ημάς ως υποσκελίσαντας τους πάντας. Παραλείπω την Βουλγαρικήν δράσιν, η οποία έμεινε πολύ οπίσω από την ιδικήν μας.
Αντιπάλους μας είχαμεν και τους ιεραποστόλους της Καθολικής αποστολής των Λαζαριστών με τον προϊστάμενον Φαβριάλ, φανατικώτατον μισέλληνα και έχοντα επιστήθιον φίλον τον Ρωμούνον Απόστ. Μαργαρίτην, και εν γένει πάντα εχθρόν του ελληνισμού περιποιούμενον.
Μόνον οι Σέρβοι διήγον πάντοτε φιλίως προς την ελληνικήν κοινότητα αφού και εις την ελληνικήν Εκκλησίαν εκκλησιάζοντο.
Δέον όμως να ομολογήσωμεν ενταϋθα ότι την εποχήν εκείνην αι Τουρκικαί αρχαί δεν έβλεπαν με κακό μάτι την ζωηράν αυτήν δράσιν μας. Απ’ εναντίας έχοντες πρόσφατον την ανάμνησιν της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και των πανσλαυιστικών ονείρων, ησθάνοντο την ανάγκην να υποστηρίξωσι το Ελλην. στοιχείον, ως άσπονδον εχθρόν των Βουλγάρων. Δια τούτο εις όλας τας σχολικάς εορτάς μας, τας δημοσίας εξετάσεις κτλ. παρίστατο πάντοτε ο Γενικός Διοικητής μετά των λοιπών ανωτέρων υπαλλήλων της Κυβερνήσεως, έστιν ότε δε και ο στρατιωτικός Διοικητής μετά της στρατιωτικής μουσικής, η οποία επαιάνιζεν εις την αυλήν των σχολείων καθ’ όλην την διάρκειαν της τελετής.
Είπομεν ανωτέρω ότι η νεολαία έδιδε θεατρικάς παραστάσεις. Εις το θέμα τούτο πολλήν σημασίαν απέδιδον οι αρμόδιοι των ημετέρων, ελάμβανον δε μέρος ως ηθοποιοί νέοι των καλλιτέρων οικογενειών. Τοιούτοι ήσαν οι Νικ. Παπάζουγλου και ο αδελφός του Αλέξαν. Παπάζογλου (νυν ιατρός ενταύθα), Νίκος Τσιγγαράς, Θεόδ, Πισουρήκας, Βασ. Νότης, I. Μιλόσης, Αργ. Zάxου, Θεόδ. Ράμος, ο μετέπειτα εκ των συντακτών της «Νέας Αλήθειας» και εγώ. Και αυτοί μεν ως δραματικοί. Οι δε Αναστ. Τζέρρος, Ιωάν. Φίκης, Λάζ. Παπαναούμ. και Παντ. Μέξης ως κωμικοί. Τόσο δε πολύ είχεν αγαπήση το θέατρον ο λαός, ώστε δεν επέρασε πολύς καιρός και ήρχισαν να μας επισκέπτωνται και συστηματικοί ελλ. θίασοι.
Δια να συμπληρώσω δε την έκθεσιν των πλείστων εθνικών έργων, τα οποία εξετελέσαμεν εκείνην την εποχήν, θα αναφέρω και το εξής: Ότι δηλ. οι Αδελ. Πίλλη ίδρυσαν και Τυπογραφείον Ελληνικόν, εις το οποίον ετυπώνετο και εξεδίδετο και μία εβδομαδιαία πολιτική εφημερίς, γραφομένη από διαφόρους λογίους υπό το όνομα «Φώς». Αρχισυντάκτης ήτο ο Αριστ. Ματλής και βραδύτερον ο Βασίλ. Νότης.
Οι Βούλγαροι εκμηδενισθέντες προ της ελληνικής δράσεως και μη γνωρίζοντες ποιον δρόμον να πάρουν, δια να μας εκδικηθώσι προέβησαν εις το εξής μέσον: Εξηγόρασαν δύο μεγάλους εν Ευρώπη δημοσιογράφους, τον Άγγλον Λαβελαίη και την ρωσσίδα κυρίαν Νοβικώφ, οι οποιοι δια συνεχών εις μεγάλας εφημερίδας δημοσιεύσεων κατηγορούν τους Έλληνας του Μοναστηριού ως δήθεν ραδιουργούντας τους Βουλγάρους απέναντι των Τουρκικών Αρχών και συνεπώς αύται κατεπίεζον αυτούς παρεμβάλλουσαι παν πρόσκομμα και εμπόδιον δια την ελεύθερον εκπαίδευσιν και την εξάσκησιν των θρησκευτικών καθηκόντων των. Αυτό δε το έκαμαν δια να μας εκχθέσωσι μεν αφ’ ενός απέναντι του πεπολιτισμένου κόσμου, αφ’ ετέρου δε ελπίζοντες και πάλιν εις καμμίαν επέμβασιν της Ρωσσίας, όπως κατά το έτος 1870.
Πράγματι δε αι δημοσιεύσεις αύται μέγαν πάταγον επροξένησαν καθ’ όλην την Ευρώπην, ένας δε αγγλικός προτεσταντικός Σύνδεσμος απέστειλεν εκ Λονδίνου εις Μοναστήριον επιτροπήν υπό την διεύθυνσιν του συνταγματάρχου Τρώτερ, στρατ. ακολούθου της εν Κων/πόλει Αγγλ. Πρεσβείας, ινα εξετάση εκ του σύνεγγυς το βάσιμον των καταγγελιών.
Η επιτροπή όμως επισκεφθείσα όλα τα εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματά μας, ελθούσα δε εις επικοινωνίαν και με τους εξέχοντας και μορφωμένους του ελληνικού στοιχείου, των οποίων πολλοί εγνώριζον και ευρωπαϊκάς γλώσσας, απήλθεν αποκομίζουσα εντυπώσεις όλως αλλοίας των φιλοβουλγαρικών δημοσιεύσεων.
Χαρακτηριστικόν της κατά την εποχήν εκείνην αποδειχθείσης υπερισχύσεως του ελληνικού στοιχείου αποτελεί και το ότι η Ισραηλιτική Κοινότης, διατηρούσα ιδικά της σχολεία, προσελάμβανε πάντοτε εις αυτά και ένα ελληνοδιδάσκαλον, ουχί Βούλγαρον, ούτε Ρωμούνον ούτε άλλης τίνος εθνικότητος.
Πολλοί απόφοιτοι των σχολών των ήρχοντο και εφοίτων εις τα ιδικά μας σχολεία ίνα τελειοποιήσωσι τας σπουδάς των, και εις αυτό το Γυμνάσιόν μας ακόμη.
Την εποχήν εκείνην εσημειώθη και μία απόπειρα κατά του αρχηγού της Ρουμανικής Προπαγάνδας Αποστ. Μαργαρίτου, ο οποίος, σημειωτέον, δεν έπαυε καταραδιουργών την ημετέραν κοινότητα και τους κορυφαίους αυτής απέναντι των τουρκικών αρχών, ότι δήθεν ευρίσκονται εις διηνεκή συνεννόησιν μετά της Ελληνικής Κυβερνήσεως προς διενέργειαν επαναστάσεως κατά του καθεστώτος κλπ.
Ενώ μίαν εσπέραν εξήρχετο του Αυστριακού Προξενείου κάμποσοι μετεμφιεσμένοι, παραμονεύσαντες αυτόν, τω επετέθησαν δια ροπάλων και μαχαιρών, με σκοπόν να τον φονεύσωσι. Και επληγώθη μεν σοβαρώς, οι δε επιτεθέντες νομίσαντες ότι τον αποτελείωσαν ετράπησαν εις φυγήν, αλλά θεραπευθείς διέφυγε τον θάνατον.
Συνεληφθήσαν ως ύποπτοι οι Νικόλ. Χατζηπέτρου η άλλως Γιάγκας επονομαζόμενος, Θεόδωρος Μόδης, Γεώργιος Βεληγιάννου, Κωνσταντ. Χατζηανδρέου, Γεώργιος Δήμητσας και Παναγιώτης Τύρνας, μη αποδειχθείσης όμως της ενοχής των αφέθησαν ελεύθεροι.
Κλείοντες το παρόν κεφάλαιον, αν ρίψωμεν εν βλέμμα επί των συντελεσθέντων εν τη εξελίξει της εθνικής μας δράσεως∙ οποία δηλ. ήτο ή κατάστασις της κοινότητός μας κατά το έτος 1830 και εις ποιον σημείον έφθασεν ήδη, θα ίδωμεν ότι χάρις εις τον σφριγώντα πατριωτισμόν των Μοναστηριωτών, ο νάνος έγινε γίγας, μεθ’ όλην την επέλασιν των παντοίων προπαγανδών μας. Υψώσαμεν το ανάστημά εις βαθμόν απίστευτον, αναδείξαντες την υπεροχήν μας και πατάξαντες τας προπαγάνδας.
Πηγή: Το βιβλίο του Παντελή Γ. Τσαλλη, «Το Δοξασμένο Μοναστήρι – Ήτοι Ιστορία της Πατριωτικής Δράσεως της πόλεως Μοναστηρίου και των Περιχώρων από του έτους 1830 μέχρι του 1908». Εκδόθηκε στην Θεσσαλονίκη το έτος 1932.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου