Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΗ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ
Μακεδονικός Αγώνας - Μετάβαση του Ιωάννη Δεμέστιχα
(Καπετάν Νικηφόρου) στη λίμνη των Γιαννιτσών
(Στοιχεία από την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)
Από το Μάιο 1905 το Προξενείο Θεσσαλονίκης επεδίωξε την εγκατάσταση Ελληνικού Σώματος υπό Αξιωματικού και εις την περιοχή της Λίμνης των Γιαννιτσών. Η αβαθής αυτή λίμνη της οποίας τα ύδατα ανανεούντο κατ’ έτος δια των ποταμών Μπάλιντζα, Μογλενίτσα, Βόδα, Κουτίκα και Καρά Ασμάκι (Λουδία) αποτελείτο κυρίως από μια τεράστια ελώδη έκταση η οποία εκάλυπτε περίπου 180 τετρ. χιλιόμετρα . Τις νότιες ακτές της, μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, ηκολούθη τότε η οδός Θεσσαλονίκης-Βεροίαςˑ Το βόρειο δε άκρον της προσήγγιζε την πόλη των Γιαννιτσών μέχρις αποστάσεως οκτώ περίπου χιλιομέτρων, εις σημείον κείμενον επί της οδού Γιαννιτσών-Βοδενών (Εδέσσης). Περί την λίμνη και ειδικώτερα εις το Νοτιοδυτικό άκρο της υπήρχαν πολλά χωριά τα οποία υπό την πίεση των Βουλγαρικών συμμοριών είχαν δηλωθεί ως Εξαρχικά. Η ίδια η λίμνη με τις απέραντες ελώδεις εκτάσεις της και την πυκνή και αδιάκοπο βλάστησή της εκ καλαμώνων και βρύων είχε καταστεί βάση των Βουλγαρικών συμμοριών. Εξορμούσες εξ αυτής οι συμμορίες όχι μόνο κατετυρράνουν τα πλησίον της λίμνης χωριά, αλλά και έλεγχαν τις δύο οδούς, οι οποίες διέτρεχαν τις ακτές της προς Βέροια και Έδεσσα. Ως εκ τούτου εάν τα Ελληνικά σώματα δεν εγκαθίσταντο ισχυρώς εις την λίμνη ουδέποτε θα έλεγχαν πλήρως την περιοχή Βεροίας-Εδέσσης-Ναούσης, ούτε και θα ηδύναντο να κατευθύνονται ελευθέρως εκ της νότιας του Αλιάκμονα περιοχής προς τα βορείως της λίμνης όρη.
Τον Μάιο τού 1905, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να εγκαταστήσει εις την λίμνη Ελληνικό Σώμα, καθόσο οι Κομιτατζήδες (Βουλγαρικές συμμορίες) ευρίσκοντο ισχυρώς οργανωμένοι εις αυτήν, ιδιαίτερα εις την Δυτική περιοχή της, οι ακτές της οποίας εκαλύπτοντο υπό εκτεταμένων δασών.
Προς υλοποίηση της αποφάσεως αυτής εισήλθαν εις την λίμνη των Γιαννιτσών τον Σεπτέμβριο του 1906, τρία νεοσυγκεντρωθέντα Ελληνικά Σώματα. Πρώτον εξ όλων εισήλθε περί τις αρχές Σεπτεμβρίου το Σώμα του Ανθυπολοχαγού Πεζ. Αγαπηνού Τέλλου (Άγρα), δυνάμεως είκοσι ανδρών. Μετά από ολίγες ημέρες, την 27ην Σεπτεμβρίου 1906, κατέφθασαν συνενωμένα και τα Σώματα τού Υπολοχαγού Πεζ. Σάρρου Κων. (Κάλα) και του Ανθυποπλοιάρχου Δεμέστιχα Ιωάννου (Νικηφόρου), δυνάμεως 125 ανδρών.
Οι νέοι αρχηγοί εγκατεστάθησαν εις την λίμνη ως εξής: ο Σάρρος εις την καλύβα Κουφή, ο Δεμέστιχας εις την καλύβα Τσέκρι (Παραλίμνη) και ο Αγαπηνός μετά του Παπατζανετέα εις τις καλύβες Άγιας Μαρίνης και Παναγιώτη.
(Σημείωση. Οι καλύβες επέπλεαν και ήταν δυνατή η αποσύνδεση από τους πασάλους που τις συγκρατούσαν και να μετακινηθούν σε άλλη θέση). Όλοι των έπελήφθησαν άμέσως τού έργου των.
Προετοίμασαν περί τις 40 νέες πλάβες (ρηχές βάρκες) δια τις επιχειρήσεις, διάνοιξαν νέες οδούς επικοινωνίας δια μέσου της πυκνής βλάστησης της λίμνης, ανήγειραν καλύβες, διοργάνωσαν τον ανεφοδιασμό εις τρόφιμα και πυρομαχικά και εδημιούργησαν αποθήκες προς διαφύλαξή των. Κατεσκεύασαν επίσης καλύβες εκπαιδεύσεως εις τις οποίες προσήρχοντο οι εντόπιοι εκ των πλησίον της λίμνης χωριών και εξεπαιδεύοντο εις τον χειρισμό των όπλων και τις μεθόδους μάχης.
Αποστολή των Ελληνικών Σωμάτων ήτο η απομάκρυνση των βουλγαρικών συμμοριών εκ της λίμνης που είχαν ισχυρώς εγκατασταθεί εις το Νοτιοδυτικό τμήμα της. Εάν δεν επετυγχάνετο τούτο η λίμνη δεν θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως ελληνική βάση και όλες οι προσπάθειες των Αρχηγών των Σωμάτων θα επήγαιναν χαμένες.
Μετά τον τραυματισμό του Αγαπηνού την φρούρηση της καλύβας Κούγκα (Κεντρική Καλύβα) ανέλαβε ο Ανθυποπλοίαρχος Δεμέστιχας, βοηθούμενος από τους Λοχίες Τηλιγάδη και Παπατζανετέα. Την 21/11/1906 τα Ελληνικά τμήματα επετέθησαν κατά των Βουλγάρων όταν διεπίστωσαν την ύπαρξη Βουλγαρικής καλύβας πλησίον τους. Η επιχείρηση διεκόπη, διότι ενεφανίσθησαν Τουρκικά στρατεύματα.
Ο χειμώνας του 1906-1907 στην περιοχή της λίμνης υπήρξε εξαιρετικά δριμύς η δε διαβίωση των σωμάτων Σάρρου, Αγαπηνού και Δεμέστιχα κατέστη αρκετά επίπονος. Όταν η λίμνη επάγωσε αναγκάσθηκαν να θραύσουν τον πάγο δια να κινούν τις καλύβες ή τις πλάβες, άλλοτε δε εξαναγκάζοντο να παραμένουν ημιβυθισμένοι εντός των παγωμένων υδάτων. Εις μίαν περίπτωση περιπολίας του Ανθυποπλοιάρχου Δεμέστιχα (Νικηφόρου) απαιτήθηκαν 18 ώρες δια να διανυθεί απόσταση δια την οποία απαιτούντο υπό κανονικές συνθήκες δυο μόνον ώρες. Έκτος των άλλων τα πάντα ήταν παγωμένα, η δε τροφοδοσία των σωμάτων καθίστατο δυσχερεστάτη.
Όταν έλιωναν οι πάγοι η στάθμη της λίμνης ανηψώνετο, τότε τα πατώματα των καλυβών επλημμύριζον και οι άνδρες εξαναγκάζοντο να παραμένουν συνεχώς εντός των παγωμένων υδάτων. Ουδείς ηδύνατο να αναπαυθεί έστω και καθήμενος και ως εκ τούτου εμειούτο εις το έπακρον η μαχητική ικανότητα των Σωμάτων.
Εις μίαν τέτοια περίπτωση, περί τα τέλη Ιανουαρίου 1907, οι Βούλγαροι επετέθησαν κατά του ευρισκομένου εις την καλύβα Κούγκα Ελληνικού σώματος. Ο Αρχηγός Δεμέστιχας ευθύς ως αντελήφθη την πλημμύρα, προέβλεψε την βουλγαρικήν επίθεση και προετοιμάσθηκε δια την αντιμετώπισή της.
Δια συντόμου εργασίας κατεσκεύασε νέο πάτωμα άνωθεν του κατακλυσθέντος υπό των υδάτων και απέστειλε 6 άνδρες με δυο πλάβες να αναμένουν ενεδρευτικώς μακράν της καλύβας, εντός των καλαμώνων, δια να εκδηλωθούν κατά των νώτων των Κομιτατζήδων μετά από την έναρξη της επιθέσεώς των. Οι Βούλγαροι επετέθησαν δια τριών ομάδων κατά της Κούγκας και η επακολουθήσασα συμπλοκή διήρκεσε επί δίωρον. Χάρις εις τα ληφθέντα υπό του Δεμέστιχα προπαρασκευαστικά μέτρα η Βουλγαρική επίθεση απεκρούσθη επιτυχώς και οι κομιτατζήδες επέστρεψαν εις τις καλύβες των με πολλές απώλειες.
Περί το τέλος Φεβρουάριου ο Αγαπηνός (Άγρας) απεχώρησε της λίμνης και εγκαταστάθηκε εις την πόλη της Νάουσας. Τότε έγινε νέα διάταξη των Σωμάτων. Ο Υπολοχαγός Σάρρος ανέλαβε το Δυτικό τμήμα και εγκατεστάθη εις την καλύβα Κούγκα ενώ ο Ανθυποπλοίαρχος Δεμέστιχας το Ανατολικό και εγκατεστάθη εις την καλύβα Τσέκρι.
Υπό την νέα διάταξη ο αγώνας κατά των Βουλγάρων συνεχίσθηκε αμείωτος.
Η Ελληνική δύναμη εντός της λίμνης ανήρχετο εις 200 περίπου άνδρες. Οι Βούλγαροι συνέχισαν τις επιθέσεις των κατά της Κούγκας και κυρίως από 1ης Απριλίου μέχρι 7 Μαΐου 1907, αλλά την 10η Μαΐου η Βουλγαρική αντίσταση εξουδετερώθηκε πλήρως.
Τελικώς επετεύχθη κατάληψη και της νεοανεγερθείσης Βουλγαρικής καλύβας την 10ην Μαΐου και απομάκρυνση των Βουλγαρικών δυνάμεων.
Εις το Ανατολικό τμήμα αποστολή του Δεμέστιχα ήτο κυρίως η δράση εις την περιοχή περιμετρικά της λίμνης. Προς τούτο πραγματοποίησε επανειλημμένες επισκέψεις εις τα πλησίον της λίμνης χωριά, κατά τις οποίες ενίσχυε το φρόνημα των κατοίκων και προέτρεπε τους σχισματικούς εξ αυτών να επανέλθουν εις την ορθοδοξία. Συγχρόνως μεριμνούσε δια την διεύρυνση της Ελληνικής οργανώσεως και ελάμβανε σκληρά μέτρα κατά των φανατικώς σχισματικών, προσβάλλων τα σχισματικά χωριά, τα οποία υπέθαλπτον τις βουλγαρικές συμμορίες.
Οι σημαντικότερες προσβολές, του Σώματος Δεμέστιχα, εξετελέσθησαν κατά των χωριών Μπόζετς (Άθυρα) αρχές Μαρτίου και Κουφαλίων την 25η Μαρτίου 2007. Το χωριό Μπόζετς προσεβλήθη δια δυνάμεως 25 ανδρών, η οποία εκκινήσασα εκ της καλύβας Τσέκρι απεβιβάσθη εις την ομώνυμον σκάλα και μετά από σύντομη πορεία έφθασε εις τον αντικειμενικό της σκοπό. Εις το χωρίο τούτο επυρπόλησε την οικία του επικεφαλής του τοπικού βουλγαρικού κομιτάτου και εφόνευσε τον ίδιο και τους οπαδούς του, οι οποίοι ημύνοντο εκ της οικίας του. Το εγχείρημα εναντίον του Μπόζετς κατετάραξε τους Βουλγαρίζοντες της περιοχής, διότι δια πρώτην φοράν Ελληνικό σώμα, ορμώμενο εκ της λίμνης, ενήργησε εις τόσο μεγάλη απόσταση. Περισσότερο όμως αποτελεσματική δια την πτώση του ηθικού των βουλγαριζόντων υπήρξε η επίθεση εναντίον των Κουφαλίων. Η ενέργεια αυτή εξετελέσθη δια δυνάμεως 50 ανταρτών και με συμμετοχή 25 ένοπλων χωρικών εκ των πλησιεστέρων χωριών.
Η δύναμη αυτή έφθασε εις Κουφάλια μετά από πορεία 3,1/2 ωρών και διηρέθη εις δυο τμήματα, με επικεφαλής τον Δεμέστιχα και τον προ ολίγου αφιχθέντα εις την λίμνη, ως υπαρχηγό τούτου Υπολοχαγό Πεζ. Παπαδόπουλο Γεώργιο. Το τμήμα Παπαδόπουλου είχε ως αποστολή να απασχολήσει τις αντιστάσεις, οι οποίες θα εξεδηλούντο εις το χωριό, ενώ το τμήμα Δεμέστιχα θα προέβαινε εις την τιμωρία των προγραφέντων. Η επίθεση εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας και διήρκεσε επί δίωρο. Επυρπολήθησαν 5 οικίες στελεχών και συνελήφθησαν 5 σημαντικά στελέχη των Βουλγαρικών κομιτάτων.
Περί τα τέλη Απριλίου το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε την αντικατάσταση των Αρχηγών των Σωμάτων της λίμνης ως και των δοκιμασθέντων επί μακρόν ανδρών των. Προς τούτο θα προσήρχοντο τα Σώματα του Ανθυπολοχαγού Πεζ. Παπαγακή Χαραλ. (Αγραφιώτη), ο οποίος θα αντικαθιστούσε τον Υπολοχαγό Σάρρο Κων. και το Σώμα τού Ανθυπασπιστού Πυρ. Γαρλέζου Ιωάννη (Λέφα), ο οποίος θα αντικαθιστούσε τον Ανθυποπλοίαρχο Δεμέστιχα. Πριν όμως φθάσουν τα τμήματα αυτά εις την λίμνη, ισχυρά Τουρκικά στρατεύματα, υποστηριζόμενα υπό πυροβολικού, ενήργησαν εις τον χώρο αυτής ευρείας κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Λόγω των επιχειρήσεων τούτων τόσον οι βουλγαρικές συμμορίες όσο και τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα, εγκατέλειψαν την λίμνη. Οι Έλληνες Αρχηγοί Σάρρος και Δεμέστιχας επέστρεψαν τότε εις την ελεύθερη Ελλάδα, οι δε άνδρες των, άλλοι μεν απεκρύβησαν εις τα παραλίμνια χωριά άλλοι δε διεμοιράσθησαν εις τα λοιπά ανταρτικά σώματα ή και επέστρεψαν εις την ελεύθερη Ελλάδα.
Πάντως εις την λίμνη παρέμειναν δυο Ελληνικά Σώματα αποτελούμενα εξ εντοπίων, οι οποίοι είχαν εκπαιδευθεί κατά το προηγούμενο διάστημα και εξησφάλιζαν την Ελληνική παρουσία και δράση. Η εκπαίδευση εντοπίων είχε γίνει βασικά με μέριμνα του Ιωάννη Δεμέστιχα που τους στρατολογούσε.
Η πολύπλευρη δράση του Ιωάννη Δεμέστιχα στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών περιγράφεται και από μαρτυρίες ατόμων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Αυτές οι μαρτυρίες κατεγράφησαν σε εφημερίδες της εποχής και εγκωμιάζουν τις πράξεις του Καπετάν Νικηφόρου. Παρατίθεται απόσπασμα του Μακεδονομάχου Σωτηρίου Ζωγράφου όπως ακριβώς περιγράφει ένα περιστατικό από το οποίο εμφαίνεται η αποτελεσματικότης του Ιωάννη Δεμέστιχα αλλά συγχρόνως και η μεγαλοψυχία και ευαισθησία του.
«Αναφέρω εν περιστατικόν εις το χωρίον Ράμελ (Ραχώνα).
Οι Βούλγαροι, κατόπιν προδοσίας, εξετέλεσαν 5 Έλληνας και επυρπόλησαν τας οικίας των, διότι ήσαν τροφοδότες των Ελλήνων Μακεδονομάχων. Λαβών γνώσιν του περιστατικού ο Καπετάν Νικηφόρος αφού οι πράκτορές του ενήργησαν καταλλήλως δια να μη γίνη αντιληπτός, μετά 10 ημέρας, νύκτα με ομάδα Μακεδονομάχων περιεκύκλωσε το χωριό και κατόπιν καταγγελίας ότι έν ορισμένο πρόσωπο επρόδωσε τους Έλληνας που εξετελέσθησαν, συνέλαβε αυτόν και τον ηρώτησε διατί το έκαμε αυτό. Ούτος όμως απήντησεν ότι ήτο βούλγαρος, αλλά δεν ήτο ο καταδότης και επέμεινεν εις τούτο. Ο Καπετάν Νικηφόρος (Δεμέστιχας) επειδή περνούσεν η ώρα και θα εγίνοντο αντιληπτοί, τον έδεσε και με τον Ρίτσιο Νεοκλή και τους οπλίτας του τον οδήγησεν εις το Τσέκρι εις τας καλύβας, τον ανέκρινε συνεχώς, αλλά αυτός ηρνείτο ότι ήτο καταδότης και ότι από φόβον έγινε βούλγαρος, διότι ήτο απόγονος ελληνικής οικογενείας. Ο Καπετάν Νικηφόρος, αφού κατήχησε με ευστροφίαν και δεξιοτεχνίαν τον εν λόγω ελληνοβούλγαρον αυτός εις μίαν στιγμήν εδάκρυσεν, αγκαλιάζοντας δε τον Καπετάν Νικηφόρον, τον φίλησε και μετανοημένος του είπε ότι τίθεται εις την διάθεσίν του. Μίαν χάριν μόνον εζήτησε, να μην τον αφήση να πάη στο χωριό του Ράμελ (Ραχώνα) διότι θα τον σκοτώσουν οι βούλγαροι. Ο Καπετάν Νικηφόρος επείσθη πλέον ότι πράγματι ήτο αθώος˙ παρασυρμένος ο εν λόγω και έμειναν σύμφωνοι να γίνη μία εσκεμμένη δραπέτευσις, να ριφθούν πυροβολισμοί κατά την δήθεν διαφυγήν του και να θεωρηθή ότι διέφυγεν από τους Μακεδονομάχους, τούτο δε να διαδοθή εις όλην την περιφέρειαν. Το σχέδιον απεφασίσθη και εξετελέσθη. Ούτος δε μετέβη εις το χωρίον του Ράμελ (Ραχώνα) απ’ όπου επληροφόρει τους Μακεδονομάχους για κάθε κίνηση των βουλγάρων, προσέφερε δε πολλά εις τον αγώνα. Μετά από καιρόν, επειδή εις το χωριό δεν υπήρχε νερό, αλλά μία βρύση με τρεις κρουνούς, οι γυναίκες του χωριού, γέμιζαν νερό πόσιμον και δια την καθαριότητα απ’ αυτήν. Εις έναν δε γυναικοκαυγάν, η γυναίκα του εν λόγω εξεφράσθη ότι “μιά μέρα θα τα πληρώσετε αυτά που κάνετε. Αυτό έγινε γνωστό εις τους βουλγάρους, οι οποίοι τον συνέλαβον και τον εξετέλεσαν . Λαβών γνώσιν του γεγονότος τούτου ο Καπετάν Νικηφόρος (Δεμέστιχας) διέταξε να αδειάσουν οι βούλγαροι το χωριό, να μείνουν τα σπίτια μόνον των Ελλήνων και έκαψε όλο το χωριό, το όποιον κατεστράφη».
Πηγή: Το βιβλίο «Ο Μακεδονομάχος Ναύαρχος Ιωάννης Ν. Δεμέστιχας», του Αντιναυάρχου Γρηγορίου Δεμέστιχα, από τις εκδόσεις Νέα Θέσις.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου