Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΣΚΗΤΗ

 






Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ 

ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΣΚΗΤΗ



Ο I. Αλεξανδρόπουλος προς τον Α. Σκούξε

Θεσσαλονίκη, 29 Φεβρουάριου 1908 [ΑΥΕ 1908,

ΑΑΚ/Θ, Δολοφονία Ασκητού, αρ. πρωτ. 184]



Κύριε Υπουργέ,

Έσχον ήδη την τιμήν να τηρήσω την Υμετέρα Εξοχότητα τηλεγραφικώς ενήμερον των γνωστών λεπτομερειών της τραγικής δολοφονίας του Α’ διερμηνέως του Γενικού τούτου Προξενείου και των επακολουθησάντων ταύτην διαβημάτων ημών τε και των άλλων αρμοδίων ενταύθα αρχών.

Ανακεφαλαιών τα ανακοινωθέντα σπεύδω ήδη ν’ αναφέρω λεπτομερέστερον τα κατ’ αυτήν και τας κατόπιν του τραγικού τούτου συμβάντος ενεργείας ημών . Ο ατυχής Θεόδ. Ασκητής εξελθών της οικίας του ιατρού κ. Σβορώνου, ον μετέβη όπως αποχαιρετήση επί τη επικείμενη αυτού επ’ αδεία αναχωρήσει, και ανύποπτος προς το Προξενείον ερχόμενος επυροβολήθη δις περί ώραν 7.15" μ.μ. της 22ας Φεβρουάριου υπό αγνώστων επί της οδού Αγίας Σοφίας εις απόστασιν ουχί 60 βημάτων, ως εν αρχή επιστεύθηˑ υποτεθέντος ότι η επίθεση έλαβε χώραν εις την γωνίαν της διατεμνούσης την οδόν Αγίας Σοφίας δευτέρας εγκαρσίας οδού, αλλ’ 110 περίπου μέτρων. Ήτοι εις την γωνίαν της τρίτης εγκαρσίας οδού ή κατά τον Βέλγον επιθεωρητήν της αστυνομίας κ. Bureau, βασιζόμενον επί νεωτέρων πορισμάτων των ανακρίσεων, ολίγον ανωτέρω ταύτης, εις 138 ακριβώς μέτρων απόστασιν από του Προξενείου και του απέναντι αυτού κειμένου αστυνομικού σταθμού, ως εμφαίνεται εκ του επισυναπτομένου διαγράμματος.

Υπήρξε πρόσφορος η στιγμή προς επιτυχίαν της απόπειρας, διότι το σκότος είχεν αρχίση να επικαλύπτη την πόλιν καίτοι δ’ οι φανοί δεν είχον εισέτι αναφθή. Κλονιζόμενος ο Ασκητής επροχώρησε μέχρι της θύρας του Μητροπολιτικού ναού παρακειμένου τω Προξενείω, έπεσε δε τέλος εις τας αγκόλας της γυναικός του παρά τη I. Μητροπόλει υπηρετούντος κηπουρού. Αύτη κατά πρώτον είδε τον Ασκητήν τραυματισμένον, πλην τριών Ισραηλιτών αγνώστων δυστυχώς μέχρι της στιγμής παραμενόντων, οίτινες, ως ελέχθη, ηκούσθησαν ολίγον ανωτέρω λέγοντες ισπανιστί προς άτομον τι φεύγον “Τρίτε, τρέξε”. Μετηνέχθη κατόπιν ο Ασκητής εις το Προξενείον ένθα παρευρέθη ελθών προς επίσκεψιν ο Γεν. Πρόξενος της Αυστρίας κ. Para, κατόπιν δ’ εις το Γαλλικόν Νοσοκομείον, όπου πλην εμού προσήλθον ζητούντες πληροφορίας περί της καταστάσεως του παθόντος πλείστοι εκ των επισήμων, ο Διευθυντής της Αστυνομίας και ο Εισαγγελεύς λαβόντες ενώπιον μου την κατάθεσιν αυτού. Δεν ηδυνήθη δυστυχώς ο Ασκητής να αντιληφθή καλώς τα χαρακτηριστικά των αυτουργών, βεβαιώσας δ’ ότι ουδέν είχε προηγούμενον εμπνέον αυτώ υποψίας καθ’ ορισμένου προσώπου, είπε μόνον ότι επλήγη δις εκ των όπισθεν, και ότι στραφείς διέκρινεν άτομον τι μέτριον το ανάστημα, φέρον επενδύτην και φέσιον ερυθρούν, υπονοών προφανώς ερυθρούν ανοικτόν, ως εξάγεται και εκ της καταθέσεως γυναικός τίνος, ολίγα μόνον λεπτά της ώρας προηγουμένως διελθούσης εκ του τόπου του εγκλήματος και ιδούσης δύο Βουλγάρους, ων ο εις έφερε φέσιον πολύ κόκκινον.

Παρά το ψυχικόν άλγος, όπερ προυκάλεσεν η στυγερά δολοφονία υπαλλήλου, όστις είχεν επισύρη την εκτίμησιν και αγάπην και εμού και των μετ’ αυτού συνεργασθέντων, έδει αμέσως να προβώμεν εις ενεργείας αναλόγους τη βαρύτητι του συμβάντος, προς εξακρίβωσιν των αιτίων του εγκλήματος, προπαρασκευήν της ικανοποιήσεως, ήτις θα έδει τυχόν να απονεμηθή ημών, προς περιφύλαξιν ιδίως όλων των πολιτικών ωφελημάτων, άτινα πιστοποιουμένων των γεγονότων και αμερολήπτως ερμηνευμένων ευθύς εξ αρχής εθεωρήθη και θεωρείται ότι έγκλημα τοιούτο θα ηδύνατο να προσπορίση ημών.

Η ιδέα κοινού εγκλήματος απεκλείετο, ουδενός γνωσθέντος μέχρι τούδε τουλάχιστον, ιδιωτικού ή υπηρεσιακού προηγουμένου του ατυχούς Ασκητού, φύσεως δυναμένης να εμπνεύση τοιαύτην αγρίαν αντεκδίκηση. Ουδείς ευρέθη ο δυνηθείς έστω και πόρρωθεν να βεβαίωση τοιούτον τι προηγούμενον, ουτ’ αυταί δε αι ανακριτικαί αρχαί, αίτινες θα είχον συμφέρον να αναζητήσωσιν αλλαχού ή επί του πολιτικού εδάφους τα ελατήρια του εγκλήματος, ηδυνήθησαν μέχρι τούδε να διατυπώσωσι βασίμως τοιαύτην τινα υπόθεσιν. Τα ελατήρια του εγκλήματος έδει να αναζητηθώσι επί του πολιτικού εδάφους, η ιδέα δ’ αύτη καθωδήγησε το Γεν. Προξενείον εις τας πρώτας αυτού ενεργείας, εύρε δ’ εν τούτω συνεπίκουρον την πρώτην εντύπωση της κοινής γνώμης, των Προξένων, των Πολιτικών Πρακτόρων, αυτού του Βαλή και του Χιλμή Πασά, οίτινες κατά την πρώτην μετ’ αυτών, την εσπέραν του εγκλήματος συνάντησίν μου, δεν εδίστασαν ν’ αποδώσωσι το έγκλημα εις πολιτικά ελατήρια.

Έσπευσα και αυτοπροσώπως να μεταβώ, ων και είχον ήδη προαποστείλη τον Β' διερμηνέα προς τον Χιλμή Πασά και τον Βαλήν, ευθύς μετά την επιστροφήν μου εκ του νοσοκομείου προς αυτούς και τους Πολιτικούς Πράκτορας, οίτινες άπαντες καταπλαγέντες επί τω ακούσματι θερμά μοι εξέφρασαν συλλυπητήρια και δεν απέκρυψαν ότι εθεώρουν το έγκλημα ως πολιτικόν. Διεμαρτυρήθην εντόνως παρ’ αυτοίς εξάρας τας λεπτομερείας του εγκλήματος, την διάπραξιν αυτού επί κεντρικής οδού, πλησίον του Προξενείου και του απέναντι αστυνομικού σταθμού εναντίον υπαλλήλου επίσημου εκπροσωπούντος αρχήν, καθ’ ην στιγμήν ήρχετο εις το Προξενείον και τας συνεπείας της πράξεως τιθεμένης εν αμφιβόλω αυτήν την δυνατότητα της λειτουργίας των προξενείων και της εξασκήσεως των καθηκόντων των προξενικών υπαλλήλων.

Μοι παρέσχον άπαντες διαβεβαιώσεις ότι ήθελον ληφθεί αυστηρά μέτρα, πράγματι δ’ ο Βαλής και ο Χιλμή Πασάς διέταξαν την λήψιν εξαιρετικών τοιούτων προς ανακάλυψιν των ενόχων, του Χιλμή Πασά υποσχεθέντος ως επίμετρου αμοιβών, και διά των ιδίων αυτού οργάνων και κατόπιν διά του εισαγγελέως, εις την διάθεσιν του οποίου έθηκε 500 λίρας υπέρ εκείνου, όστις θα ηδύνατο να καθοδηγήση εις την ανακάλυψιν των δραστών.

Την διαμαρτυρίαν ταύτην δεν παρέλειπον και εγγράφως να απευθύνω προς τον Βαλήν δις και επί τω τραυματισμώ και επί τω θανάτω του Α' διερμηνέως. Επήλθεν ούτος παρά την γενομένην χειρουργικήν επέμβασιν παρά τας περιθάλψεις, αίτινες παρεσχέθησαν τω δολοφονηθέντι υπό των καλλιτέρων ιατρών της πόλεως. Ο Θεόδωρος Ασκητής εξέπνευσε την πρωίαν της 23ης Φεβρουάριου, ώραν 7.45", εμού παρισταμένου κατά τας τελευταίας αυτού στιγμάς, εν μέσω βαθυτάτης θλίψεως, εις ην εβύθισεν ου μόνον σύμπαντατον ομογενή πληθυσμόν αλλά και αυτούς τους ξένους.

Υπό το κράτος τοιούτων εντυπώσεων το Γεν. Προξενείον ηργάσθη όπως τα της κηδείας ορισθώσιν αναλόγως προς την θέση του αποθανόντος και την σημασίαν του εγκλήματος, όπερ δεν ήτο απαλλαγμένων δυσχερείων, λόγωτης σημασίας, ην θα ενείχε η επίσημος συμμετοχή των αρχών και του προξενικού σώματος, λόγω μάλιστα της προσκλήσεως εις αυτήν του Βουλγάρου εμπορικού πράκτορος και της στάσεως, ην θα ετήρη το ικανώς καταπεπληγμένον και εξερεθισμένον πλήθος απέναντι αυτού, όπερ ικανήν ενέπνεεν ανησυχίαν και εις τας αρχάς και εις τους επισήμους.

Παρεκάμφθην όμως ο σκόπελος ούτος επιτευχθέντος όπως ο Γεν. Πρόξενος της Ιταλίας, ως πρύτανις του εν Θεσσαλονίκη προξενικού σώματος, μοι προτείνη όπως αυτός εξ ιδίας πρωτοβουλίας καλέση τους συναδέλφους του επισήμως και εν στολή εις την κηδείαν, παρακαλή άμα αυτούς όπως αναρτήσωσι τας σημαίας μεσιστίους κατά την ημέραν της κηδείας, άτινα εδέχθην ευχαριστών.

Προέβη όμως εις ταύτα ο Γεν. Πρόξενος της Ιταλίας χωρίς να προκαλέση προηγουμένως εις συσκεψιν το προξενικόν σώμα και χωρίς ίσως να υπολογίση τας αντιρρήσεις, αίτινες θα προυβάλοντο. Και είναι βέβαιον ότι θα συνέβαινε τούτο, αφού και μετά την κοινοποίησιν πλέον της σχετικής εγκυκλίου ο διευθύνων το Προξενείον της Ρωσίας προς εμέ ομίλων εδήλωσε μεν ότι θα προσήρχετο εν στολή, αλλά δεν εδυσκολεύθη να αποδοκιμάση την άνευ προηγούμενης συσκέψεως του προξενικού σώματος ληφθείσαν υπό του πρυτάνεως αυτού απόφαση και να μοι αποκαλύψη την δυσχερή θέσιν, εις ην θα ευρίσκετο ο Βούλγαρος εμπορικός πράκτωρ, φοβούμενος εξ ενός μεν μη εκτεθή εις αποδοκιμασίας, αν παρίστατο κατά την κηδείαν, εξ άλλου δε μη παρεξηγηθή, αν δεν παρίστατο κατ’ αυτήν, εφ’ ου παρά την υπεμφανισμένην επιθυμίαν του Ρώσου Προξένου, επιμελώς απέφυγον να εκφράσω γνώμην αλλαχού τον λόγον στρέψας.

Αλλ’ ευρέθη ούτω το προξενικόν σώμα προ τετελεσμένου γεγονότος και παρέστη ολόκληρον εν στολή, πλην του Βουλγάρου πράκτορος προφασισθέντος (τη προηγουμένη, καθ’ α ελέχθη συνεννοήσει προς τον Ιταλόν Πρόξενον) αδιαθεσίαν και εκφράσαντος τα συλληπητήρια δι’ επιστολής αντιπροσωπευθέντος δε κατά την κηδείαν διά του γραμματέως του Εμπ. Πρακτορείου και αναρτήσαντος μεσίστιαν την σημαίαν, ως άλλως έπραξαν όλα τα προξενεία πλην του Ρουμανικού, όπερ, παρά την υφισταμένην διακοπήν των σχέσεων, δεν εθεωρήθη ως εντελώς δεδικαιολογημένον υπό τινων ξένων συναδέλφων.

Εξέφρασεν επίσης ο Γεν. Πρόξενος της Ιταλίας την επιθυμίαν όπως μη η νεκρική πομπή διέλθη διά της λεωφόρου Χαμηδιέ, εφ ης κείται το Βουλγαρικόν Πρακτορείον, προς ο σύμφωνοι ήσαν και ο Χιλμή Πασάς και ο Βαλής, ίνα απεσοβήτο ενεδεχομένη κατ’ αυτού εκδήλωσις αποδοκιμασιών. Συναίνεσα εις τούτο δι’ ευνοήτους λόγους, υπέδειξα όμως ότι το προταθέν υπό του κ. Hilaggo, ίνα η κηδεία διέλθη διά τουρκικής συνοικίας, ουδένα είχε λόγον και προυτιμήθη η διάβασις έκτης κεντρικής οδού της αγοράς, όπερ συνετέλεσεν εις έτι μείζονα συρροήν και έτι μάλλον επιβλητικήν και ένθερμον επίδειξιν.

Διότι υπήρξε πράγματι σεμνή και επιβλητική επίδειξις η κηδεία του Θεοδώρου Ασκητού, εκδήλωση πένθους και θλίψεως βαθυτάτης, διαμαρτυρία εύγλωττος και ευγενής κατά του τελεσθέντος ανουσιουργήματος. Τον ερεθισμόν του ελληνικού πληθυσμού κατέστειλεν η υπερτάτη συγκίνησις και θα έδει να θεωρηθή ως τεκμήριον ευγενών αισθημάτων το γεγονός ότι η κρατούσα αγανάκτηση εξεδηλώθη μόνον διά δακρύων. Και εχύθησαν άφθονα τοιαύτα πανταχόθεν, όθεν διήλθεν η νεκρική πομπή, ως άφθονα ήσαν τα άνθη δι’ ων από παντός εξώστου και παντός παραθύρου ερραίνετο ο νεκρός.

Πάντες οι επίσημοι αντιπρόσωποι των αρχών και αντιπρόσωποι των ξένων κυβερνήσεων εν στολή παραστάντες ανωμολόγησαν τούτο προς εμέ τον ίδιον, διαβλέποντες ίσως την επιβολήν του Ελληνικού στοιχείου εν Θεσσαλονίκη.

Τούτο δ’ εξεδήλωσε την θλίψιν του αμέριστον, σύσσωμον παραστάν κατά την κηδείαν καταθέσαν στεφάνους και αποσχόν παντός εορτασμού της τελευταίας Κυριακής της Απόκρεω, καθ’ ην ετελείτο η κηδεία, και της επαύριον πρώτης Δευτέρας της Τεσσαρακοστής. Τα Ελληνικά καταστήματα πάντα είχον κλεισθεί καθ’ όλην την ημέραν, μη εξαιρουμένων και των καφενείων ή άλλων κέντρων συναθροίσεως, όπερ συνεπήγαγεν απώλεια πολλών εκατοντάδων λιρών, γεγονός την σημασίαν του οποίου δεν παρέλιπε να εξάρη ο Πολιτικός Πράκτωρ της Αυστρίας.

Αι αρχαί εξαιρετικά μέτρα είχον λάβη κατά την κηδείαν, θέσασαι εις κίνησιν δύναμιν στρατιωτικήν. Λεπτομερέστερα θέλει λάβη η Υμετέρα Εξοχότης γνώση των της κηδείας εκ των επισυναπτομένων φύλλων των ενταύθα εκδιδομένων εφημερίδων, πιστών περιεχόντων επιγραφών.

Διάφοραι κατόπιν σκέψεις απησχόλησαν το Γεν. Προξενείον. Η υπό των αρχών ανακάλυψις των ενόχων και προς τούτο παροχή συνδρομής εις αυτούς, η παγίωση της ιδέας ότι πολιτικά ήσαν τα ελατήρια του εγκλήματος, και η κατά το δυνατόν καθοδήγησις των υμετέρων περί της στάσεως, ην θα έδει να τηρήσωσιν.

Καθ’ α προείπον, ήδη εξαιρετικά διέταξαν ο Χιλμή Πασάς και ο Βαλής μέτρα, συνεπεία δε της διαταγής ταύτης η αστυνομική αρχή προέβη αμέσως μετά την διάπραξιν του εγκλήματος εις πολυαρίθμους συλλήψεις υπόπτων Βουλγάρων, προανακριθέντων κατά το πλείστον ενώπιον του Β' διερμηνέως του Γεν. Προξενείου κ. Τέρκα ή και του Β' γραμματέως κ. Χαλκιοπούλου.

Οφείλω να ομολογήσω ότι αι οθωμανικαί αρχαί πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν προς ανακάλυψιν των ενόχων εν τω μέτρω των δυνάμεών των. Δεν θα ήτο ίσως άσκοπον να προσθέσω και εν τω μέτρω της νοημοσύνης των. Διότι ανάκρισιν ευφυά και λεπτολόγον παρά Τούρκων ανακριτών δυσκόλως δύναται τις ν’ απαίτηση καίτοι κατά το λέγειν του κ. Τέρκα και του κ. Χαλκιοπούλου, οι ενεργούντες τας ανακρίσεις θεωρούνται ως οι ικανώτεροι ενταύθα, προς μόνον δ’ άπασας της ανακριτικής αρχής οφείλω να ομολογήσω την προθυμίαν αυτής όπως μη παραμελή την εξέτασιν των στοιχείων εκείνων, τα οποία έσπευσε να παρέχη αυτή το Προξενείον, όπερ, ως εικός, κατακλύζεται υπό πληροφοριών αυτοσχεδίων πολλάκις, αλλά πάντας δεομένων εξελέγξεως, προς ανεύρεσιν, ει δυνατόν, της αρχικής αυτών πηγής, προκειμένου περί εγκλήματος ως το διαπραχθέν, αι ενδείξεις συνήθως σπανίζουσι και αι μέχρι τούδε συνελέγησαν τοιαύται τινες συντελούσαι εις την ενίσχυσιν της ιδέας ότι το έγκλημα είναι πολιτικόν και διεπράχθη υπό Βουλγάρων, δεν είναι όμως επαρκής προς ανακάλυψιν των αυτουργών.

Το έγκλημα υποτίθεται ότι διεπράχθη υπό δύο ατόμων. Και διότι τα τραύματα φαίνονται προελθόντα εκ διαφόρου εκατέρου διευθύνσεως και πότε αι δύο σφαίραι αι πρήξασαι τον ατυχή Ασκητήν διαφέρουσι κατά τι ως προς το διαμέτρημα του κάλυκος και εισί πάντως διαφόρου συστήματος. Η μία εξ αυτών προσαρμόζεται εις περίστροφον συστήματος Lebel, η δ’ εταίρα εις τοιούτου συστήματος Nagaut. Άγει δ’ η τελευταία αύτη ανακάλυψις εις την ενίσχυσιν της υποθέσεως ότι Βούλγαροι ήσαν οι δράσται, διότι είναι γνωστόν ότι το Βουλγαρικόν Κομιτάτο είχε κάμει μεγάλην προμήθειαν περιστρόφων Nagaut, καθ’ α δ’ αυτός ο Χιλμή Πασάς μοι είπε περί τα χίλια τοιούτα έχουσι κατασχεθή μέχρι τούδε εις χείρας Βουλγάρων.

Εκ των σφαιρών τούτων η μεν Lebel εξήχθε εκ του σώματος του τραυματισθέντος μετά τον θάνατον αυτού, είναι δε και η επενεγκούσα εσωτερικήν αιμορραγίαν, εξ ης κυρίως προήλθε το μοιραίον τέλος. Η δε Nagaut, ήτις διέτρησε τον θώρακα και τα ενδύματα, ανευρέθη εν τω νοσοκομείω επί παρουσία πολλών μεταξύ του υπορράματος και του εξωτερικού υφάσματος του επενδύτου, όπερ δεν είχε διατρήση.

Ενισχύεται επίσης η κρατούσα υπόθεσις ότι το έγκλημα διεπράχθη υπό Βουλγάρων εκ της καταθέσεως γυναικός τίνος, ήτις διερχομένης ολίγα λεπτά προ της τελέσεως του εγκλήματος εκ του σημείου εις ο ετελέσθη, αντελήφθη δύο άτομα βουλγαριστί ομιλούντα και υπόπτως διαλεγόμενα, ιδία δ’ εκ της καταθέσεως παντός ευρισκομένου εις το απέναντι σχεδόν της οικίας του κ. Σβορώνου κουρείον.

Ούτος εις την θύραν του κουρείου ιστάμενος είδε τον Ασκητήν αφιχθέντα εξ αμάξης εις την οικίαν του κ. Σβορώνου. Είδεν επίσης τον κύριον του παραπλεύρως του κουρείου ευρισκομένου βουλγαρικού καπηλειού εξελθόντα και προσεκτικώς παρατηρούντα προς την οικία του κ. Σβορώνου, εν η ήτο γνωστόν ότι εσύχναζεν ο Ασκητής. Μόλις δ’ ούτος εξήλθε της οικίας και διευθύνετο πεζή πλέον προς την οδόν της Αγίας Σοφίας, την άγουσαν εις το Προξενείον, ο μικρός υπάλληλος του κουρείου είδε και πάλιν τον Βούλγαρον κάπηλον το δεύτερον εξελθόντα και παρακολουθούντα από του απέναντι πεζοδρομίου διά του βλέμματος τον Ασκητήν. Πριν δ’ ούτος κάμψη προς την οδόν Αγίας Σοφίας ο Βούλγαρος κάπηλος Κων. Μπακάλωφ ονόματι και Μουχτάρης των Βουλγάρων εισήλθεν εις το καπηλείον του οπόθεν ευθύς αμέσως εξήλθον τρία άτομα λαβόντα την αυτήν ην και ο ατυχής Ασκητής διεύθυνσιν.

Κατά του καπήλου τούτου είχον στραφή αι υπόνοιαι της Αστυνομίας και κατ’ αυτήν την εσπέραν του εγκλήματος, γνωσθέντος ότι δύο Βούλγαροι είχον μεταβή εις το καπηλείον του, καθ’ ην ώραν ο Ασκητής ευρίσκετο εν τη οικία του κ. Σβορώνου. Συνελήφθη τότε και μετ’ αυτού συνελήφθησαν και δύο άλλοι Βούλγαροι, ους υπέδειξεν εις τους μεταβάντας εις το καπηλείον του. Αλλ’ ουδεμιάς άλλης σοβαρής οπωσδήποτε ενδείξεως υπαρχούσης απελύθη, συνελήφθη δ’ εκ νέου τη αιτήση ημών μετά την κατάθεσιν του παιδός και κρατείται εις τας φυλακάς τελείαν προσποιούμενος άγνοιαν. Η κατάθεσις αύτη του παιδός θεωρείται μέχρι τούδε ως η κυριωτέρα των ενδείξεων. Τη υποδείξει επίσης ημών, βασισθέντων εις τα λεχθέντα υπό διαφόρων ευρισκομένων εις το νοσοκομείον κατά την εις αυτό μεταφοράν του Ασκητού, εστράφησαν αι υπόνοιαι της Αστυνομίας και κατά τίνος Βουλγάρου χρηματίσαντος επί δεκαπενταετίαν υπηρέτου εν τω Βουλγαρικώ Πρακτορείω, μέχρι προ ενός μηνός, καθ’ α λέγει, καίτοι φυλακισθείς έστειλε να ζητήση τα κλινοσκεπάσματά του. Ούτος διετέλη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν, ο δε παρακολουθών αυτόν μυστικός αστυνόμος εβεβαίωσεν ότι ούτος ευρέθη αλλαχού κατά την ώραν του εγκλήματος και ούτω και υπόνοιαι αποστρέφονται απ’ αυτού, ει και κρατουμένου ακόμη, ως αυτουργού.

Ταύτα εισί τα μόνα ουσιώδη πορίσματα της ανακρίσεως, ανεπαρκή μεν όπως οδηγήσωσιν εις την ανακάλυψιν των αυτουργών, ενισχύοντα δε την ιδέαν ότι το έγκλημα διεπράχθη υπό Βουλγάρων. Και θα ηδύνατο τις έτι μάλλον ευλόγως να υποθέση ότι από καιρού επρομελετάτο τούτο, αν ελάμβανεν υπ’ όψει το αναγραφέν εν ανταποκρίσει εντεύθεν αποσταλήση προς το Courrier de Sophia της 12/29 Δεκεμβρίου αριθ. 224 επί τη ευκαιρία του φόνου του Βουλγάρου Βέσωφ ενταύθα, ως αντίγραφον αποστέλλομεν.

Το δημοσίευμα τούτον ανεκοινώσαμεν προς τον Χιλμή Πασάν, όστις πολλήν απέδωκε εις τούτο σημασίαν, και δεν εδίστασε να μοι είπη εμπιστευτικώς ότι αι προς τον ταχυδρόμον της Σόφιας ανταποκρίσεις αποστέλλονται εντεύθεν είτε παρ’ υπαλλήλων του Βουλγαρικού Πρακτορείου είτε παρά Βουλγάρων διδασκάλων. Συνηγορεί επίσης υπέρ της ιδέας ότι το έγκλημα είχε από καιρού προμελετηθή και το υπ’ αυτού του Χιλμή Πασά λεχθέν προς τον Υποπρόξενον κ. Κανελλόπουλον ότι η αστυνομία από δύο μηνών είχε γενικάς πληροφορίας ότι έγκλημα τι παρασκευάζετο υπό των Βουλγάρων κατά σημαίνοντος Έλληνος, προσέθηκεν όμως ο Χιλμή Πασάς ότι και περί των Ελλήνων υπήρχον τοιαύται πληροφορίαι, ως παρασκευαζόντων επίθεσιν κατά σημαίνοντος Βουλγάρου.

Εκράτησεν ούτω εν τω συνόλω η γνώμη ότι τα ελατήρια του εγκλήματος ήσαν πολιτικά και ότι διεπράχθη υπό Βουλγάρων καίτοι δεν παρέλειπον οι Βούλγαροι και οι φίλα αυτοίς φρονούντες, να διασπείρωσι διαφόρους φήμας τεινούσας εις το να εμνευσθή αμφιβολία, μη το έγκλημα ωφείλετο εις προσωπικούς λόγους, ει μη διεπράχθη υπό Ρουμανιζόντων.

Αυτός ο Βούλγαρος Πράκτωρ, καθ’ ας έλαβον εμπιστευτικάς πληροφορίας, εξέφρασεν προς αυτόν τον Βαλήν την υπόνοιαν ότι πιθανόν το έγκλημα να εξετελέσθη υπό του ρουμανίζοντος αδελφού του Κωσταύρου, εκείνου, όσης εφονεύθη ενταύθα ως συμμετασχών εις την δολοφονίαν του Μητροπολίτου Κορυτσάς Φωτίου. Λέγων δε τούτο ο Βούλγαρος Πράκτωρ προσέθεσε ότι πράγματι ο αδελφός του φονευθέντος Κωσταύρου εθεάθη προ τινων ημερών ενταύθα.

Δεν παρέλιπον επίσης και άλλοι, επί τη διαδόσει ότι ο Ασκητής μετέβαινε εις Αθήνας ίνα τελέση τους αρραβώνας του, να εκφράσωσι την υπόνοιαν ότι το έγκλημα προήλθε εξ αντεκδικήσεως γυναικός, καίτοι ουδέν δεδομένον προς τούτο υπήρχε, και όσον τουλάχιστον μέχρι της στιγμής ταύτης είναι γνωστόν.

Εκ των διαδόσεων τούτων, φαίνεται, προυτίμησε να εμπνευσθή και ο ενταύθα ανταποκριτής του χρόνου των Παρισίων κ. Motu επιστήλας καθ’ α είπε τω γραμματεί κ. Χαλκιοπούλω ότι μάλλον εις αντεκδίκησιν δια προσωπικούς ή υπηρεσιακούς λόγους θα έδει ν’ αποδοθή το έγκλημα. Η απόκρουση της ιδέας ότι το έγκλημα ωφείλετο εις λόγους ιδιωτικούς και η παγίωση της πεποιθήσεως ότι ήτο πολιτικόν, ήτο συμφέρουσα ημών, επί τη ευκαιρία δε των επισκέψεων, ας συνοδευόμενος υπό του κ. Κανελλοπούλου απέδωκα εις πάντας τους εν τη πόλει επισήμους, ίνα ευχαριστήσω αυτούς επί τη συμμετοχή των εις το πένθος του Γεν. Προξενείου προσεπάθησα να εξαγάγω τας εντυπώσεις και βολιδοσκοπήσω τας γνώμας αυτών. Λίαν επιφυλακτικοί εδείχθησαν προς εμέ ο Ρώσος Πολιτικός Πράκτωρ και ο Ρώσος Πρόξενος αποφυγόντες να εκφέρωσι γνώμην τινα. Αλλ’ αποκαλυπτικότεροι εξεδηλώθησαν ο Χιλμή Πασάς και ο Βαλής, ο Πολιτικός Πράκτωρ της Αυστρίας και οι λοιποί πρόξενοι αποκλίνοντες υπέρ της ιδέας ότι το έγκλημα διεπράχθη υπό Βουλγάρων, ολιγίστας αφίνοντες πιθανότητας υπέρ της εκδόσεως της διαπράξεως αυτού υπό ρουμανιζόντων, έτι δ’ ολιγωτέρας υπέρ της φήμης ότι το έγκλημα οφείλετο εις προσωπικήν αντεκδίκησιν.

Εντύπωσιν επίσης μεγίστην ενεποίησε, καθ’ α αντηλήφθην εκ των προς αυτούς συνδιαλέξεων μου εις τους επισήμους, η ειλικρινώς εκδηλωθείσα θλίψις του Ελληνικού στοιχείου, η επιβλητική κηδεία του άτυχους Ασκητού, η επικρατήσασα εξαιρετική και υπερβάσα πάσαν προσδοκίαν τάξις και η αυταπάρνησις των Ελλήνων καταστηματαρχών, οίτινες εστερήθησαν σημαντικού κέρδους ως εκ του κλεισίματος των καταστημάτων αυτών κατά την τελευταίαν Κυριακήν της Απόκρεω. Τούτο δε, καθ’ α προείπον, ιδιαιτέρως ετόνισεν ο Πολιτικός Πράκτωρ της Αυστρίας.

Τον Χιλμή Πασά και τους Πολιτικούς Πράκτορας εν τινι αυτών συσκέψει απησχόλησεν επίσης το ζήτημα αν η αστυνομία της πόλεως δεν είχε παραμελήση τα καθήκοντα αυτής, καθ’ όσον είχε διαδοθή ότι ο εν τω απέναντι του Γεν. τούτου Προξενείου σταθμώ δεν προσέδραμεν εγκαίρως άμα τω ακούσματι των πυροβολισμών. Εβεβαιώθη όμως (και τούτο επιβεβαιοί ο Βέλγος επιθεωρητής της αστυνομίας κ. Bureau) ότι ο φύλαξ ούτος έσπευσεν αμέσως προς τον τόπον του εγκλήματος, χωρίς όμως να προλάβη και δυνηθή επομένως να συλλάβη τους αυτουργούς αυτού.

Διά του τηλεγραφήματος μου της 24ης Φεβρουάριου έσπευσα ν’ ανακοινώσω τη Υμετέρα Εξοχότητι την γνώμην, ην ο Πολιτικός Πράκτωρ της Αυστρίας εξέφερε και προς εμέ και προς τον Υποπρόξενον κ. Κανελλόπουλον ιδιαιτέρως, ότι χωριστά αναγγείλαμεν αυτώ το έγκλημα, ότι δηλαδή τούτο θα ήσκη επιρροήν επί του Μακεδονικού Ζητήματος και θα εσημείου αρχήν νέας αυτού περιόδου. Παρέστησα επίσης τη Υμετέρα Εξοχότητι τον παρατηρηθέντα μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού ερεθισμόν και τον εκδηλωθέντα φόβον ότι, άνευ αντεκδικήσεων, οι μεν αμφίβολοι πληθυσμοί της Μακεδονίας θα επτοούντο, οι δε Βούλγαροι ενθαρρυνόμενοι θα εξηκολούθουν το από καιρού ουλληφθέν πρόγραμμα αυτών, της εξοντώσεως σημαινόντων και δη επισήμων προσώπων, τούτο δε προς τον σκοπόν ίνα προκαλέσωσι γενναιοτέραν και αμεσωτέραν της Ευρώπης επέμβασιν ή τουλάχιστον να πτοήσωσιν τους Ελληνικούς πληθυσμούς, λαμβανομένων μάλιστα υπ’ όψει ότι υπέστησαν εσχάτως πολιτικός απώλειας κατά την ύπαιθρον χώραν. Τοιούτου αυτώ σκοπού δεν ανετράπησαν ως φαίνεται οι Βούλγαροι, αν αι πληροφορίαι ας έλαβον σήμερον, εξελεχθώσιν ανακριβείς.

Διότι, καθ’ α μοι ανεκοινώθη, ο Γεν. Πρόξενος της Αυστρίας έλαβε πληροφορίας ότι οι Βούλγαροι συνέλαβον το σχέδιον να φονεύσωσιν ένα των ξένων Γενικών Προξένων, του της Αυστρίας ή της Αγγλίας, δι’ οργάνου αυτών ομιλούντος την ελληνικήν, ίνα ούτω το έγκλημα αποδοθή εις τους Έλληνας, δυσμενείς μάλιστα προς αυτούς θεωρούντας τους ειρημένους προξένους και έχοντος απόφασιν να αυτοκτονήση, αν δεν κατορθώση να διαφύγη . Κατά τας αυτάς πάντοτε πληροφορίας ο Γεν. Πρόξενος της Αυστρίας μετεχειρίσθη ως κατασκόπους γυναίκας, ίνα αποκαλύψη τα σχέδια των Βουλγάρωνˑ απεκάλυψε δε πράγματι ότι τινες εξ αυτών συνερχόμενοι εν οικία τινί πλησίον του διοικητηρίου κειμένη σχεδιάζουσι ν’ ανατινάξωσι τούτο διά δυναμίτιδος. Ενισχύονται δ’ αι υπόνοιαι αύται εν τω ότι παρετηρήθησαν ενταύθα κατ’ αυτούς πρόσωπα άγνωστα εις διάφορα της πόλεως σημείαν.

Δεν δύναμαι αδιστάκτως περί της θετικότητος των πληροφοριών τούτων να διαβεβαιώσω την Υμετέραν Εξοχότητα. Δεν δύναμαι όμως ν’ αποκρύψω την ιδέαν ότι η δημιουργηθείσα κατάσταση εμπνέει ανησυχίαν τόσο εις τους ξένους όσον και εις τους ημετέρους πληθυσμούς.



Μετά βαθυτάτου σεβασμού

Ευπειθέστατος

Αλεξανδρόπουλος



Πηγή: Την αναφορά του Ι. Αλεξανδρόπουλου προς το Ελληνικό ΥΠΕΞ, βρήκαμε στην μοναδική έκδοση του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης με τίτλο: «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΠΛΗΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (1907-1908)». Το έργο εκδόθηκε το 1998 και περιέχει 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις