Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

Η ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΧΡΙΔΑΣ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΑΡΧΙΑ

 






H αρχιεπισκοπή της Aχρίδας 

και η σχέση της με τη βουλγαρική εξαρχία (19ος αιώνας)



Γράφει η Ελεονώρα Ναξίδου



Η εθνική αφύπνιση των Bουλγάρων κατά το 19ο αιώνα είχε ως άμεση συνέπεια τη διεκδίκηση της εκκλησιαστικής τους ανεξαρτησίας, η οποία θα συνιστούσε στην πραγματικότητα και αναγνώριση της ξεχωριστής εθνικής τους ταυτότητας . Έτσι άρχισε μια μακροχρόνια διένεξη με το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο εμφανιζόταν απρόθυμο να ικανοποιήσει το βουλγαρικό αίτημα. Η αντιπαράθεση είχε αναμφίβολα πολιτικές διαστάσεις και γι’ αυτό προκάλεσε την έμμεση αλλά και άμεση παρέμβαση του ρωσικού και του ελληνικού κράτουςˑ καθώς και της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας.

Σε όλη τη διάρκεια της έντονης αυτής διαμάχης, η ιστορική παράδοση και τα δικαιώματα του πατριαρχείου του Tυρνόβου και κυρίως της αρχιεπισκοπής της Aχρίδας, η οποία επιβίωσε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα (1767), αποτελούσαν το ιδεολογικό και θεωρητικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας των Bουλγάρων. Οι δύο αυτές εκκλησίες θεωρήθηκαν εθνικές και εντάχθηκαν στην ιστορική και πολιτιστική παράδοση του βουλγαρικού έθνους. Παρόλ’ αυτά βασικός στόχος της βουλγαρικής πλευράς δεν ήταν η ανασύσταση της αρχιεπισκοπής της Aχρίδας, αλλά η δημιουργία μιας νέας ανεξάρτητης εκκλησίας, η οποία θα αντλούσε τη νομιμότητά της από το ιστορικό παρελθόν. Mόνο το 1867, η ακραία παράταξη του βουλγαρικού κινήματος πρότεινε την ανασύσταση της αρχιεπισκοπής της Aχρίδας. Επρόκειτο όμως για πρόσκαιρη αλλαγή τακτικής, η οποία αποσκοπούσε στο να επιφέρει όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Τελικά, η Υψηλή Πύλη αποφάσισε να επιλύσει το ζήτημα με δική της πρωτοβουλία, ύστερα από μια δεκαετία έντονων διαβουλεύσεων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να διαφανούν οι εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις μεταξύ των Βουλγάρων και του πατριαρχείου. Έτσι, το 1870 εξέδωσε ειδικό φιρμάνι, το οποίο πρόβλεπε την ίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας υπό την ονομασία εξαρχία. H απόφαση αυτή είχε καθοριστικής σημασίας συνέπειες όχι μόνο για τις εκκλησιαστικές, αλλά και για τις πολιτικές εξελίξεις στη νότια Βαλκανική. Το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης αντέδρασε αμέσως συγκαλώντας Μεγάλη Τοπική Σύνοδο, η οποία κήρυξε το 1872 τη βουλγαρική εξαρχία σχισματική.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να επισημάνουμε ότι ο σημαντικότερος λόγος, ο οποίος δεν άφηνε περιθώρια απευθείας συνδιαλλαγής μεταξύ των Βουλγάρων και του πατριαρχείου, ήταν η επιμονή των πρώτων να υπαχθούν στη δική τους εκκλησία πολλές από τις επαρχίες της Μακεδονίας, στις οποίες, όπως υποστήριζαν, ο σλαβικός πληθυσμός υπερτερούσε αριθμητικά. Η λύση που επέλεξε η τουρκική κυβέρνηση περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση και κατέστησε ουσιαστικά αδύνατη την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών ακόμη και στο μέλλον: Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ιδρυτικού φιρμανιού της εξαρχίας, προβλεπόταν η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να αποφασίσουν οι ίδιες οι διεκδικούμενες περιοχές με πλειοψηφία 2/3 σε ποια εκκλησιαστική οργάνωση επιθυμούσαν να ανήκουν.

Για την τροποποίηση του σημείου αυτού έγιναν αρχικά διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Βουλγάρους και το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες όμως δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με αποτέλεσμα το τελευταίο να προχωρήσει στην ανακήρυξη του σχίσματος. Στα πλαίσια μάλιστα των συνεννοήσεων αυτών, στις 16 Αυγούστου 1872, ο Ναθαναήλ, μετέπειτα εξαρχικός μητροπολίτης Αχρίδας, συναντήθηκε με εξουσιοδότηση του εξάρχου με τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας και με τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου στο Ιεροσολυμιτικό μετόχι της Κωνσταντινούπολης και εξέθεσε τις βουλγαρικές απόψεις επισημαίνοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν και στο παρελθόν τους δικούς τους ανεξάρτητους αρχιεπισκόπους.

Εξαιτίας της επίσημης άρνησης της ηγεσίας της ορθοδοξίας να αναγνωρίσει τη νέα αυτοκέφαλη εκκλησία, η βουλγαρική πλευρά αναγκάστηκε να συνεχίσει τον αγώνα για να προσδώσει πλήρη νομιμότητα στην εκκλησιαστική της ιεραρχία. Εκτός όμως από το σχίσμα, η εξαρχία έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλά ακόμη προβλήματα εκ των οποίων δύο ήταν τα σοβαρότερα: Ο καθορισμός της έδρας της και η εφαρμογή του άρθρου 10 του ιδρυτικού φιρμανιού που αφορούσε τη δικαιοδοσία στις μακεδονικές επαρχίες.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης, στην οποία εισήλθε πλέον το εκκλησιαστικό ζήτημα, το επιχείρημα της ιστορικής παράδοσης δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει την προώθηση των βουλγαρικών συμφερόντων. Παρόλ’ αυτά η αντίληψη ότι το δικαίωμα των Βουλγάρων για ξεχωριστή εκκλησία στηριζόταν στα ιστορικά δίκαια του παρελθόντος, εξακολούθησε να υφίσταται και να θεωρείται ως ιδεολογικό υπόβαθρο της βουλγαρικής εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας.

Έτσι, τόσο κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για την οργάνωση της εξαρχίας, όσο και σε διάφορες επίσημες εκδηλώσεις με αφορμή την ίδρυσή της, η άποψη ότι οι Βούλγαροι ανέκτησαν τα παραδοσιακά εκκλησιαστικά τους δικαιώματα αποτελούσε ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς.

Συγκεκριμένα στις 23 Φεβρουαρίου 1871, κατά την πρώτη επίσημη τακτική συνεδρίαση της κληρικολαϊκής συνέλευσης, η οποία συγκλήθηκε για να επεξεργαστεί τον κανονισμό της εξαρχίας, πήρε το λόγο ο Κράστεβιτς (G. Krǎstevic) και έκανε μια σύντομη εισαγωγή στο εκκλησιαστικό ζήτημα. Ένα από τα βασικά σημεία της ομιλίας του ήταν η επισήμανση ότι αναγνωρίστηκαν πλέον τα εκκλησιαστικά δίκαια του βουλγαρικού λαού. Με αυτό το πνεύμα αναφέρθηκε και πάλι στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας, η οποία ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Μακεδόνα. Τότε το πατριαρχείο σιωπούσε, ενώ αντίθετα το 1767 έλαβε την πρωτοβουλία για την κατάργησή της.

H ίδια αντίληψη ότι αποκαταστάθηκε μια ιστορική αδικία σε βάρος του βουλγαρικού λαού εκφραζόταν επίσης και στο κείμενο της άρσης του αφορισμού των Βουλγάρων αρχιερέων Ιλαρίωνα Λοφτσού, Ιλαρίωνα Mακαριουπόλεως και Πανάρετου Φιλιππουπόλεως, το οποίο έφερε την υπογραφή του πρώτου εξάρχου Άνθιμου και διαβάστηκε στη βουλγαρική εκκλησία της Κωνσταντινούπολης στις 23 Απριλίου 1872. H απόφαση αυτή περιείχε σύντομη αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν των παλαιών βουλγαρικών εκκλησιών της Αχρίδας, του Τυρνόβου και του Iπέκ, όπου γινόταν λόγος για την αντικανονική κατάργησή τους από το πατριαρχείο.

Εξάλλου στις 11 Μαΐου του ίδιου χρόνου κατά την επίσημη ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της βουλγαρικής εκκλησίας από τον έξαρχο, γινόταν και πάλι αναφορά στις αρχιεπισκοπές της Αχρίδας και του Iπέκ, οι οποίες καταργήθηκαν με σουλτανικό φιρμάνι. Παράλληλα τονιζόταν ιδιαίτερα το γεγονός ότι, εφόσον εκείνο το διάταγμα είχε θεωρηθεί κανονικό και είχε γίνει αποδεκτό από το πατριαρχείο, ήταν επίσης κανονικό και νόμιμο και το φιρμάνι της ίδρυσης της βουλγαρικής εξαρχίας.

Κατά τη διάρκεια όμως των συζητήσεων για τη σύνταξη του κανονισμού της νέας εκκλησίας και για τον καθορισμό της έδρας της, διατυπώθηκαν διαφωνίες από ορισμένους διανοούμενους της λεγόμενης ομάδας των «Νέων» και εκφράστηκαν απόψεις για έναν προοδευτικό προσανατολισμό της εξαρχίας, σε αντιδιαστολή με την πρόθεση των «Μετριοπαθών» να ακολουθήσουν τα πρότυπα οργάνωσης των άλλων ορθόδοξων εκκλησιών.

Στα πλαίσια αυτής της αντιπαράθεσης, αμφισβητήθηκε και το επιχείρημα ότι το δικαίωμα του βουλγαρικού λαού να αποκτήσει δική του εκκλησία, πήγαζε από την εκκλησιαστική του παράδοση. Οι ριζοσπαστικές απόψεις των «Νέων» δημοσιευόταν κυρίως στο δημοσιογραφικό τους όργανο, την εφημερίδα «Μακεδονία» (Makedonija), εκδότης της οποίας ήταν ο Σλαβέικοβ (P. Slavejkov).

Συγκεκριμένα ο ίδιος ο Σλαβέικοβ το 1871 σε άρθρο του καταδίκαζε την επιμονή του Ιλαρίωνα Μακαριουπόλεως και των οπαδών του να εκλεγεί ισόβιος έξαρχος με απόλυτη εξουσία χωρίς να υπάρχει σύνοδος ή κληρικολαϊκή συνέλευση. Επίσης απέρριπτε την πρόταση της ίδιας παράταξης να ορισθεί ως έδρα της εξαρχίας το Τύρνοβο. Επιχειρώντας μάλιστα να αποτρέψει μια ενδεχόμενη απόφαση να γίνει το Τύρνοβο νέο βουλγαρικό εκκλησιαστικό κέντρο, τόνιζε ότι η αρχιεπισκοπή της Αχρίδας όχι μόνο ήταν παλαιότερη από το πατριαρχείο του Tυρνόβου αλλά και διατήρησε την αυτονομία της για περισσότερους αιώνες. Ως εκ τούτου ακόμη και με βάση τα ιστορικά δίκαια και πάλι έπρεπε να επιλέξουν ως έδρα την Αχρίδα και όχι το Tύρνοβο.

O ίδιος μάλιστα υποστήριζε ότι η ανεξάρτητη εκκλησιαστική διοίκηση παραχωρήθηκε στους Βουλγάρους από την Υψηλή Πύλη όχι εξαιτίας των παραδοσιακών τους δικαιωμάτων, αλλά με βάση την αρχή της ελευθερίας της συνείδησης και της εκκλησιαστικής πρακτικής ότι κάθε λαός που το επιθυμεί, μπορεί να έχει τη δική του αυτοκέφαλη εκκλησία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο άλλωστε δεν έγινε ανασύσταση κάποιας παλαιάς βουλγαρικής εκκλησίας.

Με βάση τη θέση αυτή, η οποία έθετε πλέον στο περιθώριο την ιστορική παράδοση, τόσο ο ίδιος όσο και η παράταξή του, πρότειναν ως εκκλησιαστικό κέντρο των Βουλγάρων την Κωνσταντινούπολη, απορρίπτοντας ως αβάσιμες τις αντιρρήσεις του πατριαρχείου. O βασικός λόγος βέβαια γι’ αυτή την αλλαγή τακτικής από τους ίδιους ανθρώπους, οι οποίοι το 1867 είχαν προτείνει την ανασύσταση της αρχιεπισκοπής της Αχρίδας, ήταν ο κίνδυνος να απομονωθεί η βουλγαρική εκκλησία, αν ο έξαρχος και τα βασικά της όργανα αποχωρούσαν από την Κωνσταντινούπολη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η βουλγαρική πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στο πατριαρχείο και δε θα μπορούσε να διεκδικήσει με αποτελεσματικότητα τον εκκλησιαστικό έλεγχο των επαρχιών της Μακεδονίας και ως εκ τούτου να προωθήσει επιτυχώς τα βουλγαρικά εθνικά συμφέροντα.

Στο ίδιο πνεύμα, το 1872 ο Ικονόμοβ (T. Ikonomov) δημοσίευσε στο περιοδικό Čitalište ένα άρθρο με τίτλο: «Edna stǎpka napred» (Ένα βήμα μπροστά). Στο κείμενο αυτό αντικατοπτρίζονταν και πάλι οι αντιλήψεις των οπαδών του Τσομάκοβ (Čomakov) και κυρίως του Σλαβέικοβ για την οργάνωση της εξαρχίας με δημοκρατικές αρχές σύμφωνα με τις απαιτήσεις των καιρών.

O Ικονόμοβ επισήμαινε καταρχάς ότι οι Βούλγαροι αγωνίζονταν να αποκτήσουν δική τους εκκλησία επικαλούμενοι τις αποφάσεις των Συνόδων και τους εκκλησιαστικούς κανόνες, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψη ότι πολλοί από αυτούς δεν ευνοούσαν στην πραγματικότητα το βουλγαρικό αίτημα. Για παράδειγμα, θεωρούσαν βουλγαρική εκκλησία την αρχιεπισκοπή της Αχρίδας και ζητούσαν την ανασύστασή της, αγνοώντας το γεγονός ότι ο Ιουστινιανός, όταν προέβη στην ίδρυσή της, δεν είχε στο νου του τους Βουλγάρους, οι οποίοι άλλωστε την ίδια εποχή κατοικούσαν ακόμη στις ρωσικές στέπες και ήταν ειδωλολάτρες.

Με βάση το παραπάνω επιχείρημα ο Ικονόμοβ κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αρχιεπισκοπή της Αχρίδας ήταν βουλγαρική όχι με βάση το εκκλησιαστικό δίκαιο, αλλά εξαιτίας της κατάληψής της από τους Βουλγάρους. Οι τελευταίοι, ως νέοι κυρίαρχοι της περιοχής, δεν είχαν ανάγκη από την πατριαρχική έγκριση, η οποία εξάλλου ποτέ δεν δόθηκε. Άλλωστε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν το βουλγαρικό κράτος υποτάχθηκε στο Βυζάντιο, καταργήθηκε και η ανεξαρτησία της βουλγαρικής εκκλησίας.

Κατόπιν ο Ικονόμοβ υποστήριζε ότι το πατριαρχείο του Tυρνόβου ιδρύθηκε από το βυζαντινό αυτοκράτορα, ο οποίος βρισκόταν τότε στη Νίκαια, για χάρη του πεθερού του Ασάν. Στη συνέχεια βέβαια, και ο πατριάρχης αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτή την απόφαση λόγω των περιστάσεων, αλλά στην ουσία δεν παραχώρησε ποτέ πλήρη ανεξαρτησία στην εκκλησία του Tυρνόβου, όπως προκύπτει από διάφορα έγγραφα του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Εξαιτίας όλων αυτών των διαπιστώσεων, ο Ικονόμοβ ισχυριζόταν ότι η μέχρι τότε επιχειρούμενη ιδεολογική θεμελίωση των βουλγαρικών αιτημάτων ήταν σαθρή και ανυπόστατη. Αντιθέτως, ο ίδιος πίστευε ότι οι βουλγαρικές διεκδικήσεις όφειλαν να στηριχθούν στην αρχή της προοδευτικότητας του χριστιανισμού και της αλλαγής των καιρών και των συγκυριών, ενώ η ίδια λογική έπρεπε να πρυτανεύσει και κατά την οργάνωση της νέας τους εκκλησίας.

H παραπάνω άποψη βέβαια ήταν εντελώς αντίθετη με την έως τότε φιλοσοφία του βουλγαρικού κινήματος και εξέφραζε ελάχιστα άτομα εκτός από το συντάκτη του συγκεκριμένου άρθρου, το οποίο προκάλεσε μάλιστα έντονες αντιδράσεις και καταδικάστηκε από όλες τις παρατάξεις. Ακόμη και ο ίδιος ο Ικονόμοβ μερικά χρόνια αργότερα, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι επρόκειτο για ασύνετη ενέργεια.

Γενικά από τη συνολική εξέταση του ζητήματος προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αμφισβήτηση των ιστορικών επιχειρημάτων, η οποία επιχειρήθηκε από ορισμένους κύκλους με στόχο να αποτραπεί η επικράτηση συντηρητικών τάσεων στο εσωτερικό της βουλγαρικής εκκλησίας, είχε ελάχιστη απήχηση. Αντίθετα, οι αναφορές στην εκκλησιαστική παράδοση συνεχίστηκαν.

Έτσι, στις 24 Σεπτεμβρίου 1872, αμέσως μετά από την επίσημη ανακοίνωση του σχίσματος, χειροτονήθηκε στη βουλγαρική εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ο Ναθαναήλ ως μητροπολίτης Αχρίδας και Πρέσπας. Στον ευχαριστήριο λόγο που εκφώνησε ο αρχιερέας, εξύμνησε την Αχρίδα, η οποία τιμήθηκε από τον Ιουστινιανό και αποτέλεσε την κεφαλή της βουλγαρικής εκκλησίας για δώδεκα αιώνες μέχρι την άδικη κατάργησή της.

Κατά τη διάρκεια της ίδιας τελετής, ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Ζωγράφου αναφέρθηκε στην ανεξάρτητη εκκλησία που ίδρυσε ο Iουστινιανός και την οποία αναγνώριζε το πατριαρχείο μέχρι πριν από 105 χρόνια, οπότε την κατάργησε σε αντίθεση με τους κανόνες. Επίσης, υποστήριξε ότι ο Ναθαναήλ θα ήταν ο συνεχιστής του τελευταίου πατριάρχη της Αχρίδας Αρσένιου.

Τέλος, έλαβε το λόγο ο Σλαβέικοβ, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία που είχε για το βουλγαρικό λαό η πολύπλευρη δράση του Κλήμη της Αχρίδας, προστάτη της ομώνυμης αρχιεπισκοπής.

H επιλογή βέβαια των εξαρχικών μητροπολιτών για ορισμένες επαρχίες της Μακεδονίας έγινε πριν αρχίσει η εφαρμογή του άρθρου 10, η οποία καθυστερούσε εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσε το πατριαρχείο. Για το λόγο αυτό, δεν ήταν δυνατή και η επίσημη επικύρωση των διορισμών τους από την τουρκική κυβέρνηση, παρά τα συνεχή διαβήματα και τις διαμαρτυρίες της βουλγαρικής πλευράς.

Τελικά τα πρώτα δημοψηφίσματα στη Μακεδονία έγιναν στις επαρχίες της Αχρίδας και των Σκοπίων το καλοκαίρι του 1873 και το αποτέλεσμά τους ήταν ευνοϊκό για την εξαρχία. Τα βεράτια όμως, δηλαδή η επίσημη τοποθέτηση, η οποία σήμαινε ταυτόχρονα ότι οι Βούλγαροι μητροπολίτες δικαιούνταν να μεταβούν στις έδρες τους, εκδόθηκαν το Μάρτιο του 1874.

H υποδοχή, η οποία επιφυλάχθηκε στο Βούλγαρο αρχιερέα Ναθαναήλ κατά την άφιξή του στην Αχρίδα, ήταν πανηγυρική, όχι μόνο εξαιτίας των ιστορικών αναμνήσεων της αρχιεπισκοπής, αλλά και της παράδοσης ότι ο τελευταίος πατριάρχης Αρσένιος θα ανασταινόταν και θα επέστρεφε στο ποίμνιό του. Μάλιστα, οι μαθητές του βουλγαρικού σχολείου τραγούδησαν ένα τραγούδι για την αρχιεπισκοπή της Αχρίδας και τον Αρσένιο, το οποίο είχε συνθέσει ο Παρλίτσεβ (Pǎrličev).

Η μεγάλη βαλκανική κρίση του 1875 που οδήγησε στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 και έληξε προσωρινά τουλάχιστον με το Συνέδριο του Βερολίνου και τη δημιουργία αυτόνομου βουλγαρικού κράτους (1878) έφερε την εξαρχία αντιμέτωπη με νέα δεδομένα: Η ανατολική Ρωμυλία και η Μακεδονία έμειναν εκτός των ορίων της νεοσύστατης Βουλγαρίας και η βουλγαρική μεγάλη ιδέα δεν ικανοποιήθηκε. Κλήθηκε λοιπόν να επιλέξει μεταξύ ενός στενότερου και ενός ευρύτερου εθνικού προγράμματος, δηλαδή αν θα περιόριζε τη δικαιοδοσία της στα σύνορα της βουλγαρικής ηγεμονίας ή αν θα επέμενε να αναγνωριστεί ως η εκκλησιαστική αρχή όλου του βουλγαρικού έθνους, μέρος του οποίου εξακολουθούσε να παραμένει υπόδουλο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Τελικά, μετά από πολλές συζητήσεις και διαβουλεύσεις κυρίως με τους Ρώσους, αποφάσισε υπέρ της δεύτερης λύσης και διατήρησε την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη. Αντιμετώπισε όμως την εχθρότητα της τουρκικής κυβέρνησης και την απροθυμία της να επαναφέρει τους εξαρχικούς μητροπολίτες στις επαρχίες της Μακεδονίας, από τις οποίες είχαν διωχθεί εξαιτίας του ρωσοτουρκικού πολέμου.

Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, το βασικό επιχείρημα των διεκδικήσεων της εξαρχίας ήταν πλέον η εκκλησιαστική ενότητα του βουλγαρικού έθνους. Παρόλ’ αυτά η αναφορά στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας και στα βουλγαρικά εκκλησιαστικά δικαιώματα εμφανίζεται και πάλι σε διαβήματα του εξάρχου προς διάφορους παραλήπτες, χωρίς όμως να αποτελεί ιδεολογικό υπόβαθρο των βουλγαρικών αιτημάτων.

Έτσι, το 1878 ο έξαρχος Ιωσήφ σε εμπιστευτικό του έγγραφο προς τον αντιπρόσωπο του Ρώσου τσάρου στη Βουλγαρία Ντοντούκοβ-Κόρσακοβ (Dondukov-Korsakov) σχετικά με τη θέση της βουλγαρικής εξαρχίας και τις μελλοντικές της προοπτικές, προέτασσε μια αναδρομή στην εκκλησιαστική ιστορία της Βουλγαρίας. Συγκεκριμένα επισήμαινε ότι η κατάργηση της ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας της Αχρίδας κατά το 1767 οδήγησε σε οπισθοδρόμηση το βουλγαρικό έθνος, ενώ παράλληλα αποτέλεσε και την αρχή της προσπάθειας εξελληνισμού των Βουλγάρων από το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Θεωρούσε δηλαδή την ενέργεια αυτή καθοριστικής σημασίας για την πορεία του βουλγαρικού εθνικού και εκκλησιαστικού ζητήματος και την ίδρυση της εξαρχίας ως αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.

Ανάλογη αντίληψη εξέφραζε και πάλι ο έξαρχος το 1883 σε ένα μεμοράντουμ, το οποίο απηύθυνε στο λόρδο Jefferson, Άγγλο πρέσβη στην Πύλη, σχετικά με το ζήτημα της αναθεώρησης του φιρμανιού του 1870 και τον κίνδυνο κατάργησης της εξαρχίας. Στην αρχή του μνημονίου αυτού, ο συντάκτης προέβαινε σε σύντομη ιστορική εισαγωγή, η οποία περιλάμβανε αναφορά στην αρχιεπισκοπή της Αχρίδας και στην άδικη κατάργησή της το 1767.

Το 1885, ο έξαρχος, στις συναντήσεις του με τον Υπουργό Δικαιοσύνης Κιαμήλ πασά, επειδή καθυστερούσε η έκδοση των βερατίων για τους εξαρχικούς μητροπολίτες Αχρίδας και Σκοπίων, επιχειρούσε να δικαιολογήσει τη νομιμότητα του φιρμανιού του 1870: Υποστήριζε λοιπόν ότι η πολιτική εξουσία είχε δικαίωμα να ιδρύσει ξεχωριστή βουλγαρική εκκλησία, χωρίς τη συναίνεση του πατριαρχείου, επειδή με ανάλογο τρόπο, δηλαδή με σουλτανικό φιρμάνι, είχαν καταργηθεί στο παρελθόν οι εκκλησίες του Τυρνόβου, της Αχρίδας και του Ιπέκ.

Τέλος ακόμη και το 1896 ο έξαρχος, σε έγγραφό του προς το Βούλγαρο ηγεμόνα Φερδινάνδο A΄ σχετικά με το ζήτημα της άρσης του σχίσματος, υπογράμμιζε και πάλι την αντικανονική κατάργηση των βουλγαρικών εκκλησιών Αχρίδας και Tυρνόβου και υποστήριζε ότι το φιρμάνι του 1870 αποτέλεσε την απάντηση στην άρνηση του πατριαρχείου να ανασυστήσει τις ανεξάρτητες αυτές εκκλησίες . Με βάση την παραπάνω πραγμάτευση του ζητήματος, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: Οι Βούλγαροι θεμελίωσαν την απαίτησή τους για απόκτηση εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας στην αντίληψη ότι είχαν και στο παρελθόν δικές τους ξεχωριστές εκκλησίες, του Τυρνόβου και κυρίως της Αχρίδαςˑ η οποία μάλιστα καταργήθηκε παράνομα από το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την ίδρυση της εξαρχίας η πεποίθηση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά δεν εξυπηρετεί πλέον ως επιχείρημα για την προώθηση των βουλγαρικών συμφερόντων· γι’ αυτό χρησιμοποιείται μόνο ως ιστορική αναφορά.





Σημείωση από την σελίδα: Την επιστημονική προσέγγιση της κυρίας Ελεονώρας Ναξίδου στο έντυπο κείμενο συνοδεύει πληθώρα επεξηγηματικών σημειώσεων.



Πηγή: Τα Πρακτικά του ΚΗ’ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου το οποίο έγινε μεταξύ 25-27 Μαΐου του 2007.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις