Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

Η ΜΑΧΗ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΗΣ ΟΣΤΙΜΑ ΤΗΝ 25η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1905

 






Η ΜΑΧΗ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΗΣ ΟΣΤΙΜΑ ΤΗΝ 25η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1905

(Μέσα από το Ημερολόγιο του Λάκη Πύρζα)



25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Την πρωίαν εις τας 12, μόλις είχαμεν ξηπνήση, ακούσαμεν φωνάς να ομηλούν, και αντίκρι εις την ράχην άνθρωποι να σέρνοντε, υπεθέσαμεν ότι θα είναι κομίται. Εις τας 2 ηκούσθη ένας πυροβολισμός μάνληχερ, ενομήσαμεν ότι είναι κομίται . Με τον Δαλίπην πήραμεν τα παιδιά, ανεβήκαμεν επάνω εις την ράχην δια να είμεθα ψηλά. Το όπλον ήτο σύνθημα να ειδοποιήσουν τον στρατόνˑ Στείλαμεν 4 παιδιά ψηλά να βλέπουν να μην έρχεται στρατός, να βλέπουν και ένα ρεύμα (δέρετο) να μην μας έλθουν από τα νώτα. Το καραούλι ειδοποίησεν τον αρχηγόν ότι είδαν ανθρώπους εις την αντίκρυ ράχην. Μας εφώναξεν να κατεβούμεν κάτω εις την βρήσιν, εφωνάζαμεν και το καραούλι όπου ήλθαν μας είπαν ότι είδαν ανθρώπους, ειδοποιήσαμεν τον αρχηγόν, τι να κάμωμεν, θα κατεβούμεν κάτω εις το ρεύμα ή θα βγούμεν ψηλά, αφού μας ειδοποίησεν να μαζοχθούμεν κάτω όλοι, τι να κάμωμεν - καμμίαν ύπάντησιν -. Μάς άρχησαν νά μας πυροβολούν.

Τραβήξαμεν ξανά εις τον ανήφορον και οι κομίται μας έρηχνον. Άμα βγήκαμεν πάνω ήλθεν και ο αρχηγός είπεν να πάμεν επάνω τους αν και το μέρος ήτο γυμνόν. Εγώ με 4 παιδιά ήτο ο Παύλες Κύρου, Μ. Τσόντος και άλλοι 4—5 πήραμεν έναν κατήφορον. Ο Αραπάκης είχεν χορισθή ολίγον και ο αρχηγός [ενν. τον Γεώργιο Τσόντο-Βάρδα] τους είπεν 5—6 απ’ εδώ να πάνε· διά νά μήν τόν χαρακτηρήσουν δειλόν ο Αραπάκης πήγεν απ’ εκεί και επληγώθη εις το αριστερό ποδάρι κάτω από την κλείδοσιν· είχα νερό εις το ταγάρι μου, αμέσως έπληνα το ποδάρι του και το έδεσα με ολίγον ιατρικόν, εξακολούθησεν την πορίαν, -του έδωσα ολίγον κονιάκ καί ζάχαριν.

Άμα ανεβήκαμε τον ένα ανήφορον όπου επολεμούσαν πλησιάσαμεν εμάθαμεν ότι οι κόμιται, έφυγαν και πολεμούσαν με τον στρατόν. Τους σφύριξα να ενοήσουν οι δικοί μας. Ερήξαμεν από κάμποσα. Ο Μιχάλης Τσόντος μας είπεν να περιμένομεν θα μας ειδοποιούσε τί να κάμομεν αφού θα εσυμβουλεύετο τόν αρχηγόν. Έμεινεν εκεί ούτε απάντησεν. Από την ράχην όπου είμεθα πολύ ηψηλότερα ακόμη εφάνη να έρχετε στρατός από το Πόπλε (Λευκώνα) έως 30 άνδρες, ειδοποιήσαμεν τον αρχηγόν ότι έρχετε στρατός από τό Πόπλε και πρέπει νά φύγομεν. Εις τας 4:30 άρχησεν το τουφεκίδι εις τάς 7:30 εφάνη ο στρατός από το Πόπλε, ήλθεν ο Παύλες Κύρου λέγει ότι πρέπει να φήγομεν, ήλθεν ο Παύλες και μας είπεν να κατεβούμεν τον κατήφορον διότι κατέβηκαν και οι άλλοι με τον αρχηγόν.

Πήραμεν τον κατήφορον, κατεβήκαμεν εις ένα ρεύμα, πήραμεν ολίγον νερό, περάσαμεν μία μικρή ραχούλα και εκεί μείναμεν πλησίον εις ένα ρεύμα, είδα τον Λάζο Μαλούτα εκ Κοζάνης ήτο και αυτός πληγομένος όπισθεν ολίγον κάτω από την μέσην, έπληνα την πληγήν του, με βοήθησεν και ο αρχηγός, βάλαμεν ολίγον ιατρικόν δέσαμεν την πληγήν, του είχεν έλθη ως λιποθυμία. Μήναμεν εκεί έως το εσπέρας. Εις τας 12 ανεχορήσαμεν. Ο Παύλες έλεγεν να πάρομεν δύο ζώα από το Όροβνικ (Καρυές), ο αρχηγός έλεγεν να πάμε εις το Ζέλοβον να φέρουν 2 ζώα, είπα του αρχηγού ότι προτιμότερον είναι να τους πάρουν εις τον ώμον τα παιδιά δια να μην αργήσωμεν. Τους πήραν εις την πλάτην σιγά, σιγά. Άμα ανεβήκαμεν εις την ράχην εχορίσθημεν με τον αρχηγόν δια το λημέρι. Ο Παύλες Κύρου με 5—6 παιδιά πήρεν τους πληγωμένους να τους πάη εις το Ζέλοβον, ημείς τραβήξαμεν τον ανήφορον, πέσαμεν νά κημηθούμεν εις τας 6:30 ήλθαν τα παιδιά όπου είχαν πάει με τους πληγωμένους, μας είπαν ότι άφησαν τους πληγωμένους εις τα καλαμπούκια μέ τον Παύλε και έμηνεν ο Παύλες μαζύ τους δια να φροντίση να τους βάλει εις το χωριό, να φροντίση και δια ψωμί· επειδή εις το Ζέλοβον εφάνηκεν στρατός εις τας 7:30 ανεχώρησεν δια το λημέρι Κεβάνιτσα. Την χαραυγήν εφτάσαμεν εις το λημέρι, έμεινα εγώ καραούλι με 5-6 παιδιά οι άλλοι τράβηξαν εις το δάσος.



~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~



Από όλες τις κινήσεις των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων και από την παραπάνω συμπλοκή των ομάδων του Βάρδα βλέπουμε ότι η τακτική η πολεμική των ομάδων ήτο ένας κλεφτοπόλεμος με τις μαχητικές ομάδες του βουλγαρικού κομιτάτου, ως και η τιμωρία των εγκληματούντων και εξωμοτών, η αναπτέρωση του φρονήματος των Ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και η διατήρηση της Ελληνικότητος της Μακεδονίας, ούτως ώστε όταν θα ήρχετο η ελευθερία, η οποία διεγράφετο πλησιάζουσα, το κομμάτι αυτό της Ελληνικής πατρίδος μας, η Μακεδονία, να μην είναι διαβλητή ως προς την γνησιότητά της από καμμίαν Ευρωπαϊκήν δύναμη. Αι Ελληνικαί ανταρτικαί ομάδες συστηματικά απέφευγαν τη σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις διότι θα είχον άσκοπον φθοράν προ της συντριπτικής υπεροχής του τουρκικού στρατού, αλλά και ως είπομεν δεν ήτο αυτός ο σκοπός δια τον οποίον συνεκροτήθησαν· απεναντίας η στάσις αυτή των Ελληνικών ανταρτικών ομάδων απέναντι των τούρκων είχε το ευνοϊκόν της αποτέλεσμα διά την περιοχήν Φλωρίνης, διότι εκτιμηθείσα δεόντως κατά τον Ελληνοτουρκικόν πόλεμον παρά του τούρκου διοικητού της πόλεως Φλωρίνης συετέλεσεν ώστε να παραδοθή η Φλώρινα εις το ασήμαντον αριθμητικώς τμήμα ελάχιστων ιππέων του Ελληνικού Στρατού και όχι εις την εις τα πρόθυρα της πόλεως προελαύνουσαν Σερβικήν δύναμην.



Πηγή: Το απόσπασμα είναι μέρος από το προσωπικό ημερολόγιο του Μακεδόνα Οπλαρχηγού Λάκη Πύρζα, το οποίο δημοσίευσε σε περιοδική έκδοση ο Πάνος Παπασταμάτης κατά το έτος 1960. Η σημείωση και τελευταία παράγραφος, είναι επίσης του περιοδικού.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις