Επιλεγμένα

Η ΛΕΙΒΑΔΙΑ ΞΕΣΗΚΩΝΕΤΑΙ

 






Η ΛΕΙΒΑΔΙΑ ΞΕΣΗΚΩΝΕΤΑΙ



Δεκάχρονο παλικαράκι έφερε το Θανάση η μάνα του στο μοναστήρι του Αϊ Γιάννη του Πρόδρομου, στην Αρτοτίνα της Φωκίδας, για να μάθει λίγα κολυβογράμματα. «Ο νους του και η ψυχή του από τότε που μπήκε στο μοναστήρι έπεσε πολύ στα θεία»· γράφει ο πρωτοξάδερφός του Γεράντωνος Κοντοσόπουλος, και δεν άργησε να γίνει διάκος με το όνομα Άνθιμος.

Κάποτε στην Αρτοτίνα γινόταν ένας αρχοντικός γάμος. Ανάμεσα στους προσκαλεσμένους βρέθηκε και ο νεαρός διάκος. Για τα καλορίζικα τόβαλαν στο τουφεκίδι, Ρωμιοί και Μουσουλμάνοι. Έβαλαν σημάδι κορφές δέντρων. Δυο φορές έκοψε με το καριοφίλι ο διάκος. Ένας Τούρκος πούκανε το σκοπευτή, ντροπιάστηκε και έβρισε το διάκο, μα κείνος του επέστρεψε τη βρισιά. Ήρθαν στα χέρια. Τραβάει ο Τούρκος την πιστόλα του, μα αστόχησε το βόλι του. Πιο γερός ο Διάκος του αρπάζει τη πιστόλα, τη γυρίζει καταπάνω στο Μουσουλμάνο και τον σωριάζει νεκρό.

Μαζεύει ύστερα τα ράσα του και χάνεται στα βουνά, φτάνει στη Γκιώνα στον νταϊφά του καπετάνιου Τσάμ Καλόγερου που τον δέχτηκε με τούτα τα περιφρονητικά λόγια:

Αϊ, καλός είσαι και συ για τα’ ασκί!

Ξαναγύρισε ύστερα από χρόνια στο μοναστήρι, γιατί τον τράβαγε η καλογερίστικη ζωή. Νόμιζε πως τον ξέχασαν οι Τούρκοι. Μια μέρα όμως τον αναγνώρισαν στην Αρτοτίνα. Τον έκλεισαν στη φυλακή στο Λιδωρίκι για να τον δικάσουν. Τη νύχτα όμως κατάφερε και τόσκασε. Από τότε έβγαλε οριστικά τα ράσα και έπιασε για πάντα τα βουνά και τους λόγγους. Ο αέρας των βουνών έγινε πιο θελκτικός από το ευχολόγιο.

Όταν ο Διάκος έμαθε πως άναψε το τουφέκι στο Μοριά, έκανε σύσκεψη στη Λειβαδιά με άλλα παλικάρια, για να ξεσηκωθούν. Ο προύχοντας όμως Νίκος Νάκος τους συμβούλεψε να μη βιαστούν. Έστειλε ο Διάκος τότε το Βασίλη Μπούσγο στην Πάτρα στον πρόξενο Βλασσόπουλο, που ήταν φιλικός, να τους δώσει συμβουλές.

Φτάνοντας ο Μπούσγος στο Γαλαξείδι, έμαθε όσα γίνηκαν στο Μοριά και γυρίζει πίσω. Περνάει απ’ την Αράχωβα και παρακινάει τους Αραχωβίτες, να ξεσηκωθούν και να πιάσουν το δρόμο. Καθώς γύριζε στη Λειβαδιά, νύχτωσε στο Ζεμενό και κοιμήθηκε στο χάνι. Στο ίδιο χάνι όμως κοιμόνταν και δυο Τούρκοι. Ο ένας ταχυδρόμος και ο άλλος Αρβανίτης. Άναψαν τα αίματα του Μπούσγου και τους σκότωσε.

Τόμαθε το περιστατικό ο Χασάν αγάς και την άλλη μέρα καλεί τον Διάκο. Και κείνος ο αθεόφοβος πήγε, παίρνοντας μαζί του είκοσι αρματωμένους και τον ίδιο το Μπούσγο. Φούντωσαν τα νεύρα του αγά σαν είδε μαζί τους και το φονιά των δικών του ανθρώπων.

Tι μου τον κουβάλησες αυτόν εδώ, oρέ Διάκο, που χάλασε χτες στο χάνι του Ζεμενού τον Τάταρη και τον Αρβανίτη, βρυχήθηκε ο αγάς.

Δε μάρμαξε (δεν έφυγε) από κοντά μου, αγά μου, τον βεβαιώνει ο Διάκος. Και μην κακοβάζεις, γιατί δυσκόλεψαν τα πράματα. Σε λέγω βοεβόδα μου, ότι μην ελπίζεις να συμμάσεις εφέτος μουκατάδες του βιλαετιού, μήτε ένα κουβέλι. Γιατί εκείνος ο ζορμπάς ο Λυσσαίος (ο Ανδρούτσος) ο ψυχογιός του Αλή, σήκωσε μπαϊράκι στο Μοριά και τώρα συνάζει τα στρατεύματά του στη Βοστίτζα και Τροιζήνα, για νάμπει στο εδώ βιλαέτι. Τότε αλίμονο σε μας τους Ρωμιούς και σε σας τους Τούρκους!

Στ’ αλήθεια. Διάκο καπετάν; Ο Αλλάχ να μας φυλάξει απ’ αυτό το σκυλί! Αλλά δεν μπορείς να μαζέψεις ασκέρι από το βιλαέτι, να τον αντικρούσεις αυτόν το Λυσσαίο το ζορμπά;

Μπορώ να συνάξω πέντε έξι χιλιάδες στρατιώτες εκλεκτούς και να του δώσω το νιζάμι. Αλλά χωρίς μπουγιουρντί ποιος μ’ ακούει ή ποιος μ’ ακολουθάει αρματωμένος;

Για κεί ογλούμ! Εγώ σου δίνω μπουγιουρντί να στρατολογήσεις.

Τόγραψε αμέσως ο γραμματικός του και τόδωσε στο Διάκο λέγοντας:

Πάρε παιδί μου! Αλλάχ σελαμέτ βερσίν!..

Έτσι βγήκε ο Διάκος στη Λειβαδιά στρατολογώντας επαναστάτες με διαταγή του ίδιου του αγά.

Και στις 28 του Μάρτη (1821) γράφει από την Κάπερνα τούτο το γράμμα:

«Αιδεσιμότατε άγιε Πρωτόπαπα και Παπαδημήτρη.

Ευλαβώς προσκυνώ. Και, αγαπητέ μου Γιωργάκη, Σιδερά και Γιάννη Αλεξανδρή.

Σεις καιρό λαμβάνοντες το παρόν μου σηκωθείτε και μαζώξετε όλους τους ραγιάδες με τ’ άρματά τους όλοι να μου ξημερώσετε το πουρνό στο Λυκούριον, όπου να έρθετε όλοι διακόσιοι ονομάτοι και της ώρας, μαζί με τ’ άρματά σας και δέκα φορτώματα ψωμί και κρασί και ελιές και όλον τον τζεμπιχανέν οπ’ έχετε μπαρούτι και κουρσούμια και να μου φέρετε έξι άλογα καλά μαξιλιάρικα (ταχυδρομικά) και έτσι να μ’ ακολουθήσετε εξ αποφάσεως.

Υγιαίνετε.

Υ.Γ.: Γιάννη Αλεξανδρή και πατέρα Γιωργάκη· να τους πάρετε τους ανθρώπους εν τω άμα να μου ξημερώσετε εδώ.



Μαζώχτηκαν όλοι στο μοναστήρι του Λυκούρεσι όπου ο δεσπότης Σαλώνων τους ευλόγησε. Στις 29 του Μάρτη ο Διάκος με τ’ ασκέρι του πολιορκεί τη Λειβαδιά και ύστερα από το γιουρούσι την παίρνει. Μετά από δύο μέρες πάτησε και το κάστρο της που το υπερασπίστηκαν οι Τούρκοι υπεράνθρωπα.

Πηγή: «Το ’21 στις πηγές του», με συγγραφέα τον Κώστα Δ. Παπαδημητρίου και υπό την γενική επιμέλεια του Γιάννη Σμυρνιωτάκη.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις