Επιλεγμένα

Ο ΗΡΩΑΣ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑΣ

 




(ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ)


    Ο ακαταπόνητος και πολυίδμων ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος, στον πρόλογο του μνημειώδους έργου του «Ιστορία της Ελλάδος» έγραψε με παρρησία πως «Η γνώσις της Ιστορίας παντός έθνους επιβάλλεται ως υπέρτατον καθήκον εις τους απαρτίζοντας αυτό... και βεβαίως το καθήκον τούτον είναι πολύ ανώτερον δια τους υιούς πατέρων ενδόξων». Όλα αυτά βέβαια ίσως και να μην έχουν καμιά απολύτως πρακτική αξία εάν τα διδάγματά που προσφέρει η μελέτη και η διύλιση των ιστορικών γεγονότων δεν ερμηνευθούν κατάλληλα, ώστε να αποτελέσουν και για τους ζώντεςˑ αλλά και τους ερχομένους άλλοτε παραδείγματα προς μίμησιν και άλλοτε προς αποφυγήν.

    Η κατάκτηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η συνακόλουθη προσπάθεια στρατιωτικής επιβολής των Οθωμανών Τούρκων στη Δύση συνέβη ταυτόχρονα με την προσπάθεια προσαρμογής των κατακτημένων πληθυσμών στους νέους πολιτικούς όρους . Έκτοτε οι υπόδουλοι διακρίθηκαν αφ’ ενός μεν σε προνομιούχους και μη (γεγονός που έχει τις προεκτάσεις του και στο σήμερα), αφ’ ετέρου δε διατήρησαν σ’ έναν πολύ μεγάλο βαθμό, όλα εκείνα τα στοιχεία διαφοροποίησής τους από τους κατακτητές. Ήτοι: Θρήσκευμα και παραδόσεις κατά κύριο λόγο και την γλώσσα δευτερευόντως. Όλα αυτά διαφυλάχθηκαν βέβαια χάριν του ευεργετικού ρόλου της Εκκλησίας. Η αδυναμία ωστόσο των απλών ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην τους οδήγησε πρωιμότατα στον μοναδικό και έσχατο τρόπο εύρεσης του δίκιου τους, δηλαδή στην ληστεία, η οποία υπήρξε πανάρχαιο και ενδημικό φαινόμενο στην περιοχή της Μεσογείου, αλλά και σε άλλες περιοχές της υφηλίου.

    Έτσι σιγά-σιγά διαμορφώθηκαν οι τάξεις των κλεφτών και των αρματολών σε πολλά μέρη του ελληνικού κόσμου. Κλέφτες υπήρχαν στην Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Θεσσαλία, στην Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Αρματολοί υπήρχαν σε όλα τα προηγούμενα μέρη πλην της Πελοποννήσου, όπου υπήρχαν οι λεγόμενοι Κάποι.

    Η ελληνική κλεφτουριά δεν υπήρξε απλά κοινωνικά αποδεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων της εποχής εκείνης, αλλά υπήρξε παράλληλα και ο άτυπος θεσμός, εντός του οποίου επωαζόταν η μέλλουσα απελευθέρωση του ελληνισμού. Υπήρξε λοιπόν απότοκος του αποσαθρωμένου οθωμανικού κρατικού συστήματος, της παντοειδούς έλλειψης κράτους δικαίου, των ενίοτε απάνθρωπων τιμωριών, της συνεχούς αφαίμαξης όλων των ζωοποιών στοιχείων του πληθυσμού δια των συνεχών εξισλαμίσεων, της αδυναμίας του στοιχειοδέστατου αγαθού της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Κυρίως όμως υπήρξε απότοκος της εξαιρετικά σφοδρής καταπίεσης του παντοτινά ελεύθερου πνεύματος του ελληνισμού. Μέσω όλων αυτών λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί το ύφος αγάπης, και σεβασμού που διέπει τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στα ανδραγαθήματα, στις περιπέτειες και στην γενικότερη δράση των κλεφτών, τα οποία πολυτραγουδήθηκαν, τραγουδιούνται και θα συνεχίσουν έτσι, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά διότι είναι βαθύτατα αληθινά. Και αν καμιά φορά έχουν προσλάβει σε κάποιες από τις παραλλαγές τους στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν μυθικά, ωστόσο ο πυρήνας τους παραμένει βαθύτατα αληθινός.

Οι μακρόχρονοι αγώνες των κλεφτών υπήρξαν λαμπρά παραδείγματα φρονηματισμού, ηρωισμού, δόξας, και φυσικά υπήρξαν σημαίνοντα πρότυπα ελεύθερης ζωής. Με άλλα λόγια ήταν η ελπίδα του ελληνισμού κατά τις χαλεπώτερες ίσως ημέρες της μακραίωνης ιστορίας του. Ήταν κατά τον Γεώργιο Τερτσέτη «το άγιον φως της Ελλάδος», «η μαγιά της λευτεριάς» κατά τον μεγάλο στρατηγό Μακρυγιάννη, «η ακατάλυτη ελληνική φύτρα» καθ’ όπως είπε ο Φώτης Κόντογλου, κ.ο.κ. Θα μπορούσα να απανθίσω εδώ πολλές άλλες χαρακτηριστικές και μεστές αναφορές, όμως για να μη σας κουράσω θα σας πω μοναχά πως μεγάλο μέρος του ερευνητικού κόσμου έχει καταλήξει σε συμπεράσματα παρόμοια με αυτά του ομιλούντα.

Τυπικό, λοιπόν, δείγμα κλεφταρματολού υπήρξε και ο ένδοξος, αλλά εν πολλοίς άγνωστος ως σήμερα Νικοτσάρας. Αρειμάνιος., ασυμβίβαστος, αδούλωτος, ατρόμητος, γενναιόφρων, μεγαλόφρων, ευπατρίδης, βαθύτατα θρησκευόμενος. Γόνος διάσημης κλεφταρματολικής οικογένειας του ’λαχε να ’ναι εγγονός του Πάνου Ζήδρου ή, κατά τις τοπικές παραδόσεις της Θεσσαλίας, Κώστα Ζιούδρου και γιός του διαδόχου του και εξίσου ένδοξου, αλλά άτυχου Πάνου Τζάρα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα ένα προς ένα.

Ο Παππούς του, Πάνος Ζήδρος καταγόταν κατά πάσα πιθανότητα από την Τσαπουρνιά των Γρεβενών και έδρασε ως αρματολός στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, από το πρώτο μισό ως και τα τέλη του 18ου αιώνα, ήτοι από το 1720 ως και το 1770 οπόταν απεβίωσε λόγω γήρατος ή εξαιτίας κάποιας πνευμονίας. Το αρματολίκι του περιλάμβανε όλη την περιοχή της τότε Θεσσαλίας, παράμετρος που μας είναι γνωστή από τον πόλεμο που διεξήγε το έτος 1745 κατά των Αλβανών ληστών που λυμαίνονταν την περιοχή των Τρικάλων. Το 1754 έκτισε την Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Σαρανταπόρου και παράλληλα βοήθησε στην επιδιόρθωση και το κτίσιμο άλλων πέντε Εκκλησιών. Όταν απεβίωσε, στο ιδιαιτέρως μεγάλο αρματολίκι του έδρασαν ο Σύρος, ο Γκέκας, ο Πλιάτζκας, ο Λάππας, ο Βλαχοθόδωρος και ο Πάνος Τζάρας. Ο τελευταίος ήταν και ο φυσικός διάδοχος του αρματολικιού για λόγους ικανότητας και για λόγους συγγενείας, εφόσον είχε νυμφευθεί την κόρη του Κερασίνα. Έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου ως το 1794, οπόταν δολοφονήθηκε από το Βλαχοθόδωρο για λόγους αντιζηλίας.

Το έτος αποδήμησης του καπετάν Ζήδρου ήταν το ίδιο μ’ αυτό της γέννησης του Νικοτσάρα, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Γιαννωτά την 27η Φεβρουαρίου του έτους 1770, γεγονός το οποίο μας είναι γνωστό από μία εικόνα του Αγίου-Νικολάου, την οποία είχε δωρίσει στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο Κοκκινοπλού, στην πίσω πλευρά της οποίας υπήρχε εγγεγραμμένη η προαναφερθείσα ημερομηνία.

Κατά τα πρώτα έτη της ζωής του ο Νικοτσάρας απέκτησε την βασική μόρφωση των ανθρώπων της εποχής του, στην βυζαντινή μονή της Αγίας Τριάδος της Γιαννωτάς, με δάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Άνθιμο, ο οποίος προσέφερε πολλά στα γράμματα τόσο στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος όσο και στο Λιβάδι. Δυστυχώς όμως εγκατέλειψε τα γράμματα πολύ πρώιμα και διδάχτηκε την τέχνη του κλεφτοπολέμου. Το 1794 ο ζηλόφθων Βλαχοθόδωρος ύστερα από μια πρώτη απόπειρα δολοφονίας κατάφερε να εξοντώσει βιολογικά τον πατέρα του Πάνο Τζάρα έξω από το χωριό του στην θέση «Τζαφέρια» σε συνεργασία με τους προεστούς της Ελασσόνας και του Λιβαδίου υποστηριζόμενος από τον δόλιο Αλή Πασά, ο οποίος αμέσως τον διόρισε κάτοχο του αρματολικιού.

Το γεγονός όμως συντάραξε τόσο τα παιδιά του, όσο και τους υπόλοιπους αρματολούς της περιοχής με αποτέλεσμα να συνασπιστούν ο Νικοτσάρας και ο αδελφός του Κώστας, ο μετέπειτα Παπα-Καλλίνικος με τους Λαζαίους με σκοπό να εκδικηθούν τον δολοφόνο του πατέρα τους. Τέλος, αφού καθ’ όλη την διάρκεια του έτους 1795 διενεργούσαν επιδρομές στην περιοχή του Ολύμπου, αποφάσισαν να μεταφέρουν τον αγώνα τους στο Αιγαίο Πέλαγος διασφαλίζοντας πρώτα τις οικογένειές τους στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας. Κατά μία εκδοχή ο Νικοτσάρας με τον Παπα-Καλλίνικο έκαψαν τότε το Λιβάδι. Έτσι από το 1795 ως και το 1797 έδρασε ως πειρατής, γεγονός που μας είναι γνωστό εμμέσως πλην σαφώς, από μία τούρκικη αναφορά, η οποία αναφέρεται στην αποτυχία των αρχών να εξοντώσουν τους τέως κλέφτες που είχανε μετατραπεί τότε σε πειρατές. Το λιοντάρι της Ηπείρου συμμάχησε τότε με τους αρματολούς χάριν του πολέμου που του ανατέθηκε από το Σουλτάνο να διεξάγει κατά του Πασβάνογλου, πασά του Βιδινίου, υποσχόμενος ως συνήθως πολλά, τα οποία τηρούσε μόνον όσο οι σκοποί του εξυπηρετούνταν. Όταν ο Πασβάνογλου ηττήθηκε, το 1798 ο τύραννος της Ηπείρου αντιλήφθηκε την δύναμη των αρματολών και ορκίστηκε να τους εξοντώσει, όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε στον Γάλλο πρέσβη Πουκεβίλ. Οι περιστάσεις φαίνεται πως ήταν ευοίωνες τότε για μια ένοπλη εξέγερση των κλεφταρματολών κατά του Αλή Τεπελενλή, όμως τα αισθήματα κόπωσης φαίνεται πως είχαν καταβάλλει τον κλεφταρματολικό κόσμο, γι’αυτό οι αρματολοί συνθηκολόγησαν μαζί του νομίζοντας ότι η επισυναφθείσα συνθήκη δεν θα ήταν πρόσκαιρη όπως όλες οι άλλες του και μη γνωρίζοντας τους δόλιους σκοπούς του.

Ο ήρωάς μας τότε εξαφανίσθηκε πρόσκαιρα από το προσκήνιο της ιστορίας κουρνιάζοντας στην αίγλη της ειρηνικής ζωής της υπαίθρου ως το 1801, οπότε τον βρίσκουμε ξανά στις επάλξεις αυτή τη φορά στο Άγιο Όρος. Οι περιηγητές Carlyle και Hunt τον είδαν στην μονή του Βατοπεδίου μαζί με τα παλικάρια του κατά τη διάρκεια του Πάσχα τον μήνα Απρίλιο. Ο ίδιος ο Carlyle έγραψε στο ημερολόγιό του τότε, πως του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι οι κλέφτες έμπαιναν στην Εκκλησία με «ταπείνωση και έμφοβα βλέμματα». Το γεγονός αυτό λοιπόν έρχεται να προστεθεί στα πάμπολλα άλλα που αποδεικνύουν την βαθιά προσήλωση των ανθρώπων της εποχής εκείνης στην Ορθόδοξη πίστη, η οποία αποτελούσε την εποχή εκείνη την μοναδική σανίδα σωτηρίας στα βάσανα της ζωής. Οι τουρκικές αρχές όμως αντιλήφθηκαν πολύ νωρίς την παρουσία του εκεί, και έτσι ξέσπασαν ανηλεείς αψιμαχίες μεταξύ τους που διήρκεσαν ως και το Φθινόπωρο του 1802, οπόταν ο Νικοτσάρας δεν μπορούσε να αντέξει άλλο την αντίσταση εξαιτίας του ερχομού του Βαλή της Ρούμελης εναντίον του, αλλά και μιας άλλης ανεπιτυχούς επιχείρησής του. Έτσι αποχώρησε από το Άγιο Όρος και επανήλθε στη σκιά του Άθω, δηλαδή στη Σκιάθο αφού ο χειμώνας δεν προσφέρεται για καμιά απολύτως πολεμική δραστηριότητα.

Από την άνοιξη του 1803 κατά πάσα πιθανότητα, επαναδραστηριοποιείται και ως κλέφτης στην ξηρά και ως πειρατής προκαλώντας την ανησυχία και την οργή των Τούρκων και κινώντας την περιέργεια, αν όχι και τον ενδόμυχο θαυμασμό του άγγλου περιηγητή Mandelson Bartholdy, o οποίος παρότι τον χαρακτηρίζει «αρχιλήσταρχο» (θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί) γράφει λίγο παρακάτω πως «το επάγγελμά του το ασκούσε με μεγάλη μεθοδικότητα».

Η πτώση του Σουλίου επέφερε τα δεινά της και στον δικό του βίο, γιατί όταν ο Αλή Πασάς τον κάλεσε με τους υπολοίπους αρματολούς λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1803 για να του απονείμουν τα επινίκια για την εξόντωση των Σουλιωτών είχε βάλει ασφαλώς στο μάτι του κυκλώνα τον Νικοτσάρα, τον οποίο αφού σαρκαστικά αποκάλεσε «λύκο», ύστερα προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον σκοτώσει. Ο Νικοτσάρας όμως απέδρασε έντεχνα και διέφυγε τελικά στην Καρίτσα του Κίσσαβου, όπου λίγο αργότερα νυμφεύθηκε την Χάϊδω, η οποία μας είναι γνωστή ως «Χάϊδω η Καπητάνα» από τις σωζόμενες γραφές της Μονής της Αγίας Τριάδος της Γιαννωτάς Ελασσόνος και με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, την Κερασίνα, την Μαρία και τον Πάνο.

Κατά την διάρκεια του έτους 1805 διοργανώθηκε μια συγκέντρωση κλεφταρματολών στο Καρπενήσι, για την οποία έχουν αναπτυχθεί διάφορες θέσεις, όπως ότι συγκροτήθηκε με σκοπό την συνδιαλλαγή των κλεφτών με τον Αλή ή ότι συνέβη λόγω της θέλησης των κλεφταρματολών να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Σέρβους του Καραγιώργη. Ο Νικοτσάρας, παρότι δεν επιβεβαιώνεται εγγράφως η παρουσία του, μάλλον συμμετείχε εξαιτίας της εξέχουσας θέσης του στις «τάξεις» των κλεφταρματολών της εποχής του. Αν κρίνουμε από όσα επακολούθησαν, μπορούμε ίσως με κάποια ασφάλεια να υποθέσουμε πως η άτυπη αυτή «σύνοδος» συνέβη για τον καθορισμό επαναστατικής ενέργειας κατά του Αλή εν μέρει και κατά της σουλτανικής αρχής εν γένει μέσω της βοήθειας που παρείχαν οι Έλληνες στους Σέρβους. Δυστυχώς όμως τα στοιχεία σ’ αυτή την περίπτωση είναι ελλιπή.

Ο ανήσυχος Τσάρας όμως το 1806 συγκέντρωσε τους Κλεφταρματολούς σε κάποιο «Ναό της Παναγιάς», κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα, και αποφάσισαν να πλήξουν εστίες των Τούρκων, έχοντας φυσικά ως ορμητήριό του τις Βόρειες Σποράδες και δη τη Σκιάθο. Στα τέλη του ιδίου έτους, τον Οκτώβρη του 1806, σε συνεργασία με τον Γιάννη Στάθα και τον Κωστή Μπελάρα κινήθηκαν με επιτυχία κατά κάποιου τουρκικού εμπορικού πλοίου που ερχόταν από τη Ρωσία, καθόσον τα «ιντερέσα του γένους» όπως έγραφε «απαιτούν να τον τρακάρομεν». Η επιστολή αυτή δεικνύει για πρώτη φορά την ανεπτυγμένη εθνική συνείδησή του, γι’ αυτό είναι και πολύ σημαντική.

Ο Νικοτσάρας τότε, στο απόγειο της δόξας του, θα αναπτύξει και πάλι δράση κατά των τυράννων του γένους λίγο αργότερα στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Επηρεασμένος και αυτός από το περιρρέον κλίμα φιλορωσισμού που διακατείχε τον ελληνικό λαό ήδη από την εποχή των ορλοφικών εξαιτίας της ομοδοξίας των δύο λαών και μη μπορώντας να καταλάβει πως τα συμφέροντα των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων δεν λειτουργούν βάσει συναισθηματικών παρορμήσεων και προσηλώσεων, θα διατεθεί, με ζέση και πάθος, ψυχή τε και σώματι στον αγώνα της λευτεριάς στο πλευρό των Ρώσων.

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος ξεσπά στις 20 Δεκεμβρίου 1806, και ο Νικοτσάρας αναλαμβάνει δράση κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του 1807, πηγαίνοντας πρώτα στην Ύδρα. Οι προύχοντες, τότε, φοβούμενοι πως ο ερχομός του θα προκαλούσε την ηρωική ανάταση του λαού και τυχόν αντίποινα από τουρκικής πλευράς, εφευρίσκουν τρόπο νομιμοποίησής του δίνοντάς του πιστοποιητικό υπηκοότητας της Ιονίου πολιτείας. Έτσι από την Ύδρα πήγε στη Ζάκυνθο, στην οποία τότε είχε μαζευτεί όλος ο ανθός της κλεφτουριάς. Ο Νικοτσάρας από εκεί ζήτησε από τους Ρώσους να του εξοπλίσουν ένα καράβι, με το οποίο θα μπορούσε να διεξάγει ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Το αίτημά του όμως δυστυχώς δεν έγινε αποδεκτό, διότι όπως έγραφε ο Γενεράλ Μαγγιόρ Παπαδόπουλος, στρατηγός του ρωσικού στρατού, στον Αναγνωσταρά «τα καράβια κάμνουν χρείαν δι’ άλλην δούλεψιν και δι’ άλλους σκοπούς».

Τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου του 1807 ο Ναύαρχος Δημήτριος Σινιάβιν, κύριος διευθυντής των επιχειρήσεων αποστέλλει στους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ένθερμη προκήρυξη, στην οποία τους προσκαλεί να συστρατευθούν με τις ρωσικές δυνάμεις κατά του κοινού εχθρού. Λίγο μετά την εισβολή των Ρώσων στην Τένεδο, ο Νικοτσάρας, θέλοντας μετά μανίας να πολεμήσει διαθέτοντας μεγαλύτερες και πιο συγκροτημένες δυνάμεις, θα επαναφέρει εκ νέου το αίτημά του για τη διάθεση από πλευράς των Ρώσων εξοπλισμένου καραβιού. Ο Στρατηγός Παπαδόπουλος, παρόλο που θέλησε να τον ευχαριστήσει δεν το κατόρθωσε, γιατί ο Νικοτσάρας κρίθηκε ως χρησιμότερος στην Τένεδο προς ενίσχυση των ρωσικών δυνάμεων.

Έτσι στις αρχές Μαΐου αναχωρεί για τις Βόρειες Σποράδες, Σκιάθο, Σκύρο, Σκόπελο για να στρατολογήσει τους κατοίκους των νησιών στην εκστρατεία. Οι τουρκικές αρχές εκδίδουν διάταγμα υπό τον Καμπουδάν Πασά Χατζή Ιμπραήμ Εφέντη χρησιμοποιώντας και το δέσμιο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην προσπάθειά τους να πείσουν με ρητή διαταγή να κάψουν όλα τα τιμόνια των μικρών και μεγάλων καραβιών, ώστε να καταστούν άχρηστα στους εχθρούς της κρατεάς βασιλείας.

Ο Νικοτσάρας βέβαια συνέχισε το έργο του, ώσπου στις 28 Μαΐου 1807 λαμβάνει επιστολή από τον Παλατίνο, που τον προτρέπει να συναντηθεί με τον Σινιάβιν, για να του δώσει «τις νουθεσίες του» για «εκστρατεία», η οποία θα μπορούσε «να πληγώσει τον εχθρό». Την 1η Ιουνίου του 1807 του παραδίδεται πιστοποιητικό ελεύθερης διέλευσης από τον Γεώργιο Αλμέρτη στη Σκιάθο και λίγες ημέρες αργότερα, την 7η Ιουνίου του 1807 ο Σινιάβιν τον προσκαλεί στην Τένεδο για να τον εντάξει στα στρατεύματα του «υψηλού θρόνου» της Ρωσίας. Όλως παραδόξως, την ίδια ημέρα, ο ναύαρχος λαμβάνει απάντησή του και του αποστέλλει εκ νέου επιστολή προτρέποντάς τον να μεταβεί για συνομιλίες στην Τένεδο.

Παρότι δεν είναι εξακριβωμένο το σχέδιο των Ρώσων, μάλλον ήθελε τον τολμηρό αυτό άνδρα για να διασχίσει τη Μακεδονία με πρώτο σταθμό τη Βλαχία, και από εκεί να οδηγηθεί με τους Ρώσους προς ενίσχυση του Καραγιώργη.

Πρώτα απ’ όλα όμως έπρεπε πάσει θυσία να διατηρηθεί η Τένεδος, η οποία ήταν το καλύτερο σημείο εγκλωβισμού και αναχαίτισης των Τούρκων στην είσοδό τους στο Αιγαίο Πέλαγος. Έτσι τα μικρά και ευέλικτα καράβια του Νικοτσάρα χρησιμοποιήθηκαν τότε ως δυνάμεις ναυτικού αιφνιδιασμού ακολουθώντας τα ρωσικά πλοία που ως σκοπό τους είχαν την εγκατάσταση των ρωσικών δυνάμεων στο νησί.

Η ανεπιτυχής προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν την Τένεδο, ακολουθεί την καταδίωξή τους από τις ναυτικές δυνάμεις των Ρώσων και την σκληρή ναυμαχία που δόθηκε στο Άγιο Όρος. Οι απώλειες ήταν μεγάλες και για τα δύο μέρη, όμως προς το παρόν η ζυγαριά έκλεινε υπέρ των Ρώσων. Παράλληλα με όλα αυτά, ο Νικοτσάρας είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται στη Μακεδονία. Αφού αφίχθηκε στον κόλπο του Ορφανού με τα παλικάρια του , κατευθύνθηκε προς τη Ζίχνη, αλλά κοντά στο βουνό Μένοικο, το λεγόμενο τότε Μπόζ-Ντάγ διεξήχθη σκληρή τριήμερη μάχη μεταξύ τους με τους αριθμητικά υπέρτερους κατά πολύ του Βαλή της πόλης των Σερρών Ισμαήλ Μπέη. Ως εκ θαύματος κατόρθωσε να γλιτώσει με πολλές απώλειες και έκτοτε ξεκινάει το δράμα του που διήρκεσε ως το θάνατό του. Αφού καταταλαιπωρημένος, αλλά πάντοτε αδούλωτος προχώρησε με τα παλικάρια του στο Πράβι ( σημερινή Ελευθερούπολη), μέσω του όρους Παγγαίου με σκοπό να ανεφοδιαστεί, κατάκοπος από τα δεινά που του είχαν επισωρεύσει οι πολεμικές συγκρούσεις των τελευταίων ημερών βρήκε- τί ειρωνεία! – την γέφυρα του ποταμού Αγγίτη κοντά στο Πράβι αλυσόδετη και τους Τούρκους του Ισμαήλ Μπέη να τον αναμένουν διακαώς. Μη λογίζοντας όμως κανέναν πόνο και κανένα βάσανο και με απόλυτη προσήλωση στο στόχο του έκοψε με το τσεκούρι που κουβαλούσε πάντα μαζί του την αλυσίδα, όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι, και επανήλθε στον κόλπο του Ορφανού, ύστερα από μια ακόμα ηρωικότατη τριήμερη μάχη. Από τη Μακεδονία διέφυγε κατά πάσα πιθανότητα μέσω Αγίου-Όρους καταφεύγοντας ξανά στην ασφάλεια της Σκιάθου.

Η επισυναφθείσα όμως ειρήνη του Τίλτσιτ της 25ης Ιουνίου 1807, μεταξύ Τούρκων και Ρώσων, είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψή του από τους πρόσφατους συμμάχους του Ρώσους.

Στο πρώτο διήμερο ή τριήμερο του Ιουλίου του 1807, οι Κλεφταρματολοί συγκεντρώθηκαν στη Σκιάθο και αποφάσισαν ομόθυμα την έναρξη πειρατικού αγώνα κατά των Τούρκων. Τα αντίποινα των Κλεφταρματολών τις ημέρες εκείνες ήταν τρομερά, εφόσον λεηλάτησαν όσα τουρκικά χωριά μπόρεσαν, όπως επίσης τρομερές υπήρξαν και οι δυνάμεις καταστολής των Τούρκων. Τον αφανισμό των ελληνικών δυνάμεων απέτρεψε η βοήθεια του Άγγλου ναυάρχου John Stuart, o οποίος εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία βρισκόταν τότε η Αγγλία με την Τουρκία, έσωσε με την φρεγάτα του «Sea Horse» (θαλάσσιο άλογο) τους στολίσκους των κλεφταρματολών. Τελικά οι Τούρκοι εξαναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας προκλήθηκε με την αγαστή συνεργασία και των δύο δυνάμεων, γιατί η αγγλική ναυαρχίδα λειτούργησε ως δύναμη κρούσης συνεπικουρούμενη από τα μικρά και ευέλικτα καράβια των κλεφταρματολών.

Αμέσως μετά την ναυμαχία ο ήρωάς μας αποβιβάζεται στο Λιτόχωρο θέλοντας να συνεχίσει τον αγώνα του κατά του Αλή Πασά. Σε μια συμπλοκή που διεξήχθη πυροβολήθηκε βαριά στο υπογάστριο (άγνωστο από ποιόν) και λίγες ώρες μετά υπέκυψε στα τραύματά του. Κηδεύτηκε και θάφτηκε στη Σκιάθο, μάλλον από τον αδελφό του Παπα-Καλλίνικο στου Λεχωνιού το ρέμα. Ο θάνατός του πρέπει να συνέβη την 8η Ιουλίου του 1807. Και έτσι ένας μεγάλος ακόμα ήρωας του ελληνικού έθνους έσβησε και προστέθηκε στον μακροσκελή κατάλογο των πεσόντων υπέρ πίστεως και ελευθερίας.

Αρωγοί και συνάμα αγαστοί εν πολλοίς συνεργάτες του Νικοτσάρα, όπως επίσης και πολλών άλλων κλεφτών υπήρξαν οι καλόγεροι των μοναστηριών, από τους οποίους ο Νικοτσάρας είτε εισέπραττε ετήσιους λουφέδες όπως από το μοναστήρι της Ολυμπιώτισσας, είτε του παρείχαν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τον αγώνα του.

Τέλος, παρότι θα ήθελα να εκφράσω την προσωπική μου άποψη σχετικά με το τί θα γινόταν αν ο Νικοτσάρας ζούσε κατά την περίοδο της επανάστασης του ’21, δεν μπορώ να το πράξωˑ δεδομένου ότι η δουλειά του ιστορικού δεν είναι να εικάζει τα γεγονότα του μέλλοντος, αλλά να ερμηνεύει αυτά του παρελθόντος . Ωστόσο, κι αν ακόμα θα το έπραττα, σίγουρα θα συνθλιβόμουν αν τολμούσα να αναμετρηθώ με πολύ μεγάλους άνδρες των ελληνικών γραμμάτων, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Μωραϊτίδης, ο Παλαμάς, ο Πεντζίκης, ο Φώτης Κόντογλου, κ.ο.κ., οι οποίοι με την πέννα τους φιλοτέχνησαν τον απαράμιλλο ηρωισμό του, δοξάζοντάς τον όπως αρμόζει να δοξάζονται τέτοιοι Έλληνες.


Ευχαριστίες


Τέλος ομιλίας



(Το κείμενο είναι εκφωνηθείς λόγος του Αριστοτέλη Νικ. Σπυριδόπουλο, υπ. διδάκτορος Ιστορίας στο Α.Π.Θ.)





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις