Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

 





Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

(Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους 1790-1821)



Εις αντικατάστασιν του κατά το έτος 1790 παραιτηθέντος Επισκόπου Ιερισσού και Αγίου Όρους Γερασίμου, εξελέγη τω αυτώ έτει ο Ιγνάτιος, παραμείνας ως τοιούτος μέχρι του 1821, ότε και υπέστη μαρτυρικόν θάνατον, αναδειχθείς εις των φλογερωτέρων Ελλήνων Ιεραρχών.

Που εγεννήθη και ποίας μορφώσεως έτυχε δεν γνωρίζομεν υποθέτομεν ότι υπήρξεν αδελφός Ιεράς τίνος Μονής του Αγίου Όρουςˑ εις ην εμορφώθη, διότι διεκρίνετο δια την παίδευσίν του . Η πληροφορία, ότι μετά την ανάδειξίν του ως Επισκόπου της επαρχίας ταύτης, ανετέθη αυτώ η προεδρία των εν Άθωνι Ιερών Μονών, δεν απηχεί την ιστορικήν αλήθειαν, διότι ουδείς ποιμενάρχης της Επισκοπής ταύτης διετέλεσε και Πρόεδρος των ιερών τούτων καθιδρυμάτων, διότι, ως γνωρίζομεν, το Άγιον Όρος αυτοδιοικείται, ουδεμίαν παρ’ ουδενός έχον εξάρτησιν, ει μη μόνον εκ του Πατριαρχείου Κων/πόλεως, και ταύτην πνευματικήν.

Ανεξαρτήτως τούτων, ο Ιγνάτιος κατέστη περισσότερον γνωστός δια την εθνικήν αυτού δράσιν.

Άμα τη κηρύξει της Ελληνικής Εθνεγερσίας, εσημειώθη και εις την Χαλκιδικήν Επαναστατική κίνησις, χάρις εις την δραστηριότητα του εκ Σερρών εμπόρου και μέλους της Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Παπά, εις ην μετέσχον και μοναχοί του Αγίου Όρους, οι οποίοι διεκρίθησαν και τότε δια τον ένθεον αυτών εθνικόν ζήλον, εις δε τον Ιγνάτιον, ως όμορον Αρχιερέα, και ιδίως ως ενθουσιώδη αγωνιστήν, ανετέθη η όλη φροντίς και υπευθυνότης των πολεμικών εξουσιών δια την άμυναν τούτου.

Ούτος όμως αντιληφθείς το επισφαλές των Ιερών τούτου Μονών, εν συνεννοήσει μετά των καθηγουμένων και προϊσταμένων τούτων, απεφάσισεν, όπως αποσταλώσιν εις ασφαλή μέρη, έξω του Αγίου Όρους, τα πολύτιμα τούτου κειμήλια, προς διαφύλαξιν εκ τυχόν αρπαγής υπό των Τούρκων, εις ην περίπτωσιν ήθελον εισέλθει ούτοι εις αυτάς, παρακαλέσας προς τούτο την προσωρινήν διοίκησιν της Ελλάδος, όπως φροντίση δια την παραλαβήν και προφύλαξιν τούτων.

Και πράγματι, όταν κατά Δεκέμβριον του 1821 ισχυρά τμήματα του Τουρκικού στρατού ήρχισαν καταλαμβάνοντα τας Μονάς, οι περισσότεροι των μοναχών της Μεγίστης Λαύρας, Ιβήρων, Παντοκράτορος, Διονυσίου, Γρηγορίου, Εσφιγμένου, Κωνσταμονίτου και άλλων τοιούτων, παραλαβόντες τα ιερά αυτών κειμήλια ανεχώρησαν εξ Άγιου Όρους, μεταφέροντες ταύτα εις τας νήσους Σκύρον, Σκόπελον, Σκιάθον, Ψαρά, Ύδραν, Πόρον, Πελοπόννησον και αλλαχού.

Έχομεν δ’ απηκριβωμένας πληροφορίας, κατά τας οποίας οι Καθηγούμενοι των Ι. Μονών Διονυσίου Στέφανος και Γρηγορίου Γρηγόριος, λόγιοι μοναχοί, μετά περιπετειώδη πλουν έφθασαν εις Πόρον, συναποκομίζοντες μεθ’ εαυτών μέγαν αριθμόν κειμηλίων των, ων προΐσταντο, Ιερών Μονών, και εκείθεν εις Κόρινθον, εν η προσωρινώς είχε την έδραν αυτής η τότε Κυβέρνησις, και εμφανισθέντες ενώπιον του επί της Θρησκείας Μινίστρου, Επισκόπου Ανδρούσης Ιωσήφ Νικολάου, ου μόνον εξέθεσαν εις αυτόν την, εις ην ευρίσκετο, οικτράν κατάστασιν, το Άγιον Όρος, λόγω της αποτυχίας του απελευθερωτικού υπ’ αυτών αγώνος και τα υπό των Τούρκων έκτροπα, εκ των οποίων δεινώς εδοκιμάσθη τούτο, και την καταπληκτικήν μείωσιν του αριθμού των μοναχών αυτού, αλλά και τον παρεκάλεσαν, όπως ενδιαφερθή δια την διαφύλαξιν των, ων μεθ’ εαυτών έφερον, ιερών κειμηλίων.

Την παράκλησιν ταύτην ασμένως και εκθύμως ούτος την απεδέχθη, ως πιστούται και εκ του υπ’ αριθμ. 182 και από 5ης Απριλίου (εκ Κορίνθου) 1822 γράμματος τούτου προς αυτούς, δι’ ου γνωρίζει τούτοις, ότι το Υπουργείον «έλαβε πρόνοιαν ου την τυχούσαν περί της ασφαλείας των ιερών σκευών και κειμηλίων, ίνα κατατεθώσιν εις ασφαλέστερον μέρος κατά την Πελοπόννησον μέχρι της αποκαταστάσεως του Έθνους», ότε, μετ’ αυτήν, «θέλετε αποκατασταθή πάλιν και η οσιότης σας εις τα ψυχωφελή σας καταγώγια» , ως έπραξε και δια τα τοιαύτα των εν Σκοπέλω ιερών κειμηλίων της Ι. Μονής Παντοκράτορος, τα οποία ολίγου δείν να εφυγαδεύοντο, και τοιουτοτρόπως να «στερηθή το έθνος τοιούτων Ιερών και προγονικών θησαυρών».

Δια τούτο απέστειλεν εις την νήσον ταύτην προς παραλαβήν και μεταφοράν τούτων εις Πελοπόννησον, «δια να τεθούν όπου εστίν ασφάλεια», τους «Βουλευτάς Γρηγόριον Κωνσταντάν και τον Αρεοπαγίτην Δρόσον», ίνα εν συνεργασία μετα των προκρίτων ταύτης και των αυτόθι παρεπιδημούντων, λόγω των καιρικών συνθηκών, Αρχιερέων Δημητριάδος Παρθενίου και Αρδαμερίου Ιγνατίου και του οικείου Επισκόπου Σκοπέλου Ευγενίου Οικονόμου, ως και των μοναχών Παντοκράτορος Ευθυμίου και Παμβώ, διακεκριμένης Αγιορειτικής προσωπικότητος, και του Κ. Τασίκα καταγράψωσι τα ιερά τούτου κειμήλια, τα οποία εν συνεχεία, αφού τα παραλάβωσι, τα μεταφέρουν εις Πελοπόννησον.

Εκ των ενεργειών τούτων του Μινίστρου της Θρησκείας «πιστούται το εδιαφέρον της Ελληνικής Πολιτείας προς περιφρούρησιν των ιερών κειμηλίων και σκευών των Μονών του Αγίου Όρους, αίτινες κατά την εποχήν εκείνην ευρέθησαν εις σοβαρωτάτην — έκρυθμον κατάστασιν, συνεπείς της αποτυχίας του απελευθερωτικού εν αυτώ αγώνος»ˑ άτινα κατά το έτος 1830, αποφάσει του Εθνικού Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδιστρίου, δι’ εθνικού πολεμικού πλοίου μετεκομίσθησαν αυτόσε επιστραφέντα εις τας οικείας Μονάς .

Εν τω μεταξύ όμως ο Ιγνάτιος, συλληφθείς υπό των Τούρκων, υπέστη μαρτυρικόν θάνατον, θυσιασθείς δια την κατίσχυσιν της τε Εκκλησίας και του Έθνους ημών.



Πηγή: Το κείμενο συνέγραψε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρώην Λήμνου κυρός Βασίλειος (κατά κόσμον Ατέσης Βασίλειος), και κυκλοφόρησε στην περιοδική έκδοση Θεολογία, τεύχ. 42, με τίτλο «Εθνομάρτυρες αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1821-1869».




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις