Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
Είχε γίνει σκέψις να κατεδαφισθή το ιστορικό γεφύρι της Άρτας, το συνδέον τας δύο όχθας του Αράχθου, και να αντικατασταθή δι’ άλλου εκπληρούντος τας σημερινάς ανάγκας της συγκοινωνίας, εγειρόμενον επί των θεμελίων του πρώτου. Βέβαια το παλαιό γεφύρι έχει υποστή τα τραύματα του χρόνουˑ η διάβασις δι’ αυτοκινήτων είναι δύσκολος και οι μηχανικοί του δημοσίου συνέστησαν την κατασκευήν νέου τοιούτου . Αλλά το γεφύρι αυτό έχει ιστορικήν σημασίαν και η παράδοσις το κατέστησε θρυλικόν. Περί αυτό έχουν πλασθή δραματικοί μύθοι και η λαϊκή μούσα μετέφερε τούτους εις όλην την Ελλάδα. Η κατεδάφισίς του προσκρούει εις το κοινόν αίσθημα και υπάρχει κάποια ελπίς, ότι θα γίνουν σεβαστά και τα δικαιώματα της ιστορίας.
Πολλοί πιστεύουν ότι το γεφύρι αυτό κατεσκευάσθη επί των Ρωμαϊκών χρόνων, επομένως είναι από τα αρχαιότερα μνημεία της Άρτας, διότι το φρούριον αυτής είναι μεταγενέστερον και αι σωζόμεναι Εκκλησίαι της είναι Βυζαντιναί. Η γνώμη αυτή δεν μού φαίνεται ακριβής, καθ’ όσον η θεμελίωσις της Άρτας είναι μεταγενεστέρα και οι χρονογράφοι αναφέρουσιν ότι ιδρύθη αύτη κατά τον δέκατον περίπου αιώνα. Περί της παραγωγής του ονόματός της υπάρχουν πολλαί εκδοχαί. Είς χρονογράφος της Ηπείρου αναφέρει ότι ο εξ Αγκώνος Κυριακός επισκεφθείς την πόλιν κατά το 1336 την ονομάζει Ακαρνανικήν Αράχθειαν, ο δε Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλλ τοποθετεί αυτήν εκεί, όπου άλλοτε ήτο η αρχαία Αράχθεια, εξάγει δε το συμπέρασμα, ότι έλαβε το όνομα τούτο εκ της παραφθοράς του ονόματος τούτου. Ο άλλοτε Αθηνών Μελέτιος δεν αποδέχεται την γνώμην του Πουκεβίλλ, αλλ’ υποστηρίζει ότι η λέξις Άρτα προήλθεν εκ του ποταμού Αράχθου και ότι ηγέρθη επί του Αμφιλοχικού Άργους. Κατά τον χρονογράφο όμως της Ηπείρου η Άρτα έλαβε το όνομα τούτο εκ της αφθόνου παραγωγής σιτηρών, διά των οποίων εξοικονόμουν τον άρτον των πολλαί κώμαι της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, διότι μέχρι σήμερον άδεται εν Ηπείρω το δίστιχον·
«Η Άρτα ’ναι χρυσός μπαξές,
κλουβί με πέντ’ αηδόνια,
και όποιος την κατηγορεί
να τού κοπούν τα πόδια».
Έτσι πιστεύεται ότι το όνομα της ιστορικής πόλεως προέρχεται εκ της λέξεως «άρτος». Υπό το όνομα δε τούτο αναφέρεται από τού 1081 υπό της Άννης Κομνηνής, ενώ κατά τον Η’ αιώνα ο μοναχός Πρόκολος την ονομάζει Ακαρνανίαν. Αλλ’ η ιστορία της Άρτας είναι μακρά, τα δε περί της παραγωγής του ονόματός της γραφέντα είναι πάμπολλα, τα οποία θα ηδύναντο ν’ αποτελέσουν ιδιαίτεραν μελέτην.
Και ως προς τον χρόνον της εγέρσεως της γεφύρας ταύτης δεν συμφωνούν οι χρονογράφοι της Ηπείρου. Είς τούτων φρονεί ότι η γέφυρα εκτίσθη προ Χριστού υπό των Ρωμαίων, ο άλλοτε δε Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ υποστηρίζει, ότι ηγέρθη επί της εποχής τού Δεσπότου της Ηπείρου, ότι η Άρτα ήτο πρωτεύουσα αυτής και πιθανώς υπό τού Δεσπότου Μιχαήλ Β’. Αλλ’ ο ίδιος ιστορικός Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει, ότι το γεφύρι πιστεύεται παρ’ απάντων των Αρταίων, ότι εκτίσθη κατά το 1666 παρ’ ενός Ηπειρώτου, παντοπώλου, Θιακογιάννη Γυφτοπούλου καλουμένου, διηγείται δε την ιστορίαν της οικογενείας αυτού ως ακολούθως· ο Αρτηνός παντοπώλης αγοράσας παρά των Αλγερινών πειρατών καπάσσες (πίθους) ελαίου, τας οποίας είχον ληστεύσει ούτοι παρά τινος εμπόρου, εύρε μεν εις αυτάς ελαχίστην ποσότητα ελαίου, αλλ’ υπ’ αυτό άφθονον χρυσόν, τον οποίον είχε κρύψει ο ληστευθείς, έτσι δε ο παντοπώλης έγινε απροσδοκήτως πλουσιώτατος. Ούτος χάριν της σωτηρίας της ψυχής του και όπως προσφέρη εις τους συνεπαρχιώτας του εύκολον συγκοινωνίαν, ίδρυσεν επί των δύο οχθών τού ποταμού την περίφημον γέφυραν δι’ αρίστων τεχνιτών έχουσαν τέσσαρας αψίδας, εκτός της εν τω κέντρω αυτής υψηλής τοιαύτης.
Εκ της οικοδομήσεως της γεφύρας ταύτης, η οποία υπό των εγχωρίων εθεωρήθη ως αρχιτεκτονικόν θαύμα, προήλθε το περίφημον δημοτικόν τραγούδι, το οποίον από τριών αιώνων φέρεται εις τα στόματα των Ελλήνων, εδημοσιεύθη δε εις απάσας τας συλλογάς δημοτικών ασμάτων υπό τον τίτλον «Της Άρτας το Γεφύρι». Η υπόθεσις αυτού έχει ως εξής·
Χίλιοι τριακόσιοι κτίσται και εξήκοντα μαθηταί των ήρχισαν την κατασκευήν του, εις την οποίαν ειργάζοντο από πρωίας μέχρι της εσπέρας αδιακόπως. Την άλλην όμως πρωΐαν, ότε επρόκειτο να επαναρχίσουν το έργον των εύρισκον τα θεμέλια κατεδαφισμένα, ο δε αρχιμάστορας περιήρχετο εις απελπισίαν. Η ματαία αύτη προσπάθεια της θεμελιώσεως τού γεφυριού εξηκολούθησεν επί μακρόν χρόνον, ότε ημέραν τινά εκάθισεν επί των θεμελίων ένα πουλί και με ανθρώπινην φωνήν είπεν εις τους κτίστας·
«Μαστόροι όπου φτειάνετε ετούτο το γεφύρι,
αν δεν στοιχειώσετ’ άνθρωπο, γεφύρι δεν στεργιώνει.
ούτε άνθρωπο από ταπί, ούτε κάνων διαβάτη,
μόνο τού πρωτομάστορη να πάρτε την γυναίκα».
Ο πρωτομάστορας ακούσας την προτροπήν τού πτηνού εξέλαβεν αυτήν ως κέλευσμα τού Θεού και ως αναπότρεπτον θυσίαν προς θεμελίωσιν ενός έργου τοιαύτης κοινωνικής ωφελείας. Απεφάσισε τότε να θυσιάση την αγαπημένην του γυναίκα εις τον κοινωνικόν τούτον σκοπόν και απέστειλεν ένα εκ των μαθητών του, όπως την φέρη. Ο μαθητής την εύρε «με μαλλάκια ξέπλεγα, τα χέρια στο κεφάλι», και τής ανήγγειλεν τον λόγον της μεταβάσεώς του. Η ωραία γυναίκα έσπευσεν εις την πρόσκλησιν τού συζύγου της και τον ηρώτησε τί την θέλει. Αυτός προσεποιήθη ότι έπασχε, και ενώ αυτή τον περιεποιείτο, ούτος ήρπασε τον ήσκιο της και τον εστοίχωσεν εις τα θεμέλια της γεφύρας. Αφού δε επήρεν έτσι διά τού ήσκιου της το ανάστημά της, τής λέγει·
«Σύρε, κυρά μου, στο καλό και στην καλή την ώρα
κι’ ως πού να πάη στο σπίτι της πέφτει αποθαμένη».
Μετά το δραματικόν αυτό επεισόδιον ήρχισεν η θεμελίωσις τού γεφυριού, το οποίον επερατώθη μετά παρέλευσιν τριετίας. Υπάρχει η παράδοσις ότι το φάντασμα της πρωτομαστόραινας εμφανίζεται κατά τας σεληνοφώτους εαρινάς νύκτας επί της γεφύρας εκείνης και θρηνεί την απολεσθείσαν νεότητά της. Διηγούνται επίσης ότι, όταν διέρχωνται την γέφυραν ταύτην ομάδες ανακρούουσαι μουσικά όργανα, ολόκληρον το γεφύρι σείεται και τρέμει.
Η παράδοσις εκ της οποίας ανέβλυσε το ωραίο αυτό τραγούδι, ανάγεται εις αρχαιοτάτας εποχάς των ανθρωποθυσιών προς θεμελίωσιν μεγάλων κτηρίων. Αι τοιαύται περί θυσιών ιδέαι εξακολουθούν μέχρι σήμερον παρά τοίς λαοίς, και δεν θυσιάζονται μεν άνθρωποι, αλλά πάντως κατά την θεμελίωσιν οιασδήποτε οικοδομής, χύνεται το αίμα ενός αλέκτορος. Τοιούτος θρύλος περιβάλλει το ιστορικόν αυτό γεφύρι, το οποίον ίδρυσεν ο πλούσιος παντοπώλης της Άρτας εκ των θησαυρών, τους οποίους εύρε εις τα πιθάρια τα αγορασθέντα από τους Αλγερινούς πειρατάς.
Ο Θιακογιάννης μάλιστα δεν εδέχθη την συμμετοχήν εις τας δαπάνας της κατασκευής του, τας προταθείσας υπό των πλουσίων Οθωμανών. Ένα γεφύρι περικλείον τοιαύτας παραδόσεις, δεικνύον δε και την αρχιτεκτονικήν των χρόνων της Τουρκοκρατίας, θα είναι αδίκημα να πέση υπό την σκαπάνην των συγχρόνων αναγκώνˑ αίτινες δεν διαφέρονται ούτε διά την ποίησιν, ούτε διά τας παραδόσεις των λαών και αποβλέπουσι μόνον εις το πρακτικόν όφελος . Ο νεώτερος πολιτισμός ισοπεδώνει τα πάντα και κάτω από τον οδοστρωτήρά του εξαφανίζονται τα πάντα. Αλλά η ιστορία και οι θρύλοι έχουν επίσης τα δικαιώματά των, διότι συνδέονται με την ζωήν ενός λαού και με την ποίησιν αυτής.
Θ.Β.
Πηγή: “Η Δωδώνη - Μεγάλη Δεκάτομη Πανηπειρωτική Εγκυκλοπαίδεια”, η οποία ξεκίνησε την έκδοσή της μεταξύ των ετών 1959-1960.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
ΜΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΟΠΛΑΡΧΗΓΩΝ ΠΡΙΝ ΤΟ 1821!
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Ένας Ιερέας και ήρωας πολέμου, ο Διονύσιος Παπανικολόπουλος.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου