Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΣ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΗΣ, Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΗΣ

  ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΣΗΣ  ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΗ ΤΟΥ 1821      Ιωάννης Αμβροσιάδης      Αγωνιστής του ’21, Ομογενής μεγαλέμπορος στην Οδησσό, ακολούθησε τον Υψηλάντη, επιφανής Ιερολοχίτης.      Επιστολή στον Ιωάννη Μακρή, δάσκαλο στην Οδησσό      Ιάσιον 24 Φεβρουαρίου 1821      Φίλε Μακρή,      Σε ασπάζομαι καγώ τον ασπασμόν της Πατρίδος, Χθες την δωδεκάτην ώραν τριακόσιοι πενήντα ιππείς, και διπλάσιοι τόσοι πεζοί, εκινήθημεν εκ του Γραικικού Στρατοπέδου και ήλθομεν διά της μεγάλης λεωφόρου όλοι ένοπλοι εις την εκκλησίαν των Τριών Ιεραρχών ˑ οπού μεταλαβόντες μετά των αρχηγών μας των αχράντων μυστηρίων υψώσαμεν τας ελληνικάς μας σημαίας Ψάλλοντες το « Μεθ’ ημών ο Θεός γνώτε » και τα εξής . Αι σημαίαι μας είναι τρεις · η πρώτη έχει επί τριχών μορφώματος τον ανοιγόμενον Φοίνικα της Ελλάδος καταλαμπόμενον υπό των αχτίνων του ακοιμήτου ο...

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

 




 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

 

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ τόμος 21°< σελ. 253, 254. Γλώσσα, του Βασίλη Αναστασιάδη, «Αναμνήσεις από το Αφσάρι των Φαράσων». Αφηγητής: Κώστας Αναστασίάδης (+1987), καταγραφή 1966.

 

Γλώσσα

Η γλώσσα μας ήταν ελληνική, ένα ιδίωμα της Καππαδοκικής διαλέ­κτου. Το ιδίωμα αυτό ήταν η γλώσσα όλων των κατοίκων του χωριού μου. Αυτοί που ήταν πάνω από 15 ετών, κυρίως οι άντρες∙ ήξεραν να μιλούν και τα τουρκικά, που τα χρησιμοποιούσαν, όταν έρχονταν σε επαφή με τους Τούρκους. Μεταξύ τους ποτέ δε μιλούσαν Τουρκικά, αλλά το ελλη­νικό ιδίωμα των Φαράσων της καππαδοκικής διαλέκτου.

Αυτό έμοιαζε με τη γλώσσα των εξής ελληνικών χωριών, που βρί­σκονταν ολόγυρα από το χωριό μου: Φάρασα, Σατής, Κίσκα, Τσουχούρι, Γαρσαντής. Τα Φάρασα απείχαν από εμάς 5 ώρες με τα πόδια, ο Σατής 3 ώρες, η Κίσκα 3.30 ώρες, το Τσουχούρι 4 ώρες και ο Γαρσαντής 8 ώρες. Η γλώσσα όλων αυτών των χωριών έμοιαζε πάρα πολύ και στη μορφο­λογία και στη σύνταξη. Ήταν η ίδια γλώσσα παντού. Το ίδιο συνέβαινε και στο λεξιλόγιό τους. Η ομοιότητα αυτή οφείλεται σε λόγους αποικισμού. Παλιότερα η Κίσκα, ο Σατής και το Τσουχούρι ξεκίνησαν από το Αφσάρι, ενώ ο Γαρσαντής μάλλον θα ξεκίνησε από τα Φάρασα. Οφείλεται όμως και σε λόγους συναλλαγών και σχέσεων, γιατί συχνά ερχόμασταν σε επαφή όλοι οι κάτοικοι των παραπάνω χωριών. Συχνά δίναμε και παίρναμε κορίτσια από τα χωριά αυτά, συνάπταμε συγγένειες μαζί τους κι έτσι ερχόμασταν πολλές φορές σε επαφή μαζί τους.

Υπήρχαν στη γλώσσα μας και τουρκικές λέξεις όχι όμως πολλές. Αλλά κι αυτές οι λίγες είναι προσαρμοσμένες στο τυπικό της ελληνικής γλώσσας και κλίνουνται σχεδόν όπως οι ελληνικές λέξεις. Σάς αναφέρω μερικές: τάσι (κύπελλο), το κετίσι (συμπεριφορά), ο χισίμης (συγγενής), τσαρούχι (τσαρούχι), γαϊρτώ (υποστηρίζω), κορκουσούζης (αχόρταγος), τσαχμάχι (τσακμάκι), κέσίτι (συνεταιρισμός, συνεργασία), γαϊνής (κουνιά­δος), παλτούζα (κουνιάδα), κετσίμι (ζωή), μασιάς (μασιά), ταπιάτι (δια­γωγή), κουζέλι (όμορφος), πατιέου -πατιέσα (καταστρέφομαι, βουλιάζω - καταστράφηκα, βούλιαξα), τουρούμι (ρολός), ταβλί (επίμηκες κομμάτι δέρματος), πουιτιέου (κρυώνω), έτς (καθόλου), σουρούς (κοπάδι), γουζί (αρνί), μεχτάτσι (υποχρέωση), χαπάρι (είδηση), χαπαρζιζτά (ξαφνικά), χούι (ελάττωμα), πέλκι (ίσως), κεχάς (πρόεδρος), εσκέρι (στρατός, στρα­τιώτης), τσαντερμές (χωροφύλακας).

Μιλούσαμε πάντοτε το ελληνικό ιδίωμά μας. Οι ενήλικοι όμως γνώ­ριζαν και την τουρκική, που τη μιλούσαν μόνο με τους Τούρκους, με τους οποίους συχνά ερχόμασταν σε επαφή γιατί γειτονεύαμε και με τουρκικά χωριά. Στην εκκλησία και γενικά σε όλες τις εκδηλώσεις της θρησκευτικής λατρείας χρησιμοποιούσαμε την ελληνική γλώσσα, όπως συμβαίνει σήμερα σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Στο σημείο αυτό θα αναφέρω και μερικές αρχαίες ελληνικές λέξεις: ρύπους (<ρύπος)= λέρα, νιστία (<εστία)= φωτιά, ρίφι (<ερίφιον)= κατσίκι, λαχτόρι (<αλέκτωρ)= κόκορας, ξάου (<αύξω)= αυξά­νομαι, μεγαλώνω, βροσόνι (<βραχίων)= βραχίονας, ξινάρι (<αξίνη)= κα­σμάς, τσαπί, πελέτσι (<πέλεκυς)= τσεκούρι, χρεία (<χρεία)= τα φαγώσιμα που έπαιρνε μαζί του ο εργαζόμενος έξω από το σπίτι του, ιμάτι (<ιμάτιον)= εσώρουχο, πιτένι (<πίτυς)= πεύκο, αμνάω (<ομνύω)= Ορκίζομαι. Ιστάμι, ιστάσι, ιστάτι, ιστάμιστι, ιστάστι, ιστάντι (<ίσταμαι)~ στέκομαι κ.λπ.


Παρόλα αυτά, η ελληνική γλώσσα μπόρεσε να επιβιώσει. Το γεγο­νός δείχνει τις ισχυρές αντοχές που είχαν οι άνθρωποι αυτοί, που εξα­κολούθησαν να μιλούν Ελληνικά στα βάθη της Ανατολίας∙ χάρη στη θέληση των κατοίκων της Καππαδοκίας να διατηρήσουν την ελληνική τους συνείδηση και χάρη επίσης στην αγάπη τους για την Ιστορία των Ελλήνων προγόνων τους.

Τα πολυάριθμα σχολεία σε όλη την Καππαδοκία, η αγάπη για την παιδεία και τον πολιτισμό, αποδεικνύουν περίτρανα τα θετικά αποτε­λέσματα που είχαν οι Καππαδόκες, γιατί μέσα από τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισαν, κατόρθωσαν να επιβιώσουν, να δη­μιουργήσουν και κυρίως να διαφυλάξουν την ελληνική γλώσσα όπως και την πίστη τους στη θρησκεία.

Τέλος, υπήρχε πάντα μια αδιάκοπη εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

 

Πηγή: Πάρης Βορεόπουλος, στο έργο του «Η ΠΑΙΔΕΙΑ, ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ (Από την αρχαιότητα ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924)». Μια έκδοση του “Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού” της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως.

 


 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις