Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
(Ή πολιτιστική προσφορά των Βυζαντινών)
I. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ
Τακτικού Εταίρου της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ είναι ασφαλώς ο λιγώτερο προβλημένος τομέας της δραστηριότητος των βυζαντινών μας προγόνων. Συνήθως γίνεται λόγος για την αρχιτεκτονική, την τέχνη, την ιστορία και άλλες εκδηλώσεις του Βυζαντίου και λιγώτερο για τη λογοτεχνική παραγωγή του· Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Βυζαντινοί δεν έδωσαν αξιόλογη λογοτεχνία. Μπορεί η λογοτεχνία αυτή να μην έφτασε τη λαμπρότητα εκείνης των αρχαίων, όμως το Βυζάντιο έχει να επιδείξη σημαντικά επιτεύγματα σε πολλά είδη του λόγου. Δεν έδωσε βέβαια θεατρικά έργα ή συνέχεια του ελληνικού μυθιστορήματος μας χάρισε όμως σπουδαία ποίηση και υμνογραφία, έδωσε ρητορική, βιογραφία, εγκώμια, ιστορία και σημαντικωτάτη επιστολογραφία. Οι Βυζαντινοί εκμεταλλεύθηκαν όσα περιθώρια τους άφηνε το θεοκρατικό καθεστώς τους και καλλιέργησαν την τέχνη του λόγου με ευθύνη και συνέπεια.
Εξίσου σπουδαία υπήρξε η προσφορά των Βυζαντινών στη
διάσωση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας. Αυτοί αντέγραψαν και διαφύλαξαν τα
χειρόγραφά της. Αν δεν υπήρχε ο Φώτιος, ο λόγιος Πατριάρχης και φίλος της αρχαίας
ελληνικής φιλολογίας, ο όποιος κατά τον ένατο αιώνα ενέπνευσε τη φιλολογική
κίνηση που θεωρείται ένα είδος Αναγεννήσεως και ο μαθητής του Αρχιεπίσκοπος
Καισαρείας Αρέθας, με προτροπή του οποίου περισώθηκαν τόσα χειρόγραφα,
σημαντικό μέρος της αρχαίας μας λογοτεχνίας θα είχε χαθή. Όπως δυστυχώς συνέβη για
πολλά χειρόγραφο με τις δύο αλώσεις (1204 και 1453) και με την πτώση της Κρήτης
(1669 ). Ο ομότιμος Καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Νικόλαος Τωμαδάκης εύστοχα παρατηρεί:
«Όπως και αν έχουν τα πράγματα, εξαιρέσει των
επιγραφών, ο,τιδήποτε γνωρίζομεν σήμερον εκ του αρχαίου κόσμου μνημείον
γραπτόν, εάν δεν προέρχεται από τας αιγυπτιακάς ανασκαφάς, και αυτή τα κείμενα,
τα οποία τυχόν γνωρίζομεν από μεταφράσεις μόνον διασωθέντα εις ανατολικάς
γλώσσας, οφείλεται εις την αντιγραφήν και την συντήρησιν των Βυζαντινών, οι οποίοι
πολλάκις τα εσχολίασαν ή και τα εξεμεταλλεύθησαν λεξικογραφικώς ή άλλως».
Ασφαλώς
την απαστράπτουσα πνευματική παραγωγή των κλασσικών χρόνων δεν την έφθασε το
Βυζάντιο, όπως δεν την ξεπέρασε ως τα σήμερα η οικουμένη ολόκληρη. Ωστόσο οι
Βυζαντινοί δημιούργησαν και μας άφησαν ένα πνευματικό έργο διόλου
ευκαταφρόνητο. Ανέδειξαν μεγάλους ποιητές και υμνογράφους, όπως τον Ρωμανό τον
μελωδό, τον Δαμασκηνό, τον Ανδρέα Κρήτης, τον Κοσμά τον Μαϊουμά, τον Γεώργιο Πισίδη
κ.ά., έδωσαν σπουδαίους ρήτορες, όπως τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, τον Ιωάννη
Χρυσόστομο, τον ιερό Φώτιο κ.ά., ενεφάνισαν σημαντικούς ιστορικούς, όπως τον
Προκόπιο, τον Δούκα, τον Χαλκοκονδύλη, τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, την Άννα
Κομηνή, τον Σφραντζή, τον Βρυέννιο κλπ., και άλλους ακόμη πνευματικούς
δημιουργούς, όπως τον μεγάλο φιλόσοφο Μιχαήλ Ψελλό κ.ά. Ο διαπρεπής
βυζαντινολόγος Κάρολος Κρουμπάχερ, ο οποίος συστηματικά και πλατειά μελέτησε και
προέβαλε την βυζαντινήν λογοτεχνία, έχει γράψει:
«Η βυζαντινή λογοτεχνία είναι η σπουδαιοτάτη εκδήλωσις
του πνευματικού βίου του ελληνικού έθνους και της ρωμαϊκής πολιτείας από της εξόδου
της αρχαιότητος μέχρι των προθύρων των νεωτέρων χρόνων, από τούτου δε μάλιστα του
ορισμού πρέπει να ορμάται η περί της αξίας αυτής κρίσις. Αλλ’ εκτός τούτου η
σημασία αυτής έγκειται και εν τη επιδράσει, ήν εξήσκησεν επί των ανατολικών, σλαυικών
και των εν τω μέσω αιώνι λαών της δυτικής Ευρώπης και τέλος εν τη στενή σχέσει προς
την κλασσικήν φιλολογίαν».
Την υπόθεση των βυζαντινών γραμμάτων υπηρετούν σήμερα με πραγματικό ζήλο και αληθινή αφοσίωση αρκετοί Έλληνες επιστήμονες. Και ήταν πια καιρός ν’ ασχοληθούν οι δικοί μας βυζαντινολόγοι με τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς του Βυζαντίου, γιατί η γλωσσική αίσθηση των ξένων και άλλοι παράγοντες αποτελούν οπωσδήποτε ανασχετικά εμπόδια στην άνετη γνωριμία τους. Την τάξη αυτή των Ελλήνων βυζαντινολόγων έχει ενισχύσει εδώ και μερικά χρόνια μια νέα γενιά επιστημόνων, με καθαρότητα στόχων, στέρεες γνώσεις και αξιόλογα επιτεύγματα. Ανάμεσά τους, ο Κωνσταντίνος Μανάφης, μόνιμος επικουρικός Καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, νεώτατος στην ηλικία, με μεγάλο ενθουσιασμό, έχει επιδοθή συστηματικά στη μελέτη, προβολή και αξιοποίηση της βυζαντινής λογοτεχνίας και πνευματικής παραδόσεως. Εκτός από μικρότερα δημοσιεύματα, έχει στο ενεργητικό του δύο περισπούδαστες διατριβές, που απεκόμισαν ήδη ευμενέστατες κρίσεις αρμοδίων στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Ο Κωνσταντίνος Μανάφης γεννήθηκε το 1938 στις Σέρρες και τελείωσε το
Γυμνάσιο στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
και στη Φιλοσοφική Σχολή του Μονάχου. Υπήρξε βοηθός του Γάλλου Καθηγητού Μαρσέλ
Ρισάρ στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερεύνης των Παρισίων και από το 1966 ειδικός
διδάσκαλος της Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1971 έγινε Επιμελητής
στην έδρα της Βυζαντινής Φιλολογίας του Καθηγητού Νικολάου Τωμαδάκη και τον επόμενο
χρόνο εξελέγη Μόνιμος Επικουρικός Καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στην ίδια
σχολή. Ο Καθηγητής Μανάφης έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν επιστημονικές
έρευνες στο Άγιον Όρος, στην Πάτμο και σε διάφορες βιβλιοθήκες του Παρισιού, της
Ρώμης, του Λονδίνου και της Βιέννης και πήρε μέρος στο Δεύτερο Διεθνές
Κρητολογικό Συνέδριο. Από το 1967 είναι σύμβουλος επί των Εκδόσεων του Ιδρύματος
Ευγενίδου και κατά τα έτη 1970 — 1971 δίδαξε σε σεμινάρια του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. Είναι επίσης
μέλος πολλών επιστημονικών σωματείων.
Το
πρώτο του δημοσίευμα είδε το φώς το 1957 στην «Επετηρίδα της Εταιρίας Βυζαντινών Σπουδών». Ήταν ένας
συμπληρωματικός κατάλογος ελληνικών χειρογράφων της ιεράς μονής Διονυσίου Άγιου
Όρους. Ακολούθησε η κριτική έκδοση του Ύμνου εις την προσκύνησιν του Τίμιου Σταυρού
τη Παρασκευή της Μεσονηστίμου στον τέταρτο τόμο των Ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού,
που εξέδωσε το Σπουδοστήριο του Καθηγητού Νικολάου Τωμαδάκη. Κατά την έκδοση του
ύμνου αυτού ανέκυψαν αρκετά φιλολογικά προβλήματα, γιατί το κείμενό του παραδίδεται
από ένα μόνο χειρόγραφο, τον πατμιακό κώδικα 213 του δωδεκάτου αιώνα και ο ύμνος
ήταν ανέκδοτος. Τα προβλήματα αυτά αντιμετώπισε με επιτυχία ο συγγραφεύς και οι
διορθώσεις και γραφές που υιοθέτησε χρησιμοποιήθηκαν από τους μεταγενεστέρους
έκδοτες του ύμνου. Πρόκειται για μια υποδειγματική έκδοση με εκτενή εισαγωγή, μετάφραση
στη νεοελληνική και υπόμνημα.
Το
1970 είδε το φως η διδακτορική διατριβή του κυρίου Μανάφη με τίτλο «Μοναστηριακά Τυπικά —Διαθήκαι». Η
φιλολογική αυτή μελέτη, πρωτότυπη και μεθοδική, κατέλαβε σπουδαία θέση στη
διεθνή βιβλιογραφία. «Εξετάζοντας ο
συγγραφεύς, γράφει ο Καθηγητής Μπρούνο Λαβανίνι, όλους αυτούς τους κανονισμούς της
μοναχικής Ζωής, προσέφερε στον ιστοριοδίφη και στον απλό αναγνώστη ένα πολύτιμο
οδηγό, που θα τον οδηγήση στην απασχόληση με τα προβλήματα και τις μορφές του
μοναχικού βίου».
Στο
πρώτο μέρος της εργασίας του ο κύριος Μανάφης μετά από σημασιολογική εξέταση
των όρων τύπος, τυπώ, τυπικόν, διατύπωσις, υποτύπωσις στη Βυζαντινή ιδίως εποχή,
διακρίνει τα τυπικά σε λειτουργικά και σε μοναστηριακά. Αποδεικνύει ότι τα τυπικά
του Αγίου Όρους δεν πρέπει να περιληφθούν ανάμεσα στά μοναστηριακά, αλλά στα αυτοκρατορικά
χρυσόβουλλα και στη συνέχεια εξετάζει διάφορα ζητήματα των τυπικών και τα
βρέβια, τα έγγραφα δηλαδή που τα συνοδεύουν.
Στο
δεύτερος μέρος της εργασίας μελετώνται οι κτητορικές (Μοναστηριακές) διαθήκες και
γίνεται σαφής διάκρισή τους από τα μοναστηριακά τυπικά. Η μελέτη περιέχει ακόμη
και πίνακες των γνωστών τυπικών και διαθηκών κατά χρονολογική σειρά με τις εκδόσεις
τους. Σχετική είναι μια άλλη εργασία του ίδιου συγγραφέα με τον τίτλο «Παρατηρήσεις
εις τα Κυπριακά Τυπικά», που δημοσιεύθηκε το 1969 — 1970 στον εικοστό τόμο της
Επιστημονικής Επετηρίδος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλες
βυζαντινολογικές εργασίες του είναι το δημοσίευμα «Νέον χειρόγραφον Νομοκάνονος του τύπου πάνυ ωφέλιμον και πλουσιώτατον»,
ο «Λόγος εις την ανακαίνισιν του ναού της
του Κυρίου ημών Αναστάσεως διαθητικός Κωνσταντίνου Ακροπολίτου», που είδαν το
φως στην Επετηρίδα της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, «Φιλολογικοί παρατηρήσεις εις το έργον του Μιχαήλ Ιταλικού» στον Λειμώνα,
προσφορά εις τον Κοθηγητήν Νικόλαον Τωμαδάκην, «Ανέκδοτον Κοραμανλιστί Σιγίλλιον του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' περί της
εν Νεαπόλει Καππαδοκίας κοινοτικής Σχολής» στα Μικρασιατικά Χρονικά και
άλλες εργασίες.
Η επιστημονική εργασία του Καθηγητού Κωνσταντίνου Μανάφη διακρίνεται για τις πάντοτε τεκμηριωμένες θέσεις, τη μεθοδική ανάπτυξη των θεμάτων, τη βιβλιογραφική ενημέρωση, τον ερευνητικό χαρακτήρα και την πρωτοτυπία της. Τα ίδια αυτά προσόντα συναντούμε και στη νέα φιλολογική διατριβή του, που τιτλοφορείται «Αι εν Κωνσταντινουπόλει Βιβλιοθήκαι αυτοκροτορικαί και πατριαρχική και περί των εν αυτοίς χειρογράφων μέχρι της Αλώσεως (1453)». Η εργασία αυτή, καρπός μακροχρόνιας έρευνας σε ελληνικές και ξένες βιβλιοθήκες (Μονάχου, Παρισιού, Ιταλίας), αποτελεί εξονυχιστική αναδίφηση στις πηγές και κριτική επεξεργασία ενός μεγίστου ενδιαφέροντος θέματος, που άπτεται της παιδείας, των ανθρωπιστικών Γραμμάτων και της πνευματικής στάθμης γενικώτερα στο Βυζάντιο, καθώς ο συγγραφεύς παρακολουθεί την εξέλιξη των αυτοκρατορικών βιβλιοθηκών της Κωνσταντινουπόλεως και της Πατριαρχικής από την ίδρυσή τους ως την τελική πτώση της Βασιλεύουσας.
Στο πρώτο μέρος της
μελέτης ο Καθηγητής Μανάφης εξετάζει τις αυτοκρατορικές βιβλιοθήκες, εκείνες
δηλαδή που ιδρύθηκαν από τους αυτοκράτορες, δημόσιες και πανεπιστημιακές, όπως και
τη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Αφού αναφερθή στα κίνητρα που ώθησαν κατά καιρούς διάφορους
Βυζαντινούς αυτοκράτορες στο να ιδρύσουν βιβλιοθήκες, να προχωρήσουν σε
συλλογή, αντιγραφή και αποκατάσταση φθαρμένων κωδίκων, να φροντίσουν τη διοίκηση
και την καλή λειτουργία των βιβλιοθηκών και να μεριμνήσουν για το χώρο
στεγάσεώς των, υποστηρίζει ότι η βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε από το γιό του Μεγάλου
Κωνσταντίνου Κωνστάντιο ήταν η Πανεπιστημιακή, ενώ η νέα βιβλιοθήκη, που έκτισε
ο Ιουλιανός απετέλεσε την δημοσία. Όπως αποδεικνύει ο συγγραφεύς, ενώ οι πηγές σιγούν
για τη δημοσία βιβλιοθήκη μετά τον πέμπτον αιώνα, η πανεπιστημιακή συνέχισε να
προσφέρη τις υπηρεσίες της με διάφορες μορφές και σε διάφορους χώρους ως και
τον δέκατο πέμπτο αιώνα.
Στο
δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης του ο κύριος Μανάφης παρακολουθεί την πρόοδο της
βιβλιοθήκης των ανακτόρων. Εξετάζει τις προσπάθειες διαφόρων αυτοκρατόρων για τον
εμπλουτισμό της, αναφέρεται στα καλλιγραφικά εργαστήρια που λειτούργησαν στα ανάκτορα,
στο περιεχόμενο των χειρογράφων, στους κώδικες που δωρήθηκαν σε ξένους μονάρχες
και σε διάφορες μονές και προχωρεί στην εξέταση της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης στα
τέσσερα κεφάλαια του δευτέρου μέρους. Το πρώτο από αυτά επιγράφεται περίοδος προπαρασκευής και παρακολουθεί
την εξέλιξη της βιβλιοθήκης από την ίδρυσή της ως το 610. Το δεύτερο αναφέρεται
στην περίοδο της ακμής, που φθάνει ως
το 1204 και το τρίτο εξετάζει την περίοδο
αναστατώσεων και παρακμής ως την Άλωση. Ένα τέταρτο κεφάλαιο
συγκεντρώνει ο,τιδήποτε έχει γραφτή για
την πατριαρχική βιβλιοθήκη, τα χειρόγραφα,
τη διοίκηση και τη λειτουργία της.
Μελετώντας
ένα ειδικό θέμα ο κύριος Μανάφης μας έδωσε μια γενικώτερη πολύ σημαντική
συμβολή στη μελέτη τού βυζαντινού πολιτισμού· γιατί οι βιβλιοθήκες είναι εκείνες
που καθρεπτίζουν την πνευματική στάθμη του. Μια συμβολή άκρως διαφωτιστική και
κατατοπιστική σε ποικίλα πνευματικά θέματα του Βυζαντίου και μια εργασία που υπόσχεται
ότι ο νέος βυζαντινολόγος έχει πολλά να δώση στη μελέτη της λογοτεχνίας και της
πνευματικής παραδόσεως του Βυζαντίου.
Πηγή: Το άρθρο του αειμνήστου συγγραφέα
αλιεύθηκε από τα «Αστυνομικά Χρονικά», έτος KB' Τεύχος 456, Μάϊος 1974.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου