Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΚΥΠΡΟΣ: ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1931 - ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1940

 




 

ΚΥΠΡΟΣ, ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1931 - ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1940

 

ΗΤΑΝ εποχή, που ένα μονάχα σύνθημα δονούσε τις καρδιές των Κυπρίων σ’ ολόκληρο το νησί:

«ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΝΩΣΙΣ».

Ήταν τότε που οι Κύπριοι ζούσαν και ανάπνεαν Ελλάδα και μόνο Ελλάδα.

Ο φλογερός Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος - ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Β’ - δυό χρόνια πριν τα «Οκτωβριανά», με έρανο από σπίτι σε σπίτι στη μικρή του Μητροπολιτική περιφέρεια, τα κατάφερε ν’ αγοράσει ένα αεροπλάνο, δώρο για τη Μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα.

Κυκλοφόρησε τότε και ωραία φωτογραφία του αεροπλάνου, που ξεσήκωσε μεγάλο ενθουσιασμό. Η φωτογραφία περνούσε από χέρι σε χέρι, καμαρώνοντας το έργο της προσφοράς τους. Στη φωτογραφία του αεροπλάνου - που του δώσανε το όνομα ΚΥΡΗΝΕΙΑ - βλέπανε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, ήταν γραμμένη μιά τετράχιστη στροφή του ποιητή Γιάννη Περδίου:

Με το ράσο της Κερύνειας που φουσκώνει στον αγέρα

και με του λάου τη φλόγα που την Κύπρο πυρπολεί,

δώσαμε το πρώτο δώρο στη γλυκιά μας τη μητέρα

κι είθε πρώτο να μας φέρει το δικό της το φιλί.

 

Τον Οκτώβρη του 1931 ξεσηκώθηκε ο λαός σαν ηφαίστειο ενάντια στον Άγγλο κατακτητή, καίγοντας το Κυβερνείο και καταβιβάζοντας παντού τις Αγγλικές σημαίες.

Ηχούσε ζωντανή ακόμα η φωνή του Μητροπολίτη Κιτίου Νικοδήμου Μυλωνά, που στην ιστορική του προκήρυξη καλούσε το λαό σ’ εθνική αντίσταση, τονίζοντας κι αυτά: «Με το βλέμμα υψωμένον σταθερώς προς τον φωτεινόν αστέρα της Νέας Βηθλεέμ του εθνικού Σωτηρίου, ένα δρόμον έχομεν και μόνον να βαδίσωμεν, τον δρόμον που είναι στενός και τεθλιμμένος μεν, αλλ’ οδηγεί προς την σωτηρίαν. Να υψώσωμεν υπό το φως της ημέρας την σημαίαν της Ενώσεως... και με παν μέσον να επιδιώξωμεν την εθνικήν μας λύτρωσιν δια της μετά της Μητρός Ελλάδος ενώσεώς μας. Εν ονόματι του Θεού, προστάτου του Δικαίου, της Ηθικής και της ελευθερίας...».

Μετά τον εμπρησμό του Κυβερνείου στις 21 του Οκτώβρη 1931, κηρύσσεται αμέσως ο νόμος «έκτακτης ανάγκης»: Η ελευθερία τύπου, κυκλοφορίας και αλληλογραφίας καταργείται, το νομοθετικό συμβούλιο διαλύεται κι ο Ελληνικός λαός υποχρεώνεται να πληρώσει αποζημίωση και να καταβάλει τα έξοδα ανοικοδόμησης του κυβερνητικού μεγάρου. Οι επίσκοποι Κιτίου Νικόδημος και Κυρηνείας Μακάριος Β’, δυό εκπρόσωποι και άλλοι πρόκριτοι εξορίζονται απ’ το νησί, περισσότερα δε από χίλια πρόσωπα φυλακίζονται ή μπαίνουν υπό επιτήρηση. Η διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας απαγορεύεται. Η ελληνική Εκκλησία μένει χωρίς επισκόπους και χωρίς εκκλησιαστική Σύνοδο.

Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου, το 1933, αφήνει κενό το θρόνο, γιατί οι Αρχές αρνούνται τη διεξαγωγή εκλογών, σύμφωνα με το «κανονικό δίκαιο».

Ο μόνος επίσκοπος που παρέμεινε στην Κύπρο, ο Πάφου Λεόντιος, τιμωρείται με περιορισμό στο μέγαρό του, γιατί τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για την απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας...

            Έτσι, ο λαός χειμάζεται και η Εκκλησία παραμένει, ορφανή μέχρι το 1940. Η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας ενάντια στην Ελλάδα, άλλαξε την όλη κατάσταση μέσα σε λίγες ώρες. Μόλις μαθεύτηκε το νέο, το νησί σκεπάστηκε ξανά με τις ελληνικές σημαίες, τις οποίες οι Κύπριοι έκρυβαν προσεκτικά εδώ και τόσα χρόνια. Για πρώτη φορά απ’ το 1878 η Βρεττανική σημαία κυματίζει πλάϊ στην Ελληνική.

Η Κύπρος πύκνωσε τις συμμαχικές δυνάμεις με 35 χιλιάδες εθελοντές που πολέμησαν σ’ όλα τα πεδία των μαχών τού Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Η 28η Οκτωβρίου 1940 έγινε έναυσμα εθνικού παραληρήματος. Ακράτητος ο ενθουσιασμός των Κυπρίων. Χιλιάδες εθελοντές σπεύσανε στο Ελληνικό Προξενείο της Λευκωσίας και στην Αρχιεπισκοπή για να στρατευθούν υπό τη γαλανόλευκη. Το ίδιο κι όλοι οι Κύπριοι φοιτητές που σπούδαζαν στην Ελλάδα. Πολλοί απ’ αυτούς θα πολεμήσουν στο Αλβανικό μέτωπο. Μερικοί θα διακριθούν και στη μάχη της Πίνδου.

Στη μάχη της Κρήτης η Κύπρος έδωσε και εκεί το παρόν της. Το Κυπριακό Σύνταγμα έχασε κάπου τριάντα άντρες. Στο Συμμαχικό Κοιμητήριο τού Φαλήρου, ανάμεσα στους τάφους, συγκαταλέγονται και κάπου τριάντα μνήματα παιδιών του Κυπριακού Συντάγματος που θυσιάστηκαν για την Ελλάδα και την ελευθερία.

Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του Σαράντα, οι Κύπριοι προσφέρουν και το χρυσάφι τους - κι αυτές τις βέρες των χεριών τους - αλλά και το υστέρημά τους.

Είναι κάποια περιστατικά του «εθνικού εράνου», πολύ χαρακτηριστικά:

Στο χωριό Βουνί του Πενταδάκτυλου, μιά ετοιμοθάνατη άνοιξε για μιά στιγμή τα μάτια της και παράγγειλε στους δικούς της: «να δώσετε τον ασημένιο μου Σταυρό για την Ελλάδα», είπε, και ξεψύχησε.

Ένας ψαράς στην Αμμόχωστο ψάρεψε μαζί με το γιό του έξη οκάδες μπαρμπούνια, έξη οκάδες στρίλιες και μιά σουπιά. Τα πούλησε και παρουσιάστηκε στην επιτροπή του «εθνικού εράνου», λέγοντας:

-           Μιά λίρα, 13 σελίνια και 3,1/2 γρόσια, όσα πήρα εγώ κι ο γιός μου. Να κι οι αρραβώνες, της γυναίκας μου κι εμένα. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να δώσουμε για την Ελλάδα μας, εκτός απ’ την ευχή μας, να βγουν και πάλι νικηφόρα τα Ελληνικά όπλα.

Μιά γριούλα προσφέρει το κομπόδεμά της στην «επιτροπή εράνου» στο Βαρώσι, λέγοντας:

-           «Πάρτε αυτό το δεκασέλινο για την ψυχή του γιού μου που σκοτώθηκε στον προηγούμενο πόλεμο. Λυπούμαι που δεν έχω άλλον για να πολεμήσει κι αυτός για την Ελλάδα μας».

Δυό εργάτες επιπλοποιείου της Λευκωσίας, προσφέρουν τον ιδρώτα τους. Γράφουν επιστολή στον Πρόξενο της Ελλάδος και του λένε: Σου στέλλομε δυό λίρες, και από σήμερα ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος, ένα τέταρτο της ώρας θα εργαζόμαστε υπερωρία και ό,τι παίρνουμε θα το δίνουμε για τις ανάγκες του αγώνα.

Συγκινητικό και το παρακάτω περιστατικό. Η Επιτροπή Εθνικού Εράνου περνάει μπροστά από ένα φτωχό οικογενειάρχη∙ λακκοτρύπη στο επάγγελμα, με οκτώ παιδιά, αλλά δε σταματά. Ο λακκοτρύπης, ωστόσο, φωνάζει:

-           Γιατί δεν έρχεστε και κοντά μου; Είμαι φτωχός, μα κάτι θέλω να δώσω κι εγώ για την Ελλάδα. Να! Έχω οκτώ όρνιθες (κότες). Πάρτε τις τέσσερις.

-           Δεν είν’ ανάγκη να δώσεις εσύ, του λένε. Έχεις οκτώ παιδιά.

-           Αν έχω παιδιά, έχω όμως και μάνα, άπαντά περήφανα, και προσφέρει τα τέσσερα ζωντανά απ’ το υστέρημά του.

Φωτιά γίνονται οι εθνικοί καημοί των Κυπρίων. Στη Μάνα Ελλάδα στραμμένα ολονών τα μάτια. Μονάχα στη σκέψη της αναπαύονται οι καρδιές. Η Ακρόπολη τόνειρό τους.

«Έντζιαι μουλλώνουν οι καμοί,

μήτε βωβώννουν πόνοι,

γιατ’ έν η λύπη τ’ άλετρον

που σσ’ίζει τζ’ αυλακώννει».

(Δ. Λιπέρτης)

 

Δηλαδή:

Δε σωπαίνουν οι καημοί

κι οι πόνοι δε βουβαίνουν,

γιατί, αλέτρι είναι η λύπη

που σκίζει κι αυλακώνει.

 

Η ιστορία της Κύπρου μας, είναι μιά ιστορία εθνικών καημών. Είναι μιά ιστορία πόνου, πόθου και νοσταλγίας.

Κάθε χρονική στιγμή της Κυπριακής ιστορίας φωνάζει: ΕΔΩ ΕΛΛΑΔΑ. Ελλάδα ζούμε και Ελλάδα αναπνέουμε.

 

 

Πηγή: Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδης, «Κύπρος Σκλάβα Ασκλάβωτη», έκδ. Αθήνα 1995.

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις