Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο θρύλος Κατσαντώνης μέσα από την Λαογραφία.

 



Ο ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ

 

Τη ζωή, τους αγώνες και τα κατορθώματα των κλεφτών, του πρωτοπόρου και πρωτότυπου αυτού στρατού της λευτεριάς, που ξεπήδησε από τα σπλάχνα της Ρωμιοσύνης, ύμνησε και τραγούδησε, όπως ταίριαζε, η αθάνατη δημοτική μούσα. Μια μικρή μόνο γεύση της κλέφτικης ζωής δίνουμε εδώ· ανιστορώντας μερικά επεισόδια απ’ τη ζωή, τους αγώνες και το θάνατο ενός από τους πρωτοκλέφτες, του Κατσαντώνη, που ήταν ο πιο αντιπροσωπευτικός τους τύπος.

Ένας μπουλούκμπασης έπιασε κάποτε τον Κατσαντώνη, που ήταν τότε εικοσιπέντε χρόνων, γιατί έκλεψε, είπαν, μια γίδα. Τον έβαλε στο φάλαγγα και τον σάπισε στο ξύλο. Ο πατέρας του, ο σκηνίτης Μακρυγιάννης, πούλησε όλο το βιος του, για να μαλακώσει με γρόσια του Τούρκου την καρδιά και ν’ αφήσει το γιο του λεύτερο. Ο Κατσαντώνης αναθεματίζοντας τη μοίρα των ραγιάδων, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Τον έπνιγε η αδικία και η προσβολή. Πήρε την απόφαση να πάει κλέφτης στα βουνά. Τόλεγε στη μάνα του και το ξανάλεγε:

        Δεν τη σηκώνω, μάνα, τούτη την παλιοζωή, Θα πάω να γίνω κλέφτης.

Και κείνη η κακόμοιρη, με δάκρυα στα μάτια, τον παρακαλούσε:

        Κάτσ’ Αντώνη, κάτσ' Αντώνη μου, κοντά μου!

Σε μια τέτοια σκηνή παραβρίσκονταν και τ’ άλλα τ’ αδέρφια του, άκουσαν τα παρακάλια της μάνας τους και τα ξανάλεγαν χορατεύοντας:

        Κάτσ’ Αντών! Κάτσ’ Αντών!

Έτσι κείνη την μέρα του κόλλησαν το παρατσούκλι «Κατσαντώνης». Μ’ αυτό

έμεινε γνωστός και δοξάστηκε.

Ύστερ’ από κάμποσα χρόνια κουβάλησα ο Αλήπασας τους γονιούς και τ’ αδέρφια του κλέφτη πια Κατσαντώνη στα Γιάννινα και τους έριξε στο μπουντρούμι. Μισοπεθαμένη από τους παιδεμούς και τα βασανιστήρια τη μάνα του την έριξε στη λίμνη και την έπνιξε. Και τους άλλους τους ξέκανε με βασανιστήρια. Όταν έμαθε ο Κατσαντώνης τη σκληρή την είδηση, συνεπαρμένος απ’ τον πόνο του, έσφιγγε στην αγκαλιά του τη ρόκα της μάνας του, σαν να ήταν η ίδια και μονολογούσε κλαίγοντας:

«Μανούλα μου, τον άδικο χαμό σου, θα μου τον πληρώσουν οι Αρβανιτάδες. Το σπαθί μου θα το ματώνω πάντα με το αίμα τους. Στ’ ορκίζομαι, μανούλα μου, στην άγια σου ψυχή, να μην αφήσω Τούρκο κι Αρβανίτη σε χλωρό κλαρί. Σ’ ορκίζομαι η θύμησή σου γκόλφι μου να γένει και να ακριβοπληρώσουν το θάνατό σου...»

Και τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα.

Είχε γίνει πραγματικά ο Κατσαντώνης, ο φόβος και ο τρόμος των Αρβανιτάδων. Και στ’ όνομά του ακόμα τρέμανε.

Κάποτε ένα μπουλούκι απ’ αυτούς γύριζαν στα βουνά, για να χτυπήσουν τον Κατσαντώνη. Κάποια μέρα βρέθηκαν στην Κρετσουνίστα της Τζαμουριάς. Ήταν συναγμένοι και μιλούσαν για τον Κατσαντώνη.

        Ε, ορέ, και να ξέπεφτε κατά δω αυτό το άτιμο το Κατσαντώνη, λέει κάποιος Αρβανίτης, που ήθελε να κάμει το παλικάρι. Ε και να ήταν νηστικό, διψασμένο και θερμασμένο με πυρετό και να το είχαν πισθάγκωνα δεμένο. Ε, ορέ, και να ριχνόμουν πάνω του και να του έδινα ξύλο, ώσπου να λιάνιζα το άτιμο το κλέφτη

Κάποιος άλλος Αρβανίτης που τον άκουσε, αποτραβήχτηκε πιο πέρα, πέταξε μια κάπα πάνω του, για να μη γνωρίζεται και φώναξε:

        Λόγου μου, ορέ παλιομουρτάτη, είμαι ο ΚατσαντώνηςΙ

Έχασε τη λαλιά του ο παλικαράς, κιτρίνισε και σωριάστηκε νεκρός.

Στα Γιάννινα έμαθε όλος ο κόσμος πως αλώνιζε σ' όλα τα γύρω βουνά ο Κατσαντώνης. Μια μέρα είχε συνάξει στο σεράϊ του όλους τους διαλεχτούς του ο Αλήπασας. Κατακόκκινος απ' το θυμό του κάνει βόλτες. Πετάει ξαφνικά το κομπολόι του και πιάνει με τα δυο του χέρια το κεφάλι του.

        Ε, ορέ μπίρο μ', φωνάζει, δεν τ’ αντέχω ούλα τούταΙ Πόσα δε μούκανε ο παλιόβλαχος, ο Κατσαντώνης, ορέ; Νίκησα, ορέ, το φραντζέζο, με προσκύνησαν τα καπιτανάτα, χάλασα την κλεφτουριά, ξεπάτωσα τους Σουλιώτες και τώρα με παιδεύει κείνο το Κατσαντώνη! Βρίζει, ορέ, και τα γένια μου. Γέρο άνθρωπο δε με λογαριάζει! Δεν μπορεί, ορέ, κανένας να τον κάμει ζάφτι; Χαράμι να σας γίνει και το ψωμί που σας θρέφω. Αχ! αυτό το Κατσαντώνη μώρα (εφιάλτης) μου γίνηκε τις νύχτες!

        Άσε τον πάνω μου, πασά μου, λέει ο Βεληγκέκας και θα σου τον φέρω ζωντανό!

        Ασκολσούν (μπράβο) Βεληγκέκα! Άμα μου τον φέρεις, γίνεσαι συ πασάς στα Γιάννινα και γω Σουλτάνος.

Σε λίγες μέρες ο Βεληγκέκας με τους τσοχανταραίους του περνούσαν απ’ τα λημέρια του Κατσαντώνη. Ήταν εκεί κι ο Καραϊσκάκης και τους περίμεναν σ’ ένα καρτέρι.

        Γύφτο, λέει ο Κατσαντώνης στον Καραϊσκάκη, για κοίταξε με το γυαλί (κιάλια) και πες μου ποιος είναι ο Βεληγκέκας.

        Να αυτός, καπετάνιε, ο ψηλός που πάει πρώτος, απάντησε ο Καραϊσκάκης.

        Βεληγκέκα, στάσου! βρυχήθηκε ο Κατσαντώνης και βρόντηξε το ντουφέκι του.

        Μπω! λε λε! Μη βρας, Γκιαούρ! (Αχ! μ’ έφαγες Γκιαούρ).

Βούιξε όλη η Ελλάδα, σαν μαθεύτηκε πως ο Βεληγκέκας σκοτώθηκε απ’ τον Κατσαντώνη.

Ύστερα από χρόνια, άρρωστος από βλογιά ο Κατσαντώνης, σαπίζει ακίνητος σε μια ερημοσπηλιά. Μαζί του και ο αδερφός του ο Χασιώτης. Κάποιος πατριώτης, ο Γιάννης Γκούρλιας, του κουβαλάει τη νύχτα τροφή κρυφά. Οι τσοχανταραίοι του Αλήπασα χτενίζουν όλα τα καταράχια, για να τον πιάσουν.

Μια βροχερή νύχτα φιλοξενείται στο κονάκι του Γκούρλια μια γριά, που βγήκε για λάχανα και την έπιασε η βροχή. Έμαθε το μυστικό, πως πηγαίνει ο Γκούρλιας ψωμί στον Κατσαντώνη. Την άλλη μέρα τη βρίσκουν οι Αρβανίτες, την ξεγελούν και τα μαθαίνουν. Βασανίζουν ανελέητα το Γκούρλια, μαθαίνουν τη σπηλιά και τον κυκλώνουν.

        Σκότωσε με, αδερφέ! πάρε το κεφάλι μου και φύγε να γλιτώσεις, παρακαλεί ο Κατσαντώνης τον αδερφό του.

        Όχι, αδερφέ, δε σε παρατάω, του αποκρίνεται ο αδερφός του ο Χασιώτης.

        Ανάθεμα την ευλογιά που μ’ έκαμε κουφάρι, είπε βαριαναστενάζοντας ο Κατσαντώνης, αλλιώς θα έδειχνα εγώ στους παλιότουρκους το πώς με λένε!

Τον αρπάζει στον ώμο του ο Χασιώτης και τρέχει να φύγει. Ένας όμως Αρβανίτης ρίχνει και σπάζει το πόδι του Χασιώτη. Πέφτει κάτω με τον Κατσαντώνη. Ρίχνονται οι Αρβανίτες και τους πιάνουν και τους κουβαλούν στα Γιάννινα.

Όταν τον πήγαν τον Κατσαντώνη στον Αλήπασα, χαϊδεύει τα γένια του από χαρά και λέει ειρωνικά:

        Χαρά στο μουχαντάρη που τον έκαμε ζάφτι. Αμ έτσι που τον κατάντησε η ευλογιά και το εγγόνι μου, ο Σελήμ, τον κατάφερνε.

Χα, χα, χα! Πω κάτσε, ορέ παλιόβλαχε! του λέει. Γιατί, ορέ, μούκαψες τις θυμωνιές, μου χάλασες τόσους δερβεναγάδες, ακόμα και το Βεληγκέκα; Πω τώρα τζεβάπι (λόγο) θα μου δώσεις!

        Δεν θα μ’ έπιανες ποτέ, μ’ όλα τα λαγωνικά της Αρβανιτιάς. Μονάχα σπολλάτη να πεις στην ευλογιά! απάντησε ο Κατσαντώνης.

        Άτιμε, Γκιαούρη, βλογιοκομμένε, τώρα θα σου δείξω! Έλα δω, ορέ Ταχήρ! Να τον βγάλουν στον πλάτανο και να τον παιδέψουν όσο μπορούν. Να του σπάσουν τα κόκαλα με τα σφυριά. Να τους λιώσουν και τους δυο, ώσπου να ξεψυχήσουν.

Την άλλη μέρα, κάτω απ’ το θεριεμένο απ’ το αίμα των χριστιανών πλάτανο, χωρίς βαρυγκόμηση, με συντριμμένα τα κόκαλα, ξεψυχούσε ο Κατσαντώνης με τον αδερφό του Χασιώτη και κέρδιζαν έτσι την αθανασία.

Τέτοια ήταν η παλικαριά των κλεφτών!

Τις τελευταίες δραματικές στιγμές του ήρωα μάς δίνει ο ποιητής Βαλαωρίτης στο παρακάτω ποίημά του:

 

«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι

κι αρχίσανε με το σφυρί να τόνε πελεκάνε.

Σκλήθρες πετούν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μελούδια,

νεύρα, κομμένα κρέατα σέρνονται σαν ξεσκλίδια∙

και κειός τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει.

Χτυπάτε, πελεκάτε με, σκυλιά, τον Κατσαντώνη.

δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτιά, σφυρί κι αμόνι».

 

 

Πηγή: «Το ’21 στις πηγές του», με συγγραφέα τον Κώστα Δ. Παπαδημητρίου και υπό την γενική επιμέλεια του Γιάννη Σμυρνιωτάκη.

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις