Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η λίμνη των Γιαννιτσών στον Μακεδονικό Αγώνα.
ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΣ
ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ
ΤΡΟΠΟΣ ΕΝΔΙΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΕΝ
ΑΥΤΗ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΑΥΤΩΝ
[Κείμενο του Μακεδονομάχου Καπετάν
Νικηφόρου, μετέπειτα Ναυάρχου Ι. Ν. Δεμέστιχα]
Η
μεταξύ Θεσσαλονίκης, εκβολών Αξιού (Βαρδάρη), ακτής θαλάσσης, Αλιάκμονος
ποταμού (Βιστρίτσας), πόλεων Βέροιας, Ναούσης, Βοδενών, Γιαννιτσών, Γουμενίτσης
έκτασις, επίπεδος ούσα ή ελαφρώς λοφώδης, δεν διηυκόλυνε την εν αυτή εγκατάστασιν
σώματος Ελληνικού. Τα προς Δ., Β. και Α. έτι της λίμνης των Γιαννιτσών,
ευρισκόμενης εν τω μέσω περίπου της άνω εκτάσεως, χωρία ήσαν βουλγαρόφωνα∙ από
καιρού δε συνδεδεμένα με την βουλγαρικήν οργάνωσιν, έχουσαν εις τα περισσότερα εξ
αυτών εγκατεστημένους πράκτορας και άλλα όργανα, είχον φανατισθή υπέρ της
βουλγαρικής ιδέας και διετέλουν υπό την απόλυτον εξουσίαν των βουλγαρικών
σωμάτων. Ότε ήρχισεν ο ημέτερος αγών, η Οργάνωσις απέβλεψε φυσικά εις τα
διαμέρισμα αυτό, αλλά κατέστη αδύνατος η δράσις ημετέρου σώματος. Άνευ όμως της
κατοχής του εδυσχεραίνετο μεγάλως και πάσα εις το εσωτερικόν της βορείου
Μακεδονίας είσδυσις ημών. Απόπειρα τις εγκαταστάσεως, γενομένη εν αρχή,
κατέληξεν εις την περικύκλωσιν και καταστροφήν κατόπιν προδοσίας πολυαρίθμου
σώματος εις το χωρίον Πέτροβον, όπου κατ’ εξαίρεσιν διετηρείτο μερίς τις
φανατικώς ελληνίζουσα. Το σώμα αυτό διετέλει υπό την αρχηγίαν ιδιώτου τινός
Μακεδόνος, του καπετάν Γεωργάκη.
Το
μόνον μέρος, όπου ήτο δυνατή η εγκατάστασις σωμάτων ήτο η Λίμνη των Γιαννιτσών.
Αύτη είναι μεγάλης εκτάσεως, ιδία τον χειμώνα, ότε τα εισρέοντα εις αυτήν ύδατα
δια του ποταμού Αζμάκ και άλλων τινών μικροτέρων είναι αφθονώτερα. Ήτο απ’
άκρου εις άκρον κεκαλυμμένη με πυκνοτάτας φυτείας, κυρίως εκ καλάμων υπερβαινόντων
το ύδωρ ενίοτε κατά 4 και πλέον μέτρα, ραγαζιού ήτοι χόρτου, εξ ου
κατασκευάζονται οι ψάθινοι τάπητες, ύψους μέχρι δυο και πλέον μέτρων, άλλων
τινών φυτειών επιμήκων σκληρών και εκ δένδρων τινών ατροφικών, των ρακιτών. Τα
τελευταία μας επρομήθευον εν ανάγκη την πρός καυσιν ξυλείαν κατά τον χειμώνα,
αν και ακατάλληλον ως αναδίδουσαν πολύν καπνόν, οσάκις δεν καθίστατο δυνατή η
εισαγωγή εκ των πέριξ χωρίων καταλληλοτέρας καυσίμου ξυλείας. Κατά το πλείστον τα
ύδατα της Λίμνης ήσαν βαθέα πλην των δυτικών μερών της, όπου ήσαν μέχρι τινός αβαθή,
αλλά και πάλιν αδιάβατα, του πυθμένος αυτής όντος τελματώδους πανταχού.
Μέρη
τινά της Λίμνης κατά τους χωρικούς ήσαν άλλοτε κρησφύγετα ληστών, ζητούντων εκεί
προσωρινόν καταφύγιον, αλλά προ παντός η λίμνη εχρησιμοποιείτο υπό των χωρικών των
πέριξ χωρίων προς αλιείαν ή χάριν κυνηγίου, είτε και προς κοπήν καλάμων και
ραγαζιού. Αυτή καθ’ εαυτήν η Λίμνη ήτο ολόκληρος ζωικός κόσμος. Πλην της μεγάλης
πληθύος ιχθύων και εγχέλεων έζων εν αυτή διάφορα πτηνά, ως νερόκοττες, αγριόπαππιες,
αγριόχηνες, άλλα των αγρών, ζώντα εις σμήνη κατά χιλιάδας εις το εσωτερικόν της
Λίμνης, οπόθεν εξήρχοντο λίαν πρωί και όπου επανήρχοντο αργά καθημερινώς εκ των
αγρών εξ ων συνετηρούντο.
Προς
το δυτικόν μέρος η Λίμνη σχεδόν συνεχίζετο υπό δασών από οξύας όπου το έδαφος
ήτο συχνάκις τελματώδες. Τα δάση ταύτα περιείχον αλώπεκας, αγριοχοίρους, τον
χειμώνα δε έφθανον μέχρι αυτών και
λύκοι, ων τας φωνάς συχνάκις εμιμούντο οι βούλγαροι κόμιτες κατά τας
συνεννοήσεις των μεταξύ ξηράς και καλυβών.
Οι
εργαζόμενοι εν τη Λίμνη χωρικοί μη ευκολυνόμενοι να επανέρχονται εντός της ιδίας
ημέρας εις τα χωρία των έμενον συχνάκις εντός αυτής. Προς τούτο κατεσκεύαζον
καλύβας, όπου διενυκτέρευον και απέθετον τα εργαλεία αυτών. Η κατασκευή των
καλυβών εγίνετο ως εξής: Συνεσσώρευον εις ωρισμένον μέρος μεγάλας μάζας
καλάμων, συνήθως ρίζας παλαιάς εχούσας αρκετόν όγκον, επί των οποίων έρριπτον
άλλας μέχρι ου απετελείτο στρώμα τι συμπαγές, ικανόν να βαστάση ένεκα της
ελαφρότητάς του το βάρος καλύβης και αριθμού τίνος ανδρών. Αν τα υδατα ήσαν
βαθέα, το στρώμα το σχηματισθέν δια της διαδοχικής συσσωρεύσεως φυτειών παλαιών
επέπλεεν, όπου όμως ήσαν αβαθή, ενός μέχρι δύο μέτρων, τότε εστηρίζετο απ’
ευθείας εις τον βυθόν οπότε και ηδύνατο να κράτηση μεγαλύτερον βάρος. Με μακρά ξύλα,
μήκους ενίοτε πολλών μέτρων, τα οποία ενεπήγνυον πέριξ του δαπέδου, καλουμένου
υπό των χωρικών πατώματος, εκράτουν τούτο εφ’ ωρισμένης θέσεως. Εις τούτο όμως
συνετέλουν και τα πέριξ καλάμια, τα οποία παρείχον αντίστασιν και ημπόδιζον να
μετακινήται είτε υπό ρευμάτων, είτε υπό του ανέμου. Τοιαύτα πατώματα είχον
κατασκευάσει οι χωρικοί πολλά, όπου ιδίως το μέρος ήτο κατάλληλον δια την
τοποθέτησιν των δικτύων των εκ καλάμων επίσης, με τα οποία συνελάμβανον εγχέλεις
και ιχθύς. Επί των πατωμάτων ύψωνον αργότερον ανά μίαν καλύβην. Εσχημάτιζον
πρώτον σκελετόν εκ ξύλων μακρών, τα οποία έκοπτον εκ των προς δυσμάς δασών. Τους
τοίχους κατεσκεύαζον εκ δεμάτων ραγαζιού, την στέγην εκ καλάμων και ραγαζιού. Η
θύρα εκλείετο με τεμάχιον μουσαμά.
Εντός
της Λίμνης εκινούντο με ειδικάς λέμβους, καλουμένας «πλάβας» και εχούσας
επίπεδον πυθμένα δια να πλέουν και εις τα πλέον αβαθή ύδατα, τας οποίας εχειρίζοντο
με μίαν ή δύο κώπας ως κάμνουν εις τους ποταμούς των φυλαί τινες αγρίων. Η
οπίσθια κώπη εχρησιμοποιείτο συγχρόνως και ως πηδάλιον και δια την κίνησιν της
πλάβας προς τα εμπρός, ήρκει δε και μόνη αύτη δια τον χειρισμόν της πλάβας.
Εντός
της Λίμνης η συγκοινωνία εγίνετο με δρόμους και μονοπάτια, τα οποία οι χωρικοί
ήνοιγον μόνοι μέσω των πυκνών φυτειών, είτε όπως ενώσουν προς αλλήλας τας καλύβας,
είτε όπως συνδέσουν ταύτας μετά της ξηράς. Προς τούτο έκοπτον δια δρεπάνων όσον
ηδύναντο βαθύτερον τα χόρτα υπό το ύδωρ ακολουθούντες εις ωρισμένην διεύθυνσιν,
ούτω δ’ εσχηματίζετο δρόμος τις όπου αι πλάβαι ηδύναντο να κινώνται, φέρουσαι
τους χωρικούς εις τας καλύβας ή εις τα πλησιέστερα μέρη της ξηράς και των
χωρίων των. Όπου ήσαν αι αρχικαί δίοδοι του ποταμού Αζμάκ, εκεί οι δρόμοι
διεγράφοντο σχεδόν μόνοι και είχον πλάτος 4 και 5 μέτρων ενίοτε. Τούτο όμως
συνέβαινεν εις ολίγα μέρη. Εκτός αυτών και κεντρικού τίνος μέρους όπου το βάθος
των υδάτων δεν διηυκόλυνε την ανάπτυξιν καλάμων, πανταχού αλλαχού οι χωρικοί
ήσαν υποχρεωμένοι να ανοίγουν μόνοι δρόμους, των οποίων το πλάτος ήτο ενίοτε
ενός μόνον μέτρου. Αν δρόμος τις δεν εχρησιμοποιειτο ταχέως εκαλύπτετο υπό νέων
φυτειών, υπό τας οποίας τα ίχνη του εχάνοντο.
Όπου
τυχόν έμενε χώρος ελεύθερος, εκεί το θέρος και το έαρ η Λίμνη εκαλύπτετο υπό
νέων φυτειών, των οποίων τα πλατύτατα φύλλα, χρώματος σκοτεινού πρασίνου, απλούμενα
εις την επιφάνειαν των υδάτων προσέδιδον εις αυτήν όψιν εντελώς μυστηριώδη.
Τοιαύτη ούσα η Λίμνη ήτο πραγματικώς κάτι τι εντελώς ασυνήθες και παράδοξον.
Ο
απομονούμενος εντός αυτής, είτε τον χειμώνα, όπου αι κίτριναι και ξηραί φυτείαι
ωρθούντο πέριξ ως φάσματα, είτε το θέρος οπότε ευρίσκετο πανταχόθεν
συνεσφιγμένος υπό πλουσιωτάτης πράσινης βλαστήσεως, κατελαμβάνετο από ανεξήγητον
συναίσθημα αγωνίας και δισταγμού, ενίοτε και φόβου μυστηριώδους. Ευρίσκετο εκεί
αντιμέτωπος του αγνώστου, ενός κόσμου άλλου, όστις αν και ζωογονούμενος υπό της
πνοής των ανέμων, ανακινούσης τους αναρίθμητους καλαμώνας, και της μυριοστόμου
κραυγής των κουκλικών (νερόκοττες), εδημιούργει την εντύπωσιν απομεμακρυσμένης
ερήμου, μιας εκτάσεως νέκρας. Και το συναίσθημα τούτο καθίστατο φρικωδέστερον
καθ’ ην εποχήν τα Ελληνικά σώματα επί του ενός μέρους, τα βουλγαρικά επί του
άλλου εγκατασταθέντα, ηνάγκασαν τους χωρικούς να εγκαταλείψωσι την Λίμνην, ήτις
του λοιπού δεν ηδύνατο να παρουσιάζη άλλας εκδηλώσεις και άλλα ίχνη ανθρώπινης
ζωής πλην του ανηλεούς, αδυσώπητου άγριου αγώνος όστις έκτοτε ήρχισε
διεξαγόμενος μεταξύ των αντιπάλων.
Ζωηρόταται
επανέρχονται την ώραν αυτήν πλήθος σκηνών της τότε ζωής μου: Όταν αίφνης
εξηπλωμένος εις το μέσον μιας πλάβας μετεκινούμην δι’ αυτής τη βοήθεια δύο
πλαβαδόρων (κωπηλατών) από μιας εις άλλην καλύβην, διερχόμενος ενίοτε επί δύο,
τρεις, τέσσαρας και πλέον ώρας μέσω έρημων εντελώς εκτάσεων, κατακλείστων πανταχόθεν,
και κινδυνεύων από στιγμής εις στιγμήν να πέσω εις ενέδραν (μπρουσκάδαν)
βουλγαρικής τίνος περιπολίας. Όταν μίαν αστερόεσσαν και ψυχροτάτην νύκτα, μετά
δυο πλαβών, απωλέσαντες τον δρόμον, ηγωνιζόμεθα αδιακόπως να ανοίγωμεν διέξοδον
μεταξύ αδιαπεράστων πυκνών καλαμώνουν προσπαθούντες πάση θυσία να φθάσωμεν προς
τα μονοπάτια, φοβούμενοι εν ταύτω μη περιπλανηθώμεν μέχρι καλύβης τινός εχθρικής
οπότε η απώλειά μας θα ήτο άφευκτος. Όταν μετά την πήξιν των υδάτων εν μέσω
χειμώνι ευρέθημεν μετά μιας πλάβας εις την ανάγκην να θραύωμεν τον προ ημών
πάγον, όπως φθάσωμεν εις την πλησιεστέραν καλύβην, την οποίαν απέχουσαν συνήθως
μόνον δύο ώρας επλησιάσαμεν εντελώς εξηντλημένοι εκ της αδιακόπου πάλης μετά 18
ολοκλήρους ώρας. Όταν μετά είκοσι και πλέον πλαβών, δύο σώματα ηνωμένα
διεσχίζομεν το πλέον επικίνδυνον της Λίμνης μέρος, το οποίον μόνον ειδικοί
οδηγοί ηδύναντο να διέλθουν, ακολουθούντες εις ωρισμένην διεύθυνσιν, και διελαλούμεν εις τας γύρω μυστηριώδεις
εκτάσεις τον πολεμικόν ενθουσιασμόν μας δι’ ασμάτων και θουρίων των αρματολικών
χρόνων.
Έτοιμοι
προς μάχην, ηδιαφορούμεν προς ενδεχόμενα επακολουθήματα, μάλιστα δε
προεκαλούμεν τους αντιπάλους, πλησίον των καλυβών των οποίων κατ’ ανάγκην
διηρχόμεθα μεταβαίνοντες από του ενός εις άλλο της Λίμνης μέρος, προς βοήθειαν
του σώματος του καπετάν Άγρα, αρχίσαντος από τινών ημερών αγώνα δεινόν κατά των
βουλγάρων γειτόνων του.
Κατά
την εποχήν των εν τη Λίμνη αγώνων τα Σώματα εγκατεστάθησαν επί των παλαιών
καλυβών, εχουσών τας διαστάσεις μικρού δωματίου επιμήκους μετά στέγης
τριγωνικής. Ταχέως όμως ήρχισαν να κατασκευάζουν νέας μετά πατωμάτων ευρυτέρων και
στερεότερων. Επ’ αυτών και περί την καλύβην υψούται τοίχος εκ χώματος και πηλού
στερεού μεταφερομένων εκ των οχθών της Λίμνης, είδους τινός κυκλικού
προχώματος, του οποίου το ύψος φθάνει τα 75 εκατοστά του μέτρου, όπως
προφυλάσση τους άνδρας της καλύβης από των εχθρικών σφαιρών και διευκολύνη την
άμυναν των καλυβών κατά πάσης εχθρικής επιθέσεως, και δη αιφνιδιαστικής. Εντός της
καλύβης υπάρχει χώρος επιμήκης επεστρωμένος δια του ίδιου πηλού, όπου κατά τον
χειμώνα καίει το προς θέρμανσιν, ή προς παρασκευήν φαγητού πυρ ημέραν και
νύκτα. Εις έκαστον συγκρότημα καλυβών υπάρχει μία, ης το πάτωμα είναι
μεγαλύτερον, όπως στηρίζηται επ’ αυτού μικρά αποθήκη και φούρνος προς
παρασκευήν άρτου. Άλευρα, όσπρια και άλας υπάρχουν πάντοτε εν αποθηκεύσει δι’ ένα
μήνα, ώστε εν ανάγκη να συντηρηθώσι τα σώματα, αν ένεκα αποκλεισμού της Λίμνης υπό
στρατού ή άλλων δυσκολιών διακοπή προσκαίρως πάσα επικοινωνία αυτών προς τα
χωρία.
Αι
πλάβαι είναι πολυπληθέστεροι και μεγαλύτεραι, οι δε επιβαίνοντες αυτών δι’ οιονδήποτε
λόγον είναι πάντοτε πάνοπλοι, έτοιμοι να αντιμετωπίσωσι πάντα κίνδυνον. Κινούμεναι
εις μέρη γειτνιάζοντα προς τας βουλγαρικάς καλύβας πράττουσι τούτο άνευ θορύβου,
προχωρούσαι δε προς την ακτήν φροντίζουσι να διολισθαίνουν μέχρις αυτής μετά της
μεγαλυτέρας προφυλάξεως, ινα μη ευρεθούν αιφνιδίως εις προητοιμασμένην παγίδα.
Έκαστη
καλύβη έχει φρουράν, της οποίας προΐσταται καπετάνιος της απολύτου εκλογής του
αρχηγού. Υπάρχει νυχθημερόν σκοπός ερευνών αδιακόπως και μετά της μεγαλυτέρας
προσοχής το πέριξ της καλύβης μέρος —διότι δεν είναι δύσκολον πλάβα τις εχθρική
να πλησιάση νύκτα την καλύβην επωφελούμενη κακοκαιρίας τινός— έτοιμος να ρίψη
βόμβαν κατ’ αυτής ή να ειδοποιήση εγκαίρως τους άνδρας της καλύβης, δια να ευρεθούν
ούτοι ταχέως ένοπλοι οπίσω του προχώματος, εν η περιπτώσει γίνει επίθεσις
σώματος βουλγαρικού. Εις τας πλησίον των βουλγαρικών ημετέρας καλύβας, ως ήτο η
του πατώματος Κούγκα, υπάρχουν την ημέραν δύο σκοποί, μακράν της καλύβης και
επομένως εντελώς εκτεθειμένοι, την δε νύκτα πέντε ή επτά δια να είναι
περισσότερον εξησφαλισμένοι κατά παντός αιφνιδιασμού.
Διαρκούσης
της νυκτός είναι εύκολον μία πλάβα διευθυνομένη από εμπείρους και τολμηρούς
πλαβαδόρους να πλησιάση εχθρικήν καλύβην. Μερικοί κατορθώνουν να κινούν τας
πλάβας με τόσον ελαφράς κινήσεις των πλατσιών (κωπών), ώστε μόλις ηκούετο ο
κρότος αυτών, δεδομένου δε ότι ανεδίδοντο πανταχόθεν της Λίμνης χίλιοι συριγμοί
και ήχοι, ήτο δυσχερέστατον να αντιληφθή τις προσέγγισιν πλάβας κατά τοιούτον
τρόπον πλησιαζούσης. Εννοείται, ότι τοιαύτη πλάβα έπρεπε να επιτυχή του σκοπού
της, διότι ανακαλυπτομένη θα κατεστρέφετο, βαλλόμενη αμέσως υπό των εν τη καλύβη.
Μίαν
φοράν μετά πέντε πλαβών ηδυνήθην λίαν πρωί να πλησιάσω χάριν ανιχνεύσεως
βουλγαρικήν καλύβην εξ εγγυτάτης αποστάσεως, ετέραν δε φοράν με ένα μόνον άνδρα
εις μίαν πλάβαν έφθασα ολίγα μέτρα από της κεντρικής βουλγαρικής καλύβης, την ιδίαν
νύκτα της ημέρας, καθ’ ήν δύο σώματα βουλγαρικά προσέβαλον την ιδικήν μας,
θέλων να εξακριβώσω τας πιθανός ζημίας των και παν άλλο επακολούθημα.
Ξύλα
και τροφάς ελαμβάνομεν έξωθεν. Επίσης είχομεν τακτικήν επικοινωνίαν με το
Γενικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης, οπόθεν ελαμβάνομεν οδηγίας, εφόδια και
χρήματα. Προς τούτο διεθέτομεν μισθωτούς ταχυδρόμους και τροφοδότας, ενίοτε δε και
Τούρκους στρατιωτικούς δωροδοκούμενους. Το έργον των τελευταίων διηυκόλυνον οι
χωρικοί, παρέχοντες κατά τας οδηγίας των επιτροπών των χωρίων εκ περιτροπής ή την
ιδίαν εργασίαν ή τα αμάξια και ζώα των. Με αυτούς επεκοινώνουν εις τας ακτάς της
Λίμνης, όπου πλάβαι μας μετέβαινον μετά προφυλάξεως προς παραλαβήν των όσων έφερον
δι’ ημάς. Εγίνετο εκάστοτε προσυνεννόησις, ελαμβάνετο δε φροντίς να αλλάσση ο
τρόπος της αποστολής και παραλαβής τροφίμων, όπως μη γίνεται γνωστή. Χίλια μέσα
επεννόουν οι χωρικοί, όπως εκτελούν το δυσχερές και επικίνδυνον τούτο έργον,
γενικώς δε ανταπεκρίνοντο εις αυτό αρκετά καλά.
Τα
ξύλα και άλευρα έφερον κάρρα μεγάλα (αραμπάδες), άφινον δε ταύτα εις ωρισμένα
μέρη, τας σκάλας, ήτοι τας εισόδους της Λίμνης, οπόθεν παρελαμβάνοντο παρ’ ημών
και αποθηκεύοντο εις μέρη κατάλληλα των μεγάλων καλυβών. Τέλος, οι χωρικοί
συχνάκις εστρατολογούντο παρ’ ημών, είτε δι’ εργασίας (άνοιγμα μονοπατιών,
κατασκευήν καλυβών, κόψιμον καλάμων και ραγαζιού, κατασκευήν δεμάτων, μεταφοράν
χώματος), είτε προς ενίσχυσιν των φρουρών των καλυβών, οσάκις υπήρχεν ανάγκη.
Η Λίμνη έγινε συν τω χρόνω έδαφος
εντελώς ξένον προς το Κράτος εις ο ανήκεν. Εντός αυτής το ωθωμανικόν Κράτος ουδεμίαν είχεν ισχύν. Ήτο
ανεπίσημος έδρα Ελληνικής διοικήσεως, εις ην ολίγοι κατ’ αρχάς ημέτεροι
χωρικοί, πολύ περισσότεροι βραδύτερον, και δη επί των ημερών μου, προσήρχοντο όπως φέρωσι προς εκδίκασιν τας
υποθέσεις αυτών, ζητήσουν την γνώμην ή την επέμβασιν του αρχηγού εις πλείστα
ζητήματά των, κοινοτικής ίδια φύσεως, παράσχουν αύτω πληροφορίας χρησίμους, ή
και απλώς υποβάλουν εις αυτόν τα σέβη των. Εκεί προσήρχοντο επίσης νέοι
χωρικοί προς εκγύμνασιν παραμένοντες επί μίαν εβδομάδα, καθ’ ην εδιδάσκοντο την
χρήσιν των οπλών, οπότε και αντικαθίσταντο υπό άλλων, οίτινες υφίσταντο με την
σειράν των την στρατιωτικήν ταύτην εκγύμνασιν.
Αλλά
πλην των μονίμους εγκατεστημένων σωμάτων, η Λίμνη ήτο σταθμός διάμεσος σωμάτων
μεταβαινόντων αλλαχού, ή και ανδρών μεμονωμένων, οίτινες ή μετέβαινον εις ενίσχυσιν
άλλων σωμάτων, είτε επέστρεφον εις την Ελλάδα.
Ως
ήδη είπον, σκοπός των εν τη Λίμνη σωμάτων ήτο αποκλειστικώς η κατοχή αυτής και η
εκ ταύτης εκδίωξις των εγκατεστημένων βουλγαρικών σωμάτων εις τα προς δυσμάς ακρότατα
μέρη. Οι Βούλγαροι εκράτουν τότε, περί τας αρχάς του 1907, μικρόν τμήμα της
Λίμνης. Επιτυγχανόμενης της εκδιώξεως των
βουλγαρικών σωμάτων θα ήτο έργον εύκολον και ολιγοχρόνιον η εις την Ορθοδοξίαν και
την Ελληνικήν επιρροήν προσέλευσις πλείστων χωρίων προς βορράν και δυσμάς αυτής,
τα οποία διατελούντα υπό την διαρκή απειλήν των Βουλγάρων κομιτών δεν ετόλμων, και
θέλοντα, να απαλλαγούν της βουλγαρικής εξαρτήσεως. Εντεύθεν κυρίως η μεγάλη
σπουδαιότης του εν τη Λίμνη αγώνος και η δι’ αυτόν διάθεσις μεγάλων προσπαθειών
και μέσων υπό της Μακεδονικής οργανώσεως.
Ατυχώς
το έργον ήτο δυσχερέστατον. Όπως ήσαν τα σώματα εγκατεστημένα, ιδία δε τα
βουλγαρικά, αποτελούμενα κατά το πλείστον εξ εντοπίων χωρικών, γνωριζόντων
καλώς την Λίμνην και ειθισμένων εις τας κακουχίας και το ανθυγιεινόν της εν
αυτή ζωής∙ ήτο σχεδόν αδύνατος η κατάληψις των ωχυρωμένων καλυβών των δι’ απλής
επιθέσεως, όσον δήποτε τολμηρά και αν ήτο αύτη. Τα εν τη Λίμνη σώματα ήσαν
υποχρεωμένα να ενεργούν και εντός αυτής αναλαμβάνοντα ενίοτε ενεργείας απαιτούσας
πορείας μακράς, εντός δε και εκτός της Λίμνης εις περίπτωσιν ενεργητικής
δράσεως και αι κακουχίαι και οι κίνδυνοι ηυξάνοντο πολύ, διό καταλήγω εις το
συμπέρασμα, ότι η εις το διαμέρισμα τούτο δια των Σωμάτων δράσις ήτο μια εκ των
πλέον δυσχερών και επικίνδυνων. Η
διαμονή εντός της Λίμνης, εξ άλλου, ήτο εντελώς ανθυγιεινή, ήρκουν δε ολίγοι
μήνες, όπως εκδηλωθούν τα επακόλουθα αυτής επί της υγείας των ενδιαιτωμένων εις
ταύτην.
Εθεώρησα
επάναγκες να φέρω εις γνώσιν των αναγνωστών πάντα ταύτα, προς πληρεστέραν
κατανόησιν των εν αυτή περιπετειών των σχετιζομένων με το υπ’ εμέ σώμα (Σώμα Αρχηγού
Νικηφόρου) και το υπό τον αείμνηστον Τέλλον Αγαπηνόν (Σώμα Καπετάν Άγρα).
Πηγή: Το βιβλίο «Ο Μακεδονομάχος
Ναύαρχος Ιωάννης Ν. Δεμέστιχας», του Αντιναυάρχου Γρηγορίου Δεμέστιχα, από τις
εκδόσεις Νέα Θέσις.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου