Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ

 




 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ 

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

 

            Στις 20 Μαΐου 1833 με ΒΑ , συστάθηκε η Χωροφυλακή ως συμπληρωματικό μέρος του Στρατού. Σύμφωνα με το διάταγμα, σκοπός της Χωροφυλακής ήταν· «να στερεώση και να διαφυλάττει την κοινήν ασφάλειαν, επιτηρούσα με άγρυπνον όμμα εις το να προλαμβάνηταί πασα διατάραξις της κοινής ησυχίας· και να εμποδίζεται πάσα εγκληματική επιχείρηση και παρεμβαίνουσα με δραστηριότητα και ταχύτητα προς ανακάλυψιν και σύλληψιν των κακούργων οσάκις ήθελε διαπραχθεί έγκλημά τί. Χρέος της ιδίας είναι και να διατηρεί την ισχύν των νόμων καθ’ όλην την περιφέρειαν του Κράτους κατά τα στρατόπεδα και τον στρατόν».

Η δύναμη της Χωροφυλακής ορίστηκε σε 1 αρχηγό του Σώματος, 10 μοιράρχους, 24 υπομοιράρχους, 1 καταλυματία, 103 ενωμοτάρχες, 120 εφίππους και 800 πεζούς στρατιώτες (όπως αποκαλούνταν στο διάταγμα οι απλοί, ενώ ο όρος «χωροφύλακας» ίσχυε για όλους τους βαθμούς). Η συνολική δύναμη της Χωροφυλακής ορίστηκε στους 1.059 άνδρες. Οι 10 μοίραρχοι τοποθετήθηκαν στις έδρες των νομών του κράτους μαζί με μία Μοίρα Χωροφυλακής ανάλογης δύναμης.

Για να καταταγεί κάποιος στη Χωροφυλακή ως ενωμοτάρχης ή στρατιώτης έπρεπε να είχε ηλικία 25 - 40 ετών, να είχε εκπληρώσει τετραετή θητεία με «έντιμον άφεσιν», να είχε ανάστημα 1,57 αν ήταν πεζός και 1,62 αν ήταν έφιππος και να γνωρίζει ανάγνωση και γραφή. Επιπλέον, όσοι προέρχονταν από τα διαλυμένα άτακτα Σώματα έπρεπε να παρουσιάσουν αποδείξεις ότι είχαν συμμορφωθεί στα διατασσόμενα με το σχετικό ΒΔ (βλέπε παράγραφο 93). Οι μισθοί κυμαίνονταν από 522 δραχμές το μήνα για τον αρχηγό του Σώματος μέχρι 32 δραχμές το μήνα για τον απλό πεζό στρατιώτη. Οι χωροφύλακες, γενικά, ήταν υποχρεωμένοι με δικά τους έξοδα να προμηθευτούν τη στολή τους και οι έφιπποι τα άλογα. Κάθε χρόνο προβλεπόταν ένα ποσό προς διανομή στους ενωμοτάρχες και στρατιώτες που διακρίνονταν στη σύλληψη επικίνδυνων κακούργων. Στο ίδιο διάταγμα καθοριζόταν η στολή αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών και ο όρκος που έδιναν. Ως χρόνος συνταξιοδότησης καθορίστηκε το 60ο έτος της ηλικίας, έκτος από περιπτώσεις σωματικής ανικανότητας.

Στις 9 Νοεμβρίου 1843, λόγω ανάγκης διεξαγωγής συχνών επιτόπιων επιθεωρήσεων των σταθμών Χωροφυλακής σε ολόκληρη την επικράτεια, διορίστηκαν τρείς ταγματάρχες ως Επιθεωρητές του Σώματος. Στις 12 Φεβρουαρίου 1844, διαλύθηκε το Αρχηγείο Χωροφυλακής και το Σώμα υπάχθηκε στη Γραμματεία Στρατιωτικών. Ο μέχρι τότε εκτελών χρέη Αρχηγού, Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος τοποθετήθηκε ως Διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής. Το διάταγμα αυτό ανακλήθηκε τον Ιούλιο του 1852, αλλά στη συνέχεια το Αρχηγείο συγχωνεύθηκε προσωρινά στο Υπουργείο Στρατιωτικών (που είχε αντικαταστήσει τη Γραμματεία Στρατιωτικών) το 1854. Το Μάρτιο του 1855, ανακλήθηκε η συγχώνευση για να επαναληφθεί και πάλι, προσωρινά, το Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Το 1847, αυξήθηκε η δύναμη του Σώματος κατά εκατό πεζούς και είκοσι έφιππους χωροφυλακές. Το 1856, εκδόθηκε διάταγμα  με το οποίο καθορίζονταν τα προσόντα που απαιτούνταν για την προαγωγή των χωροφυλάκων στο βαθμό τού ενωμοτάρχη και των ενωμοταρχών στο βαθμό τού υπομοιράρχου γ’. Στην πρώτη περίπτωση, οι απλοί χωροφύλακες έπρεπε να γνωρίζουν τις ασκήσεις Πεζικού ή Ιππικού μέχρι Ουλαμού, τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής, γραφή και ορθογραφία. Στη δεύτερη περίπτωση οι ενωμοτάρχες έπρεπε να γνωρίζουν πλήρως αριθμητική και ελληνικά και να συντάσσουν λεπτομερή έκθεση και ανακρίσεις. Οι προς προαγωγή εξετάζονταν από επιτροπή με πρόεδρο ταγματάρχη Χωροφυλακής ή Πεζικού ή μοίραρχο Ιππικού για τους χωροφύλακες και τον αρχηγό τού Σώματος ή συνταγματάρχη / αντισυνταγματάρχη Πεζικού ή Ιππικού για τους ενωμοτάρχες.

Το 1859, ψηφίστηκε ο Νόμος ΦΝ’, με τον οποίο καθορίστηκε η μηνιαία μισθοδοσία του Σώματος της Χωροφυλακής. Με το νόμο προβλεπόταν η χορήγηση εκτός από το μισθό, και επιδομάτων για γραφικά έξοδα, για ενοίκιο, άλογο και νομή στους αξιωματικούς και στολής, ιππωνείας και ιπποσκευής στους ενωμοτάρχες και στους χωροφύλακες. Το ίδιο έτος, η οργανική δύναμη της Χωροφυλακής καθορίστηκε σε 1.697 άνδρες· 1 συνταγματάρχη, 2 αντισυνταγματάρχες επιθεωρητές, 5 ταγματάρχες και 6 μοίραρχους διοικητές Μοιρών, 11 αντιμοίραρχους, 21 υπομοίραρχους, 20 ανθυπομοίραρχους, 1 επικαταλυματία, 1 καταλυματία, 5 δόκιμους της στρατιωτικής οικονομίας, 19 ενωμοτάρχες ιππείς, 120 ενωμοτάρχες πεζούς, 120 υπενωμοτάρχες πεζούς, 75 χωροφύλακες ιππείς α’ τάξης, 600 χωροφύλακες πεζούς α’ τάξης, 75 χωροφύλακες ιππείς β’ τάξης και 600 χωροφύλακες πεζούς β’ τάξης. Παράλληλα, το ίδιο έτος καταργήθηκαν οι βαθμοί υπομοιράρχου α’, β’ και γ’ τάξης και αντικαταστάθηκαν με τους βαθμούς αντιμοιράρχου, υπομοιράρχου και ανθυπομοιράρχου αντίστοιχα.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1861, δημοσιεύθηκε διάταγμα, με το οποίο συστάθηκε στην Αθήνα η Σχολή Ενωμοταρχών, Υπενωμοταρχών και Χωροφυλάκων.

 

Πηγή: «Ιστορία της οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού 1821-1954», έκδοση του ΓΕΝ, το έτος 2005.

 

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις