Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΡΑΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Μ.Α.

 




 

ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΡΑΜΑΣ 

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

 

Δολοφονίες Ελλήνων και επιδρομές Βουλγάρων.

Εν τω μεταξύ στο διάστημα των ετών 1905-1906 η βουλγαρική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται κυρίως από ένοπλες επιθέσεις σε χωριά όπου οι Έλληνες ενθαρρυμένοι από την παρουσία και την οργανωτική προσπάθεια του Χρυσοστόμου ανασυντάχθηκαν. Μία σειρά από δολοφονίες διαφόρων σημαινόντων στελεχών του αγώνα πραγματοποιούνται σε μικρό χρονικό διάστημα από τις βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Οι κομιτατζήδες του Τοντόρ Πανίτσα δρούσαν σε όλη την περιοχή Προσοτσάνης∙ και επωφελούμενοι από την παθητική στάση των τουρκικών αρχών πραγματοποιούσαν αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά των κατοίκων των χωριών Εγρί-Ντερέ (Καλλιθέα), Γκόρνιτσα (Καληβρύση), Καρλίκοβα (Μικρόπολη) και Γράτσιανη (Αγιοχώρι). Με τις επιθέσεις τους προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν κυρίως τους δασκάλους και τους παπάδες, ώστε να εγκαταλείπουν το έργο τους. Μέχρις ενός σημείου το πετυχαίνουν. Οι ελληνικοί πληθυσμοί κατατρομοκρατημένοι και πανικόβλητοι από τις βουλγαρικές θηριωδίες προσχωρούν σε μεγάλο ποσοστό στους Εξαρχικούς. Οι Βούλγαροι, με τη βοήθεια του μισέλληνα Γάλλου Αξιωματικού Compocasso, αναδιοργανωτού της τουρκικής αστυνομίας, απαιτούν επέμβαση των τουρκικών αρχών, ώστε να τους δοθούν βουλγαρικές σφραγίδες και να διορισθούν Βούλγαροι Μουχτάρηδες.

Στο πλέον επίκαιρο σημείο της ελληνικής άμυνας, η βουλγαρική διείσδυση είχε επιτυχίες. Το Εγρί-Ντερέ (Καλλιθέα) είναι στρατηγικό σημείο στον άξονα Νευροκοπίου-Στενωπού-Προσοτσάνης-Ζηλιάχοβας (Νέα Ζίχνη). Οι διακόσιες ελληνικές οικογένειες, με κορυφαία την οικογένεια Κομπόκη, διατηρούν αλώβητη την εθνική τους ελληνική συνείδηση. Οι Βούλγαροι στις αρχές του 1905 είχαν επιτύχει με διάφορα μέσα να προσελκύσουν λίγες οικογένειες στην εξαρχία, να τις εξοπλίσουν, να εισαγάγουν δικούς τους στο κοινοτικό συμβούλιο και να επιβάλουν δια της βίας χρηματικές ποινές. Δεν σταμάτησαν όμως εδώ.

Το βράδυ της 30 προς 31 Ιουλίου 1905, μιά καλά οργανωμένη συμμορία κομιτατζήδων, οδηγούμενη από τους Γιώργη Μίρτσιο και τον Ιβάν Γκεοργκίεφ, πρώην βουλγαροδιδάσκαλο στο Σκρίζοβο (Σκοπιά), με στόχο να χτυπήσουν ανελέητα και εξοντωτικά την οικογένεια του Βασιλείου Κομπόκη, που στέκεται εμπόδιο στα καταχθόνια σχέδιά τους, κατευθύνονται μέσα από τη βαθειά χαράδρα προς το σπίτι του στο Εγρί-Ντερέ. Την ώρα εκείνη βρίσκονται μέσα ο γέρος, η γριά, οι δύο νύφες και όλα τα εγγόνια του Βασιλείου Κομπόκη. Οι τρεις γιοί του λείπουν από νωρίς το βράδυ για το σπάσιμο των καπνών. Τον καλούν να ανοίξει και τον απειλούν ότι θα κάψουν το σπίτι, αν δε συμμορφωθεί. Ο Κομπόκης δεν τους εμπιστεύεται. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό οι Βούλγαροι βάζουν φωτιά. Η μία νύφη μόλις κατορθώνει να πάρει τα παιδιά και να φύγει από μία κρυφή πορτούλα (καπετζίκι). Οι υπόλοιποι τρείς, ο Βασίλης Κομπόκης 65 χρονών, η γυναίκα του και μία νύφη του, κάηκαν και καταπλακώθηκαν από τα καπνίζοντα ερείπια του σπιτιού. Την ίδια νύχτα έκαψαν και το σπίτι του Προκόπη Κομπόκη, ευτυχώς χωρίς θύματα από την οικογένεια. Μόνο η κόρη του τραυματίσθηκε ε¬λαφρά. Ένα παιδί όμως, που φώναξε ότι καίγεται το σπίτι του Κομπόκη, το σκότωσαν επί τόπου.

Ο Χρυσόστομος έμαθε το τραγικό γεγονός την ώρα της λειτουργίας, το πρωί της άλλης ημέρας. Αμέσως ανέβηκε στο Εγρί-Ντερέ, μάζεψε μέσα από τα ερείπια του σπιτιού τα καμένα σώματα της άτυχης οικογένειας και τα κήδεψε.

Καταπτοημένος γύρισε την επομένη στη Δράμα, και αμέσως έγραψε στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ'.

“... Φρικτόν και αποτρόπαιον θέαμα εξετυλίχθη έμπροσθεν των εκθάμβων και δακρυβρέκτων οφθαλμών μας. Εδέησε να σκάψωμεν τα φλογίζοντα ερείπια οδηγούμενοι από της οσμής της οπτωμένης ανθρώπινης σαρκός, δια να εύρωμεν πού έκειντο αι κατακαείσαι υπό των Βουλγάρων άμορφαι μάζαι των ανθρωπίνων πτωμάτων, και επιτέλους τας εύρομεν περιφλέκτους και εις τοιαύτην κατάστασιν... εμφαίνουσαν αυτά ότι ήσαν ανθρώπινα πτώματα. Συνελέξαμεν την τέφραν και τα τεμάχια των καέντων κοκκάλων εντός σάκκων και τελέσαντες την νενομισμένην νεκρώσιμον ακολουθίαν τεσσάρων εν ταυτώ νεκρών νεομαρτύρων ορθοδόξων εν μέσω σπαρακτικών λυγμών και ποταμών πικρών δακρύων και λαλήσαντες αυτοίς τα της παραμυθίας και της χριστιανικής ελπίδος και εγκαρτερήσεως ρήματα, επανήλθομεν εις Δράμαν, κλαίοντες ακόμη και οδυρόμενοι δια τα επικήψαντα κατά του ευσεβούς ημών Γένους άνευ προηγουμένου δεινά. “

Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα δεινά, που διεκτραγωδεί ο Χρυσόστομος προς τον Πατριάρχη. Πολλά περιμένουν ακόμη τους ελληνικούς πληθυσμούς την ταραγμένη αυτή περίοδο. Ο εχθρός είναι απηνής, αμείλικτος, αδυσώπητος, και ό,τι άλλο υποδηλώνουν οι τρείς αυτές συνώνυμες λέξεις. Ευτυχώς που η άμυνα των ελληνικών κοινοτήτων είχε οργανωθεί καλά. Παρ’ όλα αυτά όμως το θράσος του τον οδηγεί σε μία σειρά από απονενοημένες εγκληματικές ενέργειες.

Στις 6 Ιουλίου 1906, μιά ομάδα κομιτατζήδων του Πανίτσα κατεβαίνει απαρατήρητη στη Δράμα. Το βράδυ αργά ακούγεται μιά δυνατή έκρηξη. Πανικόβλητοι και αλλόφρονες οι θαμώνες του καζίνου βγαίνουν στο δρόμο καταματωμένοι και με σχισμένα ρούχα. Η ομάδα των βουλγάρων που μπήκε στη Δράμα, έριξε μιά χειροβομβίδα την ώρα που ήταν το καζίνο γεμάτο. Από την έκρηξη σκοτώθηκαν ένας Έλληνας, ένας Ισραηλίτης και ένας Οθωμανός. Έξω από τη λέσχη, κατά την ώρα του πανικού, πυροβόλησαν στο πλήθος και τραυμάτισαν άλλους τρεις.

Το ίδιο βράδυ έγιναν και άλλα θλιβερά επεισόδια. Από την ίδια συμμορία του Πανίτσα, μιά μικρή ομάδα παραμονεύει έξω από το μπακάλικο του Μιχάλη Λαζαρίδη, στην Πλεύνα, και σκοτώνει τον πρόεδρο της ελληνικής κοινότητας Δημήτριο Μαδεμλή, τον Αντώνιο Γκάϊντα και τον Γεώργιο Μαρινίδη. Οι τρεις φόνοι έγιναν με δόλο. Μέσα στην Πλεύνα οι Ανδρέας Τόλιος, Γιάντσιος Μπικιάρης και Δημήτρης Κούνιος, προετοίμασαν τις δολοφονίες. Το Ελληνικό Κέντρο σύντομα τους επισήμανε, και έπειτα από μερικές μέρες εξόντωσε και τους τρεις. Το γεγονός αναπτέρωσε το ηθικό της ελληνικής κοινότητας.

Το ίδιο βράδυ στην Γκόρνιτσα, κομιτατζήδες από την ίδια ομάδα του Πανίτσα μπήκαν στο χωριό και ανατίναξαν με βόμβες τρία σπίτια. Συνέλαβαν τον στυλοβάτη του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, Παπαγιάννη Παπαεμμανουήλ, και τον κατακρεούργησαν με λόγχες και μαχαίρια, αφού προηγουμένως τον κακοποίησαν και τον βασάνισαν.

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει και πάλι με απόγνωση στον Πατριάρχη, την 30.10.1906.

"... Οι κακούργοι ανενόχλητοι τε καί ατιμώρητοι περιφέρονται ανά τα ορθόδοξα χωρία και πάντες πλέον, απεκδεχόμενοι βοήθειαν, αρκούμεθα μόνον διερωτώμενοι πού άραγε μέλλει να καταλήξει η τοιαύτη κατάστασις και τίς άραγε τύχη αναμένει και τους επιζώντας. Και ταύτα πάντα λογιζόμενοι καταπίνομεν τα δάκρυα και τους ανεκλαλήτους ημών στεναγμούς...”

Το αποκορύφωμα όμως της θηριωδίας των Βουλγάρων υπήρξε η απόπειρα του αρχικομιτατζή Ντάεφ, ο οποίος με πολυπληθή συμμορία κομιτατζήδων, αποτελούμενη από μαζώματα από τα γύρω χωριά, επιτέθηκε κατά του οικοτροφείου και ορφανοτροφείου Αλιστράτης, με πρόθεση να σκοτώσουν τα ορφανά Ελληνόπουλα. Η ίδρυση οικοτροφείου ήταν έργο του Χρυσοστόμου, ο οποίος εκτός των άλλων, φρόντισε και για την ασφάλειά του. Ένοπλοι φρουροί σε μόνιμη βάση, μαζί με τους δασκάλους, αμύνθηκαν αποτελεσματικά και απώθησαν τους επιδρομείς.

Και πάλι ο Χρυσόστομος ξαναγράφει στον Πατριάρχη, γεμάτος οδύνη.

“... Τα καταχθόνια σχέδια άτινα από πολλού εκυοφόρει η μιαιφόνος γνώμη και προαίρεσις των Βουλγάρων κατά των ορφανών τροφίμων του επαρχιακού μου οικοτροφείου της Αλιστράτης, και τα οποία χάρις εις την γενναίαν άμυναν ολίγων διδασκάλων δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσιν οι άνδρες ούτοι των αιμάτων, εξετελέσθησαν εν όλη τη φρικώδη αυτών αγριότητι εν τη τέως ευδαίμονι και νυν κακοδαίμονι χώρα της εμής επαρχίας, εν τη κοινότητι Κλεπούσνας...”.

Τελευταία ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει στον Πατριάρχη συχνά και διεκτραγωδεί τα συμβαίνοντα. Ως από ένστικτο αντιλαμβάνεται ότι ξεπερνά τα εσκαμμένα της εκκλησιαστικής του αποστολής σύμφωνα με τα Οθωμανικά θέσμια. Είναι όμως υποχρεωμένος να συμβάλει στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων της Μακεδονίας. Πρέπει, ως πνευματικός αρχηγός τους, να τους συμβουλεύει και να τους καθοδηγεί. Αυτό βέβαια ο δυνάστης δεν του το επιτρέπει και πολύ περισσότερο δεν του το συγχωρεί. Ο Χρυσόστομος αντιλαμβάνεται τις δολοπλοκίες των Βουλγάρων, και υποπτεύεται την επικείμενη επέμβαση των τουρκικών αρχών, οι οποίες άρχισαν ήδη να παρακολουθούν τις κινήσεις του.

Τρομάζει στη σκέψη ότι θα τον απομακρύνουν, γι’ αυτό με τις συνεχείς αναφορές του προς τον Πατριάρχη, για τα συμβαίνοντα θέλει να τον προϊδεάσει για τον επερχόμενο κίνδυνο. Ο Πατριάρχης αντιλαμβάνεται την αγωνία του, τον ενθαρρύνει, και επανειλημμένα τον συγχαίρει. Τότε είναι που ο Χρυσόστομος γεμάτος συναισθηματική φόρτιση απαντά στον Πατριάρχη.

“... Αρύομαι νέας δυνάμεις μετά την τόσον πανηγυρικήν εκδήλωσιν της ευαρεσκείας της φιλοστόργου Μητρός Εκκλησίας, ήτις οίδε τιμάν και αποδέχεσθαι ευγνωμόνως, ου μόνον τας θαμβούσας επιτυχίας, αλλά και αυτάς τας εκ καθήκοντος και αγάπης προς την Εκκλησίαν αγνάς και ειλικρινείς προσπαθείας και διαθέσεις”.

Μετά όμως από τον σύντομο εφησυχασμό, και πάλι κακά μαντάτα. Σωρεία επιθέσεων στην περιοχή Ζιρνόβου και στο χωριό Βώλακα, αλλά και σε άλλα χωριά που γειτονεύουν με την Προσοτσάνη. Παντού οι Έλληνες αμυνόμενοι απαντούν με τον ίδιο τρόπο. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν επιθετικό αγώνα. Οι συσχετισμοί των πληθυσμών είναι συντριπτικά υπέρ αυτών. Οι Βούλγαροι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι στην περιοχή, και μόνο με τη βία, το χρήμα και το τέχνασμα του σχίσματος, κατορθώνουν πενιχρά αποτελέσματα.

Οι Τούρκοι όμως την ίδια εποχή επινοούν ένα άλλο καταχθόνιο σχέδιο. Ανακαλύπτουν τη μειονότητα των Κουτσοβλάχων. Στόχος τους είναι να δημιουργήσουν προβλήματα μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων. Χορηγούν ιδιαίτερα προνόμια στους βλαχόφωνους πληθυσμούς. Τους παραχωρούν εκκλησίες και ελληνικά σχολεία. Τελικώς όμως δεν κατορθώνουν τίποτε. Ο αργυρώνητος πράκτορας Κύρος Φίτζου, που περιοδεύει στην περιοχή Δράμας, προσπαθεί να πείσει τους βλαχόφωνους ότι πράγματι υπάρχει μειονότης Ρουμανική. Παντού εισπράττει αποδοκιμασίες. Όταν τόλμησε να έρθει στην Προσοτσάνη, ξεσηκώθηκαν οι Βλαχόφωνοι∙ και με τη βοήθεια ορισμένων άλλων ψυχωμένων συμπατριωτών τον εχλεύασαν, τον διαπόμπευσαν και τον έδιωξαν. Έτσι το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής έπεσε στο κενό.

 

Πηγή: Το βιβλίο του Γεώργιου Κ. Βουλτιάδη, «Η Προσωτσάνη μέσα από την Ιστορία», έκδοση Θεσσαλονίκη 1995.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις