Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο Μακεδονομάχος ιατρός Σιώμος Ιωάννης και η δράση του.

 



 


 


Ο Μακεδόνας Μακεδονομάχος ιατρός Σιώμος Ιωάννης του Δημητρίου

(1835-1890)

 

Ο Ιωάννης Σιώμος γεννήθηκε στην Κορησό Καστοριάς το 1835, σπούδασε την ιατρική στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και το 1858 εγκαταστάθηκε αρχικά ως γιατρός στην Κορησό και έπειτα στην Κλεισούρα. Εδώ δέθηκε φιλικά με τον διδάσκαλο Αναστάσιο Πηχεώνα και μαζί αγωνίστηκαν να αναχαιτίσουν την ρουμάνικη προπαγάνδα.

 

Το 1865 ο Σιώμος εγκαταστάθηκε στην Καστοριά, όπου με το κύρος του γιατρού έπεισε τον γραμματέα της μητρόπολης Ι. Π. Μάντζιαρη και τους πρόκριτους να προσλάβουν δάσκαλο της ελληνικής σχολής των Πηχεώνα, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους κι όλας ανέλαβε τα καθήκοντά του. Το γεγονός εξόργισε τον μίσθαρνο όργανο της ρουμάνικης προπαγάνδας Απόστολο Μαργαρίτη, ο οποίος ήδη από την εποχή εκείνη άρχισε να διαβάλει στους τούρκους τους δύο εκείνους λαμπρούς πατριώτες για ανατρεπτική και συνωμοτική δράση και μαζί με αυτούς τους άρχοντες της Κλεισούρας Ιωάννη Κήκη, Γεώργιο Πάτσα, και τους αδελφούς Δημητρίου, τον Σίμο Τσαγάνη και άλλους.

 

Το έτος 1867 σημάδεψε την παράλληλη ιστορία των δύο ανδρών. Πρώτον, γιατί τότε ο Πηχεών παντρεύτηκε την κόρη του Κ. Παπάζογλου με κουμπάρο τον Σιώμο, και έτσι οι δύο τους δέθηκαν πια με δεσμούς πνευματικής συγγένειας, και δεύτερον γιατί από κοινού συνέλαβαν την μεγάλη ιδέα και μαζί με τον γιατρό της Κλεισούρας Αργυρόπουλο και τον Μοναστηριώτη γυμνασιάρχη Νικόλαο Φιλιππίδη ίδρυσαν την «Νέα Φιλική Εταιρεία», η οποία σύντομα άπλωσε τα κλαδιά της από την Πίνδο μέχρι την Κωνσταντινούπολη, αγκάλιασε επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, εμπόρους, επαγγελματίες και αγρότες και ένωσε σε ένα ευρύτατο επαναστατικό δίκτυο εκατοντάδες πατριώτες, αποφασισμένους να εργαστούν για τον καθολικό ξεσηκωμό της Μακεδονίας κατά του τουρκικού ζυγού.

 

Στα 1872 οι φιλοπάτριδες εκείνοι άνδρες ίδρυσαν και τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Καστοριάς, με πρώτο γενικό γραμματέα τον γιατρό Σιώμο. Εμπνεόμενος από τις αρχές του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως και συσπειρώνοντας όλο το πνευματικό και οικονομικό δυναμικό της πόλης, ο Σιώμος μετέτρεψε το φαινομενικά αθώο εκείνο σωματείο σε στρατηγείο, από όπου οργανώθηκε και εκπορεύτηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, στην ειρηνική θρησκευτικό-εκπαιδευτική του φάση, μέσα και έξω, σε μεγάλη ακτίνα, γύρω από την πόλη της Καστοριάς.

 

Δέκα ολόκληρα χρόνια η «Νέα Φιλική Εταιρεία» έκανε καλά το έργο της εξοπλίζοντας ντόπια λαϊκά επαναστατικά Σώματα, που είχαν στενό δεσμό με τους κατά τόπους φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, τις μητροπόλεις, αλλά και τις οργανώσεις των Μακεδόνων στην Αθήνα.

 

Και μόλις δόθηκε η ευκαιρία, με την εξέγερση της Ερζεγοβίνης στα 1877, τα σπαθιά άστραψαν και τα τουφέκια βρόντηξαν, πυροδοτώντας το 1878 τις επαναστάσεις του Λιτοχώρου ή Ολύμπου και του Μπούρινου ή Ελιμείας.

 

Ο Σιώμος, διακεκριμένους γιατρός, με φήμη που απλώνονταν σε όλη την περιφέρεια της Καστοριάς, με υψηλή μόρφωση που του εξασφάλιζε τον τίτλο του ιατροφιλοσόφου, με σπάνια ηθικά και πνευματικά χαρίσματα, εργάστηκε ως οργανωτής της επανάστασης της Ελιμείας, αλλά και ως απλός οπλίτης υπό τις διαταγές του Ι. Λιάτη, όταν αυτή κηρύχτηκε.

 

Σε μακροσκελές έγγραφο του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1878, σχετικά με τις προπαρασκευαστικές δραστηριότητες για την επανάσταση εκείνη μεταξύ άλλων διαβάζουμε:

 

«(...) Και εν ταις επαρχίαις Καστοριάς, Κοζάνης, Σερβίων και Ανασελίτσης εξακολουθούν αι ενέργειαι. Εν Καστορία τα πρωτίστως εργαζόμενα από ικανού χρόνου πρόσωπα όπως είναι ο Ιωάννης Σιώμος, ιατρός, ο Θεόδωρος Σκούταρης και ο Παύλος Φίτσος, έμποροι, εύποροι αμφότεροι. Τα αυτά πρόσωπα εργάζονται και εν Σιατίστη και Βλάστη μετά του εν τω Ελληνικώ στρατώ αξιωματικού Δημητριάδου και του Αποστόλου Σαχίνη. Συμπράττει και ο Μητροπολίτης Καστορίας (...)»

 

Και έπειτα, όταν κηρύχθηκε η επανάσταση ο Σιώμος με το όπλο στο χέρι έδωσε το αγωνιστικό του παρόν, αποφασισμένος να χύσει και το αίμα του για την λευτεριά της Μακεδονίας.

 

Η διεθνής διπλωματία, με πρωτοπόρο την Αγγλία που υποστήριζε αναφανδόν τα τουρκικά συμφέροντα, συνετέλεσε ώστε και ο ξεσηκωμός του 1878, παρά τους ηρωισμούς και τις θυσίες των Μακεδόνων, να λάβει άδοξο τέλος. Ο Σιώμος έκρυψε βαθιά μέσα του την πικρία και συνέχισε με αξιοπρέπεια και περίσκεψη τα επιστημονικά, ανθρωπιστικά και πατριωτικά του έργα.

 

Όμως στην πραγματικότητα, η επαναστατική δράση των Μακεδόνων, ιδιαίτερα στην Δυτική και Βόρεια Μακεδονία, δεν έσβησε με τα αποτυχημένα κινήματα του 1878. Τα σώματα του Ζούρκα, του Γκίζα, του Μπρούφα, του Περήφανου, του Ναούμη, του Σπανού, του Λουκά, του Καταρραχιά και άλλων, δυνάμεις αυτοφυείς και αυτόχθονες, συντήρησαν άσβεστη την μακεδονική επαναστατική φλόγα. Και πίσω τους στρατιά ολόκληρη οι αφανείς εργάτες του Αγώνα, πατριώτες καλοί και τίμιοι, όπως ο Πηχεών, οι γιατροί Βούζας, Αργυρόπουλος, Σιώμος και άλλοι, και άλλοι πολλοί, τους τροφοδοτούσαν με όπλα, βόλια, ψωμί και κάπες, ενώ παράλληλα νοιάζονταν τις φαμελιές τους.

 

Γι' αυτό και ο Απόστολος Μαργαρίτης λυσσομανούσε. Οι καταγγελίες του στις τουρκικές αρχές ήταν συχνές. Ώσπου στα 1866 πέτυχε το σκοπό του. Κάποια γράμματα πιάστηκαν, που μιλούσαν για όπλα, και ο Ραφαάτ πασάς του Μοναστηρίου εξαπέλυσε σφοδρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων σ’ όλο το βιλαέτι.

 

Έγιναν τότε εκατοντάδες συλλήψεις και στις 31 Ιανουαρίου του 1887 μεταφέρθηκαν σιδηροδέσμιοι στις φυλακές Μοναστηρίου από την Καστοριά ο Αναστάσιος Πηχεών, ο Ιωάννης Σιώμος και ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Καπουράλης, καθώς και 13 άλλοι επιφανείς άνδρες της Κλεισούρας. Μετά από κάθειρξη ενός έτους κάτω από πανάθλιες συνθήκες, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Την απόφαση του τουρκικού στρατοδικείου Μοναστηρίου διέσωσε ο Πηχεών στα απομνημονεύματά του. Την μεταφέρουμε:

 

«Συνεπεία αποφάσεως του ενταύθα στρατοδικείου της επί ποινική πράξει καταδίκης του εξ Αχρίδος Αναστασίου Πηχεών μετερχομένου τον βιβλιοπώλην εν Καστορία, του εν Κοζάνη ιατρού Ιωάννου Τζιμηνάκη και του εκ Μεγαρόβου χωρίου της επαρχίας Μοναστηρίου Στεργίου Κουκούση, αντιγραφέως του ΕΝ Μοναστηρίω ελληνικού προξενείου φυγοδίκων, του εκ Καστορίας ιατρού Ιωάννου Δημητρίου Σιώμου και του εκ Καστορίας Αργυρίου Βούζα, ιατρού της Δημαρχίας Φλωρίνης, και δοθέντος επί τη βάσει της εκ της υπό του εν λόγω στρατοδικείου γενομένης εκδικάσεως των ως άνω Α. Πηχιών, Ι.Δ. Σιώμου και Α. Βούζα πεφυλακισμένων διεξαχθήσεις ανακρίσεως, ότι ο μεν Α. Πηχιών,  Ι. Τζιμηνάκης και Στ. Κουκούσης κατεγίνοντο εις πολιτικάς ενεργείας και έβλαπτον την εσωτερικήν ησυχίαν, οι δε Ι. Σιώμος και Α. Βούζας υπεβοήθουν αυτούς, αφίκετω παρά του υπουργείου των στρατιωτικών τηλεγράφημα, εις ο αναφέρεται καθ’ υψηλήν αυτοκρατορικήν διαταγήν: "Ο μεν Ι. Σιώμος άξιος θεωρείται της ποινής, ην υπέστη δια της μέχρι τούδε φυλακίσεως και απολύεται, αφού παράσχη ισχυράν εγγύησιν, ότι άλλοτε δεν θα πράξει πράγματα προκαλούντα τοιαύτην υπόνοιαν, ο δε Αργύριος Βούζας, αντί να υποστή κάθειρξιν εν φρουρείω προς συμπλήρωσιν του υπολοίπου της ποινής του, αποφυλακίζεται υπό τον όρον να μη πατήση εις ουδέν των βιλαετίων της ευρωπαϊκής Τουρκίας, επιτρεπομένου αυτώ να διαμένη εις οιονδήποτε μέρος της Αραβίας και Μικράς Ασίας ήθελε προκρίνει. Ενεκρίθη δε η απόφασις του στρατοδικείου, καθ’ ην  εδικάσθησαν εις κάθειρξιν εν φρουρίω εις ιδιαίτερον εις έκαστον μέλος, ο μεν Α. Πηχιών επί πέντε έτη χρονολογούμενα από της ημέρας της φυλακίσεώς του ήτοι, από πρώτης Φεβρουαρίου 1304 (χριστ. χρον. 1887), ο δε Ι. Τζιμηνάκης και Στέργιος Κουκούσης επί τέσσαρα έτη, χρονολογούμενα από της ημέρας, καθ’ ην θα περιέλθωσιν εις χείρας της κυβερνήσεως και εις στέρησιν των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων και ότι προς απότισιν της ποινής των ο μεν Α. Πηχιών δέον να σταλή εις Πτολεμαΐδα, ο δε Τζιμηνάκης και Κουκούσης εις Πιγκάς υπό τον όρον μετά την λήξιν της ποινής των να μην πατήσωσιν εις τα βιλαέτια της Ευρωπαϊκής τουρκίας, δικαιούμενοι όμως να εκλέξουν ως τόπον διαμονής οποιονδήποτε μέρος της Αραβίας και της Μικράς Ασίας θελήσωσιν. Εφ' ω διατάσσεται η εκτέλεσις των δεόντων"».

 

Ο Σιώμος με την παραπάνω απόφαση αφέθηκε ελεύθερος. Όμως τον επόμενο χρόνο, μετά από νέα καταγγελία των οργάνων της πανσλαυϊκής προπαγάνδας αυτή την φορά, οι τούρκοι και πάλι τον συνέλαβαν και τότε εκείνος απηύθυνε την παρακάτω επιστολή προς τον Έλληνα πρόξενο σχετικά με τους εθνικούς αγώνες:

 

Την αναγραφήν και αφήγησιν των αγώνων και υλικών θυσιών μου υπέρ των καθόλου ελληνικών συμφερόντων από εικοσιπενταετίας ήδη θεωρώ περιττήν, το μεν άτε πανθομολογούμεναι, το δε διότι η λεπτομερής αυτών έκθεση απαιτεί ολόκληρον συγγραφήν. Αρκούμαι όμως να αναφέρω Υμίν εν γεγονός, τας δε απείρους άλλας υπηρεσίας μου θ’ αναφέρω και υποβάλλω υμίν εις πρώτην συνέντευξιν. Ο ρέκτης και δια την μεμελετημένην δράσιν του λίαν επικίνδυνος Ντίγκας ενεμφανίσθη εν τη επαρχία ημών προς εξυπηρέτησιν των πασιλαυϊστικών βλέψεων. Ούτος επί εξαμηνίαν περιοδεύων τα βουλγαρόφωνα διαμερίσματα της επικαίρου επαρχίας ημών, κατεσαγίνευσε σχεδόν πάντα δια χρημάτων και υποσχέσεων, η δε υπουλότης αυτού υπεισέδυσε και εις το πνεύμα, τούτο φρικτόν, των καθαρών Ελληνοφρονούντων. Ο κλονισμός των πεποιθήσεων των τέως φιλλελληνιζόντων βουλγαροφώνων κατοίκων εξήγειρεν εν εμοί το σιγάζον και παφλάζον αίσθημα ούτως, ώστε απωθήσας πάσαν εργασίαν επιχείρησα επί τετραμηνίαν να επισκέπτωμαι επί ιατρικώ δήθεν λόγω πάντα τα χωρία μόνος και η κατά βήμα παρακολούθησίς μου αύτη εις τα ίχνη του πασλαυϊστικού αυτού αποστόλου επήνεγγεν το προσδοκώμενον αποτέλεσμα, και ότε αυτός μετά τινά χρόνον επανέκαμψεν εκ Κωνσταντινουπόλεως μετά ιερωμένου προσώπου, τροφίμου των πατριαρχείων, ίνα αναπετάση την σημαίαν, τότε δια των πολλών και εμμίσθων οργάνων μου και των εξωνουμένων ... τέλεον εξουδετέρωσα την πλεκτάνην του αποστόλου αυτού.

 

Ούτος επί δεκαετίαν όλην αναχαίτισα και ορμήν και τας επί την επαρχίαν ημών βλέψεις των πασλαυϊστών. Η άρδην ανατροπή των τέως σκευωρουμένων πλεκτανών του ιταμού αυτού αποστόλου δεν απεθάρρυνεν αυτόν, μετά πάροδον δε χρόνου εμφανίζεται εν αυτή τη Καστορία προσηλυτισμού χάριν, ανίχνευσα τα σχέδιά του, τα οποία απετελμάτωσα μόνος ... Υπείκων επί εικοσιπενταετίαν εις τον διάπυρον υπέρ των ελληνικών συμφερόντων ζήλον μου ημέλησα τέλεον την οικογενειακήν μου ευημερία ην σήμερα θα εκράτουν εις την επίζηλον περιωπήν των πλουσίων ... Από δύο και ημίσεως έτους απέσχον των τακτικών εργασιών μου, οτέ μεν ταξιδεύων, οτέ δε επαγόμενος απερρόφησα το ευτελές εν τω ερμαρίω χρήμα μου, η περιπέτεια αύτη μου εστοίχισεν υπέρ τας 300 λίρας, μετά την τελείαν δε εξάντλησιν του χρήματός μου εχρεώθην υπέρ τας 280 λίρας, εις ων την απότισιν μοι υπολείπεται μόνον ο οικισμός μου προς πώλησιν και εξόφλησιν».

 

Ο γιατρός Σιώμος κρατήθηκε ακόμα ένα χρόνο κάτω από πανάθλιες συνθήκες στις φυλακές Μοναστηρίου. Και έπειτα, όπως πληροφορεί ο βιογράφος του Αποστόλης Σαχίνης «... καθ’ υψηλήν αυτοκρατορικήν διαταγήν αφέθη ελεύθερος υπό όρους και εγγυήσεις. Μέσα όμως σε ένα χρονικό διάστημα δύο μηνών απέθανε. Ο θάνατός του, λόγω των περίεργων συνθηκών υπό τας οποίας επήλθε, απεδόθη σε βαθμιαία δηλητηρίαση που υπέστη στις φυλακές, διότι εκδηλώθηκε μαζί με άλλα ύποπτα συμπτώματα και καθολική πτώση των τριχών του. Απέθανε στην Καστοριά το έτος 1890 σε ηλικία 55 ετών, μέσα σε μία ατμόσφαιρα γενικού πένθους».

 

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή για το τέλος του ιατρού Ι. Σιώμου. Μας την δίδει ο Σ. Ράπτης και έχει ως εξής:

«... Οι πατριώται ούτοι συνελήφθησαν κατόπιν σκευωρίας της ρουμάνικης προπαγάνδας (...)

 

(...) Μόνον ο ιατρός Σιώμος και ο Πηχεών εκρατήθησαν. Και ο μεν Σιώμος μη δυνηθείς να ανθέξη εις τας απεριγράπτους κακουχίας τα οποίας υπέστη εντός των πουδρουμίων των τουρκικών φυλακών απέθανε πριν ή δικασθή».

 

Ο Δήμος Καστοριάς, εκτιμώντας την μεγάλη ανθρωπιστική και εθνική προσφορά του γιατρού Σιώμου προς την πατρίδα, για να υπάρχει παρούσα η μνήμη του στις επερχόμενες γενιές, έδωσε το όνομά του σε κεντρική λεωφόρο της πόλεως.

 

Πηγή: Τα πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου για την Κλεισούρα, το οποίο έγινε στις 3 Αυγούστου 1997, και η εισήγηση της Αθηνάς Τζινίκου Κακούλη σε αυτό.

 

 

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις