Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 1821 Γ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ

 




 

Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 1821 Γ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ

 

Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782. Επιφανές μέλος της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Ύδρας, οι οποίοι πριν από την Επανάσταση θεωρούνταν οι πλουσιότεροι Έλληνες, σε μια περίοδο που το νησί τους τελούσε υπό ειδικό καθεστώς αυτονομίας, έχοντας ακόμη και τη δική του κυβέρνηση των λεγόμενων νοικοκυραίων. Πατέρας του ήταν ο Ανδρέας Κουντουριώτης, έμπορος στο επάγγελμα. Όταν δολοφονήθηκε για ασήμαντη αφορμή από ένα συμπατριώτη του, τα ηνία στις οικονομικές υποθέσεις της οικογένειας ανέλαβε ο μεγαλύτερος αδελφός του Γεώργιου, ο Λάζαρος. Ο Γεώργιος ασχολήθηκε με την πολιτική και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς άνδρες της Επανάστασης.

Για την κήρυξη της Επανάστασης οι Κουντουριώτηδες είχαν αρχικά πολλές επιφυλάξεις, φοβούμενοι το ενδεχόμενο της αποτυχίας της. Όταν κηρύχθηκε, ωστόσο, αφιερώθηκαν ολόθερμα σε αυτήν, διαθέτοντας τα τρία τέταρτα της περιουσίας τους και μετατρέποντας τα 22 εμπορικά τους πλοία σε πολεμικά.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, αν και υστερούσε σε ηγετικά προσόντα έναντι του αδελφού του Λάζαρου, διακρίθηκε στον πολιτικό στίβο. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Ύδρας στην Β' Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) και στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Τον Οκτώβριο του 1823 εξελέγη πρόεδρος του Εκτελεστικού, θέση που διατήρησε για περίπου τρία χρόνια. Η θητεία του συνέπεσε με τους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης, στους οποίους η ανάμειξή του υπήρξε καθοριστική όντας ηγετική μορφή της παράταξης των νησιωτών. Μάλιστα, η σύγκρουσή του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη επέφερε βαρύτατο πλήγμα στον επαναστατικό αγώνα. Στην παράταξή του είχε προσχωρήσει από την αρχή της Επανάστασης ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος τον επηρέαζε καθοριστικά στις επιλογές του. Ανήκαν και οι δύο στο «αγγλικό» κόμμα, μολονότι ο Κουντουριώτης υποστήριξε για κάποιο διάστημα και το «γαλλικό». Η λήψη του πρώτου δανείου από τη Βρετανία συνέβαλε στην ισχυροποίηση του ίδιου και της παράταξής του.

Στις αρχές του 1825, περιβεβλημένος με έκτακτες εξουσίες, ανέλαβε την ευθύνη των επιχειρήσεων εναντίον του Ιμπραήμ, έχοντας πάντα δίπλα του το Μαυροκορδάτο. Η στρατιωτική απειρία του είχε ως συνέπεια διαδοχικές αποτυχίες που οδήγησαν στην παραίτησή του και στην απελευθέρωση του φυλακισμένου πολιτικού του αντιπάλου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Είναι αξιοσημείωτο ότι ουσιαστικά είχε μείνει έξω από την αγγλόφιλη κίνηση που, τον Ιούνιο του 1825, είχε υποβάλει στην Αγγλία την περίφημη “πράξη υποτέλειας”. Από το 1827 ακολούθησε τη γραμμή του «γαλλικού» κόμματος. Στο πλαίσιο αυτής της επιλογής του, αν και ήταν ο σημαντικότερος πολιτικός παράγοντας της Ύδρας, συμμάχησε με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα του νησιού κατά των άλλων αρχόντων, αποτρέποντας την εκλογή μερικών από αυτούς, όπως του Αναστάσιου Τσαμαδού, στις θέσεις των βουλευτών. Η ένταξή του στο «γαλλικό» κόμμα, για την οποία φαίνεται πως διαφωνούσε ο αδελφός του Λάζαρος, επιβεβαιώθηκε αργότερα και κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα.

Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια αναδείχθηκε πρόεδρος σε ένα από τα τρία τμήματα του 27μελούς συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου. Στη συνέχεια, όμως, απέρριψε την πρόταση του κυβερνήτη να καταλάβει τη θέση του διορισμένου γερουσιαστή και προσχώρησε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, για να πρωταγωνιστήσει στην εξέγερση των Υδραίων εναντίον του.

Το 1837 διορίστηκε από τον Όθωνα αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση που ακολούθησε την 3η Σεπτεμβρίου 1843.

Από τις 26 Σεπτεμβρίου 1844 έως τις 8 Απριλίου 1847 διετέλεσε πρόεδρος της Γερουσίας. Κατά το τελευταίο έτος της θητείας του, τα μέλη του σώματος, παρά το γεγονός ότι ήταν διορισμένα από τον Όθωνα, με ψήφους 23 έναντι 16 περιέλαβαν στην αντιφώνηση του βασιλικού λόγου διαμαρτυρία για την εκλογική τρομοκρατία που είχε προηγηθεί. Ο Όθωνας απέρριψε το σχετικό ψήφισμα και προσπάθησε να αλλάξει τους συσχετισμούς, διορίζοντας πολλούς νέους γερουσιαστές.

Το Μάρτιο του 1848 ο Κουντουριώτης σχημάτισε κυβέρνηση που διήρκεσε για σύντομο χρονικό διάστημα επτά μηνών, στην οποία ανέλαβε και το Υπουργείο των Ναυτικών. Η κυβέρνηση αυτή αποτελούσε ουσιαστικά συνασπισμό του «γαλλικού» και του «ρωσικού» κόμματος. Παρά τον ευρύ ανασχηματισμό που επιχείρησε τον Ιούνιο του 1848, τελικά παραιτήθηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Η κυβέρνησή του δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα της χώρας, ενώ οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της σύγκρουσης του Κουντουριώτη με το αυλικό περιβάλλον∙ το οποίο κατηγορούσε για καταπάτηση των δικαιωμάτων του λαού και όξυνση των πολιτικών παθών. Την κυβέρνηση Κουντουριώτη διαδέχθηκε εκείνη του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Ο Κουντουριώτης, μετά την παραίτησή του, που σηματοδοτούσε την οριστική ρήξη του Όθωνα με το «γαλλικό» κόμμα, πικραμένος από τη συμπεριφορά του Στέμματος, αποσύρθηκε στην Ύδρα, όπου πέθανε το 1858.

Ανήκε στους πολιτικούς άνδρες που είχαν μπει στον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων πλούσιοι και βγήκαν φτωχότεροι. Μετά το θάνατό του χρειάστηκε να χορηγηθεί τιμητική σύνταξη στην άπορη οικογένειά του.

 

Πηγή: «ΠΡΟΕΔΡΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΝ 1821-2008», μια έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων το έτος 2009.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις