Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Η ΝΑΟΥΣΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1949

 



 


 

 

Η ΝΑΟΥΣΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1949

 

Ιδού πως περιγράφει την εικόνα που παρουσιάζει η Νάουσα στις 17 Ιανουαρίου 1949, δηλαδή δύο ημέρες μετά την ανακατάληψή της από τον ελληνικό στρατό, ο Γάλλος γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, με την αναφορά του τις 18 Ιανουαρίου 1949:

 

«.... Η πόλη απελευθερώθηκε το πρωί του Σαββάτου 15, Ιανουαρίου. Προσπάθησα να πάω εκεί, όταν θα ήταν δυνατό. Μπόρεσα να πραγματοποιήσει αυτό το σχέδιο το πρωί της Δευτέρας, 17 Ιανουαρίου.

Ένα φοβερό θέαμα με περίμενε. Η πόλη, από κάθε άποψη, ήταν σε μία κατάσταση παρόμοια με εκείνη ορισμένων γαλλικών πόλεων τον Ιούνιο του 1940, ή με ορισμένων γερμανικών πόλεων το 1945, τη στιγμή της συμμαχικής προέλασης.

150 σπίτια, κείμενα στο κέντρο της πόλης, καταστράφηκαν. Τα μαγαζιά λεηλατήθηκαν∙ τα μεταλλικά ρολά λύγισαν από τις φλόγες της πυρκαγιάς. Συντρίμμια, κομμένες τηλεφωνικές γραμμές και πλάκες λάσπης ανάμεικτης με αίμα, εμπόδιζαν την κυκλοφορία.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν είχαν ακόμη κατορθώσει να θάψουν όλα τα πτώματα.

Ο πληθυσμός έψαχνε μέσα στα χαλάσματα, κάτω από τα οποία υπήρχαν ακόμη τραυματίες.

Ότι ήταν χρήσιμο είχε αρπαχθεί από τους αντάρτες, τα υπόλοιπα καταστράφηκαν.

Οι νεκροί ήταν στρωμένοι στον καθεδρικό ναό ή στο νεκροταφείο, όπου ένας ομαδικός τάφος σκέπασε μερικούς απ' αυτούς.

Ο απολογισμός της ανθρώπινες ζωές μπορεί να υπολογιστεί με τον εξής τρόπο:

400 άτομα σφάχτηκαν. Ανάμεσα τους ο διοικητής της Εθνοφυλακής, ο αρχηγός Αστυνομίας, ο αρχηγός Χωροφυλακής, ο δήμαρχος, ένας ορισμένος αριθμός κληρικών. Συλληφθέντες χωροφύλακες τουφεκίστηκαν καθώς και όλοι οι εθνοφύλακες. Μέσα στο νοσοκομείο όπου υπήρχαν δύο αξιωματικοί τραυματίες, όταν μπήκαν οι αντάρτες, τους κατακρεούργησαν κατά απαίσιο τρόπο:

Τα κεφάλια τους τσακίστηκαν από κτυπήματα σφυριών, πάνω στα κρεβάτια τους, στο νοσοκομείο.

Είδα τα πτώματα του αρχηγού της Αστυνομίας και του αρχηγού Εθνοφυλακής. Είχαν μαρτυρήσει και ακρωτηριαστεί πριν σκοτωθούν.

Οι αντάρτες μάζεψαν ότι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, ειδικά τους μαθητές των δύο γυμνασίων, αγόρια και κορίτσια.

Οι αντάρτες ήταν περίπου 5000. Όλο το υλικό τους μεταφερόταν από μουλάρια. Είχαν λίγο πυροβολικό, αλλά αρκετούς.

Η μάχη άρχισε στις 11 Ιανουαρίου. Τα κυβερνητικά στρατεύματα αντιστάθηκαν μέχρι το πρωί στις 13 Ιανουαρίου. Τα πυρομαχικά τους είχαν εξαντληθεί και ένα μεγάλο μέρος παραδόθηκε στους αντάρτες. Τότε άρχισε η σφαγή. Μόνον ελάχιστοι διασώθηκαν βρίσκοντας καταφύγιο στα συντρίμμια. Ακόμη και στις 16 Ιανουαρίου έβγαιναν από τις κρυψώνες τους, αγνοώντας ότι εθνικά στρατεύματα ανακαταλαμβάνουν την πόλη.

Τα αντάρτικα τμήματα, επιβαρυνόμενα με τα υλικά που αποκόμισαν και με τους ομήρους, κατευθύνθηκαν προς το Βίτσι μέσω του Βερμίου και του Καϊμακτσαλάν. Το πρωινό της 17ης Ιανουαρίου, η αεροπορία μπορούσε ακόμη να τους παρατηρεί, αλλά δεν τολμούσε να βομβαρδίσει τις φάλαγγές τους, εξαιτίας των ομήρων που είχαν μαζί τους.

Ο αρχηγός των ανταρτών εκτιμά σε 950 τους φονευθέντες από τη μεριά των κυβερνητικών. Ο Έλληνας διοικητής, από την πλευρά του, ομολογεί μόνον 80 φονευθέντας.

Κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένου υπόψην του αριθμού των πτωμάτων που είδα απλωμένα στον ομαδικό τάφο, θα υπολόγιζα μεταξύ 300-400 τον αριθμό των σκοτωμένων∙ χωρίς να υπολογίζονται σ’ αυτούς οι 400 σκοτωμένοι του άμαχου πληθυσμού.

Θα θεωρούσα τον αριθμό των τραυματιών μεταξύ 1.200 και 1.500.»

 

 

Πηγή: Το έργο του κυρίου Χάρη Τσιρκινίδη από τις εκδόσεις Κυριακίδης σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ερωδιός, «Σύννεφα στην Μακεδονία».

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις