Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

Η ΝΑΟΥΣΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1949

 



 


 

 

Η ΝΑΟΥΣΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1949

 

Ιδού πως περιγράφει την εικόνα που παρουσιάζει η Νάουσα στις 17 Ιανουαρίου 1949, δηλαδή δύο ημέρες μετά την ανακατάληψή της από τον ελληνικό στρατό, ο Γάλλος γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, με την αναφορά του τις 18 Ιανουαρίου 1949:

 

«.... Η πόλη απελευθερώθηκε το πρωί του Σαββάτου 15, Ιανουαρίου. Προσπάθησα να πάω εκεί, όταν θα ήταν δυνατό. Μπόρεσα να πραγματοποιήσει αυτό το σχέδιο το πρωί της Δευτέρας, 17 Ιανουαρίου.

Ένα φοβερό θέαμα με περίμενε. Η πόλη, από κάθε άποψη, ήταν σε μία κατάσταση παρόμοια με εκείνη ορισμένων γαλλικών πόλεων τον Ιούνιο του 1940, ή με ορισμένων γερμανικών πόλεων το 1945, τη στιγμή της συμμαχικής προέλασης.

150 σπίτια, κείμενα στο κέντρο της πόλης, καταστράφηκαν. Τα μαγαζιά λεηλατήθηκαν∙ τα μεταλλικά ρολά λύγισαν από τις φλόγες της πυρκαγιάς. Συντρίμμια, κομμένες τηλεφωνικές γραμμές και πλάκες λάσπης ανάμεικτης με αίμα, εμπόδιζαν την κυκλοφορία.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν είχαν ακόμη κατορθώσει να θάψουν όλα τα πτώματα.

Ο πληθυσμός έψαχνε μέσα στα χαλάσματα, κάτω από τα οποία υπήρχαν ακόμη τραυματίες.

Ότι ήταν χρήσιμο είχε αρπαχθεί από τους αντάρτες, τα υπόλοιπα καταστράφηκαν.

Οι νεκροί ήταν στρωμένοι στον καθεδρικό ναό ή στο νεκροταφείο, όπου ένας ομαδικός τάφος σκέπασε μερικούς απ' αυτούς.

Ο απολογισμός της ανθρώπινες ζωές μπορεί να υπολογιστεί με τον εξής τρόπο:

400 άτομα σφάχτηκαν. Ανάμεσα τους ο διοικητής της Εθνοφυλακής, ο αρχηγός Αστυνομίας, ο αρχηγός Χωροφυλακής, ο δήμαρχος, ένας ορισμένος αριθμός κληρικών. Συλληφθέντες χωροφύλακες τουφεκίστηκαν καθώς και όλοι οι εθνοφύλακες. Μέσα στο νοσοκομείο όπου υπήρχαν δύο αξιωματικοί τραυματίες, όταν μπήκαν οι αντάρτες, τους κατακρεούργησαν κατά απαίσιο τρόπο:

Τα κεφάλια τους τσακίστηκαν από κτυπήματα σφυριών, πάνω στα κρεβάτια τους, στο νοσοκομείο.

Είδα τα πτώματα του αρχηγού της Αστυνομίας και του αρχηγού Εθνοφυλακής. Είχαν μαρτυρήσει και ακρωτηριαστεί πριν σκοτωθούν.

Οι αντάρτες μάζεψαν ότι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, ειδικά τους μαθητές των δύο γυμνασίων, αγόρια και κορίτσια.

Οι αντάρτες ήταν περίπου 5000. Όλο το υλικό τους μεταφερόταν από μουλάρια. Είχαν λίγο πυροβολικό, αλλά αρκετούς.

Η μάχη άρχισε στις 11 Ιανουαρίου. Τα κυβερνητικά στρατεύματα αντιστάθηκαν μέχρι το πρωί στις 13 Ιανουαρίου. Τα πυρομαχικά τους είχαν εξαντληθεί και ένα μεγάλο μέρος παραδόθηκε στους αντάρτες. Τότε άρχισε η σφαγή. Μόνον ελάχιστοι διασώθηκαν βρίσκοντας καταφύγιο στα συντρίμμια. Ακόμη και στις 16 Ιανουαρίου έβγαιναν από τις κρυψώνες τους, αγνοώντας ότι εθνικά στρατεύματα ανακαταλαμβάνουν την πόλη.

Τα αντάρτικα τμήματα, επιβαρυνόμενα με τα υλικά που αποκόμισαν και με τους ομήρους, κατευθύνθηκαν προς το Βίτσι μέσω του Βερμίου και του Καϊμακτσαλάν. Το πρωινό της 17ης Ιανουαρίου, η αεροπορία μπορούσε ακόμη να τους παρατηρεί, αλλά δεν τολμούσε να βομβαρδίσει τις φάλαγγές τους, εξαιτίας των ομήρων που είχαν μαζί τους.

Ο αρχηγός των ανταρτών εκτιμά σε 950 τους φονευθέντες από τη μεριά των κυβερνητικών. Ο Έλληνας διοικητής, από την πλευρά του, ομολογεί μόνον 80 φονευθέντας.

Κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένου υπόψην του αριθμού των πτωμάτων που είδα απλωμένα στον ομαδικό τάφο, θα υπολόγιζα μεταξύ 300-400 τον αριθμό των σκοτωμένων∙ χωρίς να υπολογίζονται σ’ αυτούς οι 400 σκοτωμένοι του άμαχου πληθυσμού.

Θα θεωρούσα τον αριθμό των τραυματιών μεταξύ 1.200 και 1.500.»

 

 

Πηγή: Το έργο του κυρίου Χάρη Τσιρκινίδη από τις εκδόσεις Κυριακίδης σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ερωδιός, «Σύννεφα στην Μακεδονία».

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις