Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΙΖΑΡΗΣ

 




 

ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΙΖΑΡΗΣ

 

Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης

Ανάμεσα στη μακριά σειρά των Ηπειρωτών ευεργετών ανήκουν κι οι αδελφοί Ριζάρες. Γεννήθηκαν στο χωριό Μονοδένδρι του Ζαγοριού της Ηπείρου κι είχαν πατέρα τον Ρίζο Μάνθο και μητέρα την Καλούσιω.

Ήταν δυο αδέλφια. Μεγαλύτερος ο Μάνθος και μικρότερος ο Γεώργιος. Ο Γεώργιος γεννήθηκε στα 1769, ενώ για το Μάνθο δεν είναι γνωστό ποιο χρόνο ακριβώς γεννήθηκε∙ Πάντως γεννήθηκε γύρω και μετά τα 1750.

Τα δυο αδέλφια έμειναν ορφανά από πατέρα πολύ νωρίς. Ο Γεώργιος μόλις τριών χρονών. Μετά τον θάνατο του πατέρα όλη η φροντίδα για την ανατροφή των παιδιών έπεσε στην μάνα. Η Καλούσιω, γυναίκα τίμια και θεοσεβούμενη, ανάθρεψε τα ορφανά της, όσο μπορούσε καλύτερα, ποτίζοντας την ψυχούλα τους ευσέβεια και χριστιανισμό.

Τα παιδιά είχαν έναν θείο, αδελφό του πατέρα τους, που λεγόταν Πανταζής Ρίζου Μάνθος. Αυτός είχε ξενιτευτή στη Νίζνα της Ρωσίας, όπου είχε εμπορική επιχείρηση. Μαθαίνοντας ο Πανταζής πως πέθανε ο αδελφός του, φρόντισε να συμμαζέψη κοντά του το μεγαλύτερο ανεψιό του το Μάνθο. Πραγματικά ο Μάνθος ταξίδεψε στη Νίζνα, όπου βρήκε βοήθεια και προστασία στο πρώτο του ξεκίνημα από τον θείο του.

Έξυπνος όμως ο Μάνθος, δραστήριος κι εργατικός κατόρθωσε πολύ γρήγορα ν’ απόκτηση δική του περιουσία. Μακριά από διασκεδάσεις και κακές συναναστροφές αφοσιώθηκε στη δουλειά του με το σκοπό να προκόψη. Και πρόκοψε. Άπλωσε με τον καιρό την εμπορική του επιχείρηση στην Μόσχα, Οδυσσό, Βεσσαραβία, Βλαχιά, Κωνσταντινούπολη. Έτσι σιγά- σιγά μεγάλωσε τη δουλειά του, αλλά και μαζί τα πλούτη του. Μέσα σε λίγα χρόνια κι ο Μάνθος Ριζάρης λογαριαζόταν για ένας από τους πιο πλούσιους εμπόρους της Μόσχας, όπου στο μεταξύ είχε εγκατασταθή.

Στα 1806 ο Μάνθος κάλεσε κοντά του και τον αδελφό του. Ποτισμένα από τη μανούλα τους με καλοσύνη και ευσέβεια τα δυο αδέλφια, εργάστηκαν χρόνια με ομόνοια κι αγάπη αξιοθαύμαστη. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξήσουν την περιουσία τους και ν’ αποκτήσουν τιμή, όνομα, υπόληψη.

Οι Ριζάρες φημίζονταν για την ευσέβεια και τη θρησκευτική τους πίστη. Σύγκαιρα όμως φημίζονταν και για τη φλογερή τους αγάπη στην Πατρίδα. Δουλεύοντας και μαζεύοντας πλούτο ένα σκοπό είχαν. Να βοηθήσουν τούς φτωχούς συμπατριώτες τους και την Ελλάδα. Ολόκληρη η ζωή τους ήταν αφιερωμένη στους υψηλούς αυτούς σκοπούς.

Ο Μάνθος στη Ρωσία είχε γνωρισθή με πολλούς σπουδαίους Έλληνες, πού σκοπό τους είχαν τάξει τη λύτρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Υπήρξε στενός φίλος του Υψηλάντη, του αρχηγού της επανάστασης της Βλαχίας. Γνωριζόταν με το μεγάλο Καποδίστρια καθώς και με τον Ξάνθο, ένα από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, που είχε σκοπό της, όπως είναι γνωστόν, την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο ίδιος ο Ξάνθος, εκτιμώντας τον πατριωτισμό τον Μάνθου, τον είχε κατηχήσει στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας.

Την φιλοπατρία του ο Μάνθος την έδειξε έμπρακτα. Υπήρξε από τους Έλληνες εκείνους του εξωτερικού, που με όλη τους την ψυχή υποστήριξαν την Επανάσταση. Τα ποσά που κατά καιρούς διέθεσε γι’ αυτή φτάνουν τις 50.000 ρούβλια. Ποσό βέβαια σημαντικό τα χρόνια εκείνα.

Η φιλοπατρία του Μάνθου κι ο πόθος του για την πνευματική ανύψωση του Γένους εκδηλώθηκε ακόμη με την ίδρυση σχολείου στο Μονοδένδρι. Από το 1814 συνεχώς έστελνε χρήματα για τη συντήρηση και την κανονική λειτουργία του σχολείου αυτού. Αργότερα πάλι ο αδελφός του εξασφάλισε τη λειτουργία του με ανάλογο κληροδότημα.

Όνειρο εξ άλλου και πόθος του Μάνθου ήταν να δημιουργήση στην Ελλάδα ιερατική σχολή, απ’ όπου θα έβγαιναν μορφωμένοι κληρικοί. Κι είναι τούτο, χωρίς άλλο, φανέρωμα της μεγάλης του ευσέβειας και πίστης στη θρησκεία του Χριστού.

Αλλά το όνειρό του αυτό δεν ήταν γραφτό να το δη ο Μάνθος πραγματοποιημένο. Σκληρός ο χάρος του έκοψε την αγαθοεργή δράση στα 1824. Πεθαίνοντας όμως άφησε εντολή στον αδελφό του για την ίδρυση της ιερατικής σχολής, έστω κι αν χρειαζόταν γι’ αυτό ολόκληρη η περιουσία τους. Κι ήθελε όχι μονάχα να ιδρύση τη σχολή. Αλλά και να την προικοδοτήση έτσι, που να λείψη στο μέλλον ο φόβος του κλεισίματος.

Ας σημειωθή, πως ο Μάνθος Ριζάρης δεν άφησε οικογένεια. Γιατί, όπως οι Ζωσιμάδες κι ο Καπλάνης, έμεινε ανύπανδρος, για το καλό των άλλων.

Μετά τον θάνατο του Μάνθου ο Γεώργιος άφησε τη Μόσχα και κατέβηκε στην Οδυσσό, όπου και εγκαταστάθηκε. Στο προσκήνιο τώρα της φιλανθρωπικής και πατριωτικής δράσης φανερώνεται ο Γεώργιος Ριζάρης. Ευσεβής και τούτος και καλός πατριώτης αφοσιώθηκε στην εξυπηρέτηση του Ελληνικού Γένους. Γιατί, αν είναι αλήθεια, πως ο Μάνθος απόκτησε τον πλούτο, άλλο τόσο αλήθεια είναι, ότι ο Γεώργιος στάθηκε ο πιστός εκπληρωτής των πόθων του.

Πρώτη του φροντίδα, κατεβαίνοντας στην Οδυσσό, ήταν να ενισχύση την ελληνική επανάσταση. Ήταν ανάγκη. Γιατί στην Ελλάδα ακόμη βροντούσε το καριοφίλι κι οι ελληνικές θυσίες στο βωμό της θεάς Λευθεριάς εξακολουθούσαν. Μετά τούτο διέθεσε πολλά χρήματα για την εξαγορά Ελλήνων αιχμαλώτων, που πουλιόνταν από τους Τούρκους στα σκλαβοπάζαρα για δούλοι. Διέθεσε ακόμη 2.000 ρούβλια κι αγόρασε από τον Αδαμάντιο Κοραή διάφορα συγγράμματά του, τα οποία μοίρασε σε πολλά ελληνικά σχολεία. Κι αργότερα πάλι, όταν ο Καποδίστριας κυβερνήτης της ελεύθερης πια Ελλάδας θέλησε να ιδρύση εθνική τράπεζα, ο Ριζάρης ήταν από τους πρώτους, που ενίσχυσε το έργο του.

Τέλος το 1837, κοντά εβδομηντάρης, ο Ριζάρης κατέβηκε στην Αθήνα. Ήθελε να χαρή την ελεύθερη πια Ελλάδα και να τακτοποίηση το ζήτημα της ιερατικής σχολής. Γιατί αν αυτό ήταν όνειρο του αδελφού του, ήταν μαζί και δικός του πόθος και λαχτάρα.

Στην Αθήνα εξακολούθησε ο Ριζάρης τις ευεργεσίες του βοηθώντας φτωχούς και σπουδάζοντας φτωχά ελληνόπουλα. Εφρόντισε όμως και για κάτι πιο σπουδαίο. Προσπάθησε να εξασφαλίση την περιουσία του από κάθε τυχόν διεκδίκηση κληρονόμου, σαν αυτός θα πέθαινε. Για τον σκοπό αυτό αγόρασε διάφορα κτήματα κι έχτισε σπίτια, ώστε να τα κληροδοτήση στην ιερατική σχολή.

Όταν πια εξασφάλισε την περιουσία του, όπως ενόμιζε καλύτερα, ο Ριζάρης έκανε τη διαθήκη του. Ολόκληρη σχεδόν την περιουσία του (340.000 τάλληρα) την άφηνε για την ανέγερση της ιερατικής σχολής. Άφηνε όμως και ένα μικρό μέρος για τους συγγενείς του στην Ήπειρο, καθώς και για μερικά μοναστήρια. Έτσι πια το όνειρο των δυο αδελφών έπαιρνε σάρκα και οστά.

Ο Γεώργιος Ριζάρης όμως στάθηκε άτυχος. Δεν πρόλαβε κι αυτός να δη τελειωμένο το μεγαλύτερο έργο της ζωής του, που έκανε τα δυο φτωχά Ηπειρωτόπουλα αθάνατα. Άδικος ο χάρος τον πήρε στα 1842. Πέθανε. Αλλά με την παρηγοριά στην ψυχή, ότι το σώμα του θα ταφή στο ελεύθερο ελληνικό χώμα «… μέ απλούστατον και χριστιανικόν τρόπον...», όπως ζητά στη διαθήκη του. Ας σημειωθή και τούτο για τη μνήμη του καλού Ριζάρη. Προτίμησε να πεθάνη κι αυτός ανύπανδρος για το καλό των άλλων και της Πατρίδας του.

Αλλ’ αν τα δυο αδέλφια ακολούθησαν την πανανθρώπινη μοίρα, μέσα σε δυο χρόνια αναστήθηκε η σχολή. Αυτή που διαιώνισε στο πανελλήνιο το όνομά τους. Τον Μάιο του 1844 έγιναν τα εγκαίνια της ιερατικής σχολής, που από το όνομά τους ονομάσθηκε «Ριζάρειος Σχολή». Μεγαλόπρεπη υψώθηκε στην Αθήνα για τη «βελτίωσιν της καταστάσεως του κλήρου και την εξάπλωσιν της ευαγγελικής αληθείας...», όπως γράφει ο Ριζάρης στην διαθήκη του, για να διαλαλή παντού τη μεγαλοψυχία του Έλληνα και τον βαθύ χριστιανισμό του.

Πριν κλείσωμε το κεφάλαιο τούτο θα παραθέσωμε κι ένα άρθρο της διαθήκης του Γ. Ριζάρη. Δείχνει κι αυτό την αγάπη του στην θρησκεία, μα και στην Πατρίδα.

«Θέλω και διατάττω να δίδητε σύνταξις εις είκοσι νέους, οίτινες δια τούτο ονομάζονται υπότροφοι της σχολής καθ’ ολόκληρον πενταετίαν∙ κατόπιν δε να παραλαμβάνωνται άλλοι και ούτως εφεξής». Επιθυμούσε όμως οι δέκα από τους σπουδαστές αυτούς να είναι από την ελεύθερη Ελλάδα κι οι άλλοι δέκα από την ιδιαίτερη πατρίδα του το Ζαγόρι, που τότε ήταν ακόμη σκλαβωμένο στους Τούρκους.

Η ελληνική βουλή τιμώντας τους αδελφούς Ριζάρες ανέγραψε τα ονόματά τους στην στήλη, που είναι στην αίθουσα της βουλής, κι όπου αναγράφονται, για αιώνια δόξα και τιμή, όλοι οι Εθνικοί μας Ευεργέτες.

 

 

Πηγή: Το έργο «Θυσίες στο βωμό του Χριστού και της Πατρίδος: (Μεγάλοι Εθνικοί Ευεργέτες)», ένα “Ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα” του Νικόλ. Σ. Μπούλιου.

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις