Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΟΙ
ΑΚΡΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Μέσα
στ’ ακριτικά τραγούδια, είτε απ’ την Τραπεζούντα, είτε απ’ την Κρήτη, είτε απ’
την Κύπρο, προέρχονται αυτά, ξαναβρίσκει κανείς διαρκώς την ονομασία αυτή των
Ελλήνων ή «Ρωμαίων» όπως είχε καθιερωθή.
Παρά
τον πλούτο της ακριτικής παραδόσεως, δυστυχώς δεν ξέρομε και πολλά πράγματα για
τους αγώνες των ηρωϊκών απελατών οι οποίοι είχαν αποτελέσει τη νέα φρουρά της
Κύπρου. Όμορφοι, ψηλοί, ρωμαλέοι και ατρόμητοι άνδρες οι απελάτες, έτσι χαρακτηρίζονται
απ’ τον Διγενή Ακρίτα τον μυθικό άρχοντα και αρχηγό τους, για τον οποίο εκτός
από τα Δημοτικά τραγούδια υπάρχουν κι’ ολόκληρες εποποιίες σαν εκείνη την οποία
εκυκλοφόρησαν οι ιστοριοδίφες Σώθας και Λεγκράν∙ και η οποία κατά πάσα πιθανότητα
αποτελεί μιά συγκέντρωσι από πολλά κατορθώματα των Ακριτών κατά τους διάφορους
αιώνες.
Η πέτρα του Διγενή και ο
Πενταδάκτυλος
Υπάρχουν
μερικές παραδόσεις κυπριακές γύρω από το θρυλικό πρόσωπο του Διγενή. Του
πανελλήνιου αυτού ήρωα που ενσαρκώνει τις πολύχρονες και ματωμένες προσπάθειες
των Ακριτών μας, για να διατηρήσουν ακέραια την ελληνική τους υπόστασι. Μερικές
μας αναφέρει σ’ ένα άρθρο του ο κ. Γ. Ζωγραφάκης. Και να η πρώτη παράδοσι:
Κυπριακές παραδόσεις για τον Διγενή
Ακρίτα
«Ένα
χωριό τούρκικο στα ανατολικά της Κυθρέας κοντά στ’ ακρογιάλια της Κερύνειας
φέρνει το ελληνικώτατο όνομα «Πέτρα του
Διγενή». Πως βρέθηκε εκεί, είναι να απορή κανείς. Και γιατί να το λένε
πέτρα του Διγενή; Ο Ακρίτας ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Σαρακηνών σ’ εκείνα
τα μακρινά χρόνια, σ’ όλα τα βουνά της Μικράς Ασίας. Όπως αναφέρει η ίδια η
παράδοσι, ο Διγενής Ακρίτας κυνηγώντας μια μέρα ένα ξακουσμένο παλληκάρι
Σαρακηνό, το ανάγκασε να εγκαταλείψη τη χώρα του για να γλυτώση απ’ την μανία
του, και να ζητήση καταφύγιο στην Κύπρο.
Μπαίνει
λοιπόν ο Σαρακηνός σ’ ένα καΐκι και τραβάει για το νησί. Τον είδε μεσοπέλαγα ο Διγενής.
Απ’
τον όγκο του κατάλαβε πως είναι ο Σαρακηνός κι’ αποφάσισε να βγή κι’ αυτός στην
Κύπρο και να τον κυνηγήση! Πατάει στ’ ακρογιάλια της Κερύνειας ο Σαρακηνός και
προχωρεί κατά την Κυθρέα!
Έχει
ως φαίνεται κατά νου να δρασκελίση τον κάμπο της Μεσαορίας, να φτάση στην Αμμόχωστο,
και μπαίνοντας σε άλλο πλοίο να φτάση στην Συρία. Έτσι ήταν βέβαιος πως ο
Διγενής θα έχανε τα ίχνη του. Το βουνό του Πενταδάκτυλου δεν είχε ακόμη γίνει
εκείνο τον καιρό.
Μπαίνει
κι’ ο Διγενής σ’ ένα καΐκι και φτάνει με τη σειρά του στ’ ακρογιάλια της
Κερύνειας. Αναζητάει αμέσως τα πατήματα του Σαρακηνού και τα διακρίνει να
προχωρούν κατά την Κυθρέα. Εκεί που ετοιμάζεται να πέση κατ’ επάνω του σαν
σίφουνας, βλέπει ξάφνου να ορθώνεται το βουνό του Πενταδάκτυλου και να του
κρύβη και τον Σαρακηνό και τα ίχνη του.
Δοκιμάζει
να προχωρήση. Το βουνό είναι μαλακό σαν ζυμάρι και δεν μπορεί να το περάση
περπατώντας.
Ακουμπά
τότες το δεξί του χέρι στο πελώριο κοντάρι του, φουχτώνει με τ’ αριστερό την
κορφή του βουνού, και σαν πουλί πετά, και το πηδάει. Και βρέθηκε πάνω από την
Κυθρέα. Τα πέντε δάχτυλα των χεριών του αποτυπώθησαν στην μαλακή κορφή, κι’
έμειναν εκεί πάνω τα σημάδια τους μαζί με τ’ όνομα του Πενταδάκτυλου! ...
Στάθηκε
ο Διγενής στην πλαγιά του βουνού, κοντά στην Κυθρέα κι’ αγναντεύει τον κάμπο. Μα,
πουθενά ο Σαρακηνός.
—
Δεν θα μου ξεφύγη, μουρμούρισε ο Διγενής. Εδώ κοντά θα είναι κρυμμένος. Την ημέρα
πλημμυρίζει ο κάμπος από φώς, και τη νύχτα λάμπει κάτω απ’ του φεγγαριού το φως
ως πέρα στην Αμμόχωστο!
Κάθησε
και περίμενε... μέρες πολλές! Το βουνό δεν ήταν πια μαλακό. Ξάφνου φτάνει εκεί και
η γυναίκα του που πάντα τον παρακολουθούσε.
Ένα
πρωί μακρυά στον κάμπο κάτι σαν λόφο διέκρινε ο Διγενής που προχωρούσε κατά την
Αμμόχωστο.
— Νάτος! Αυτός είναι! φώναξε. «Που πας μωρέ;» τον ρώτησε με την
βροντερή φωνή του. Κι’ άδραξε ένα πελώριο βράχο και μ’ όλη του την δύναμι τον έρριξε
κατά τον Σαρακηνό. Αστόχησε όμως. Γιατί η γυναίκα του φοβήθηκε πως κι’ άλλα
πλάσματα θα σκοτωθούν χωρίς νάχουνε φταίξη, κι’ άρπαξε τον Διγενή από το
μπράτσο την ώρα που κινούσε τον βράχο κατά του εχθρού του.
Έτσι
ο βράχος δεν έφτασε ως τον Σαρακηνό, κι’ έπεσε στην ρίζα του βουνού, μπήχτηκε στη
γη και βρίσκεται από τότε σ’ εκείνο το μέρος. Για τούτο, λέγει η παράδοσι, έμεινε
και τ’ όνομα —Πέτρα του Διγενή—- σε τούτο το χωριό»...
*
Μιά
άλλη παράδοσι, περισσότερο τρυφερή, γεμάτη όμως από ειδυλλιακό πνεύμα που
χαρακτηρίζει τα δημοτικά μας τραγούδια και με διάχυτη την ελληνική αντίληψι για
την αξία και την στερεότητα του θεσμού του γάμου, είναι η παρακάτω:
«Κάποτε
πήγε ο Διγενής σ’ ένα χωριό, όπου ζούσε ένα ξακουστό παλληκάρι. Γιάννης ήταν τ’
όνομά του κι’ είχε γυναίκα του την πιο όμορφη κοπέλλα του τόπου. Σαν άκουσε ο
Γιάννης για τον Διγενή γέλασε και τον κάλεσε σε πάλεμα. Ήταν τόσο βέβαιος πως θα
τον νικήση, που έβαλε στοίχημα πως θα του χαρίση την γυναίκα του αν νικηθή!
Βγαίνουν στ’ αλώνια και μαζί τους όλο το χωριό.
Πριν
τελειώση ο πρώτος γύρος ο Γιάννης βρέθηκε ξαπλωμένος στ’ αλώνι. Κερδίζει ο
Διγενής το στοίχημα και παίρνει γυναίκα του την όμορφη κοπέλλα...
*
Μα
ήρθε ο καιρός να νικηθή ο Διγενής από τον Χάρο. Όταν κατάλαβε πως θα πεθάνη
φώναξε τη γυναίκα και ρωτάει:
«Άν
αποθάνω βρε καλή, ποιόν άντρα θε να πάρης;».
«Αν
αποθάνης Διγενή, τον Γιάννη θε να πάρω, όπου ν’ η πρώτη μου χαρά, το πρώτο μου
καμάρι...».
«Δεν
με πειράζει», της είπε ο Διγενής. «Έλα κοντά μου να σ’ αποχαιρετήσω».
Την
αγκαλιάζει, την φιλά, με τέτοια όμως δύναμι, που πέθανε στα χέρια του καθώς και
εκείνος ξεψυχούσε.
*
Δεκάδες
είναι οι παραδόσεις γύρω από το όνομα του Διγενή στην Κύπρο. Δείχνουν καθαρά
πώς και στην μεγαλόνησο και στην άλλη Ελλάδα, δεν μπορούσαν οι Έλληνες να
ζήσουν χωρίς έναν Ηρακλή, σύμβολο της σωματικής και ηθικής ανδρείας της «ΑΡΕΤΗΣ»
που ήταν πάντα για τον Έλληνα το ουσιαστικό κόσμημα της ζωής του.
Το
πέρασμα του χρόνου, έσβησε την παλιά θρησκεία και τα σύμβολά της. Αλλ’ η ψυχή του
λαού έμεινε η ίδια. Και έπλασε τον Διγενή. Ο Διγενής των «Εκατόγχειρων», των
«Τιτάτων», των «Κυκλώπων», του «Ηρακλή», του «Ιάσονα», του «Θησέα». Κι’ αυτό
δείχνει την ενότητα, της ελληνικής φυλής, που λάτρευε πάντα τα παλληκάρια, ανάμεσα
από τα λογής καθέκαστα της πολυκύμαντης ιστορίας της.
Σε
χίλιους τόπους ο λαός της Κύπρου τοποθέτησε το όνομα του Διγενή. Το γεγονός αυτό
δεν μπορεί καμμιά δύναμι να το σβύση. Ασάλευτες, στην ίδια θέσι, οι ονομασίες αυτές
μαρτυρούν, βροντοφωνούν, την ελληνικότητα του Μεγάλου Νησιού!
Οι
παραδόσεις όμως του Διγενή, όταν έφτασαν στην Πάφο, τον τόπο της Αφροδίτης,
έχασαν από το πολεμόχαρο πνεύμα τους και παίρνει ο Διγενής εκεί τη μορφή ενός
μεγάλου εραστού. Λυγίζει μπροστά στην γυναικεία ομορφιά!... Γίνεται Άδωνις!
Έτσι πλάϊ στην εξύμνησι της παλληκαριάς, μπαίνει τώρα και το τραγούδισμα του
κάλλους. Και την αντίληψι αυτή την προσφέρει ανάγλυφα το ωραίο κυπριακό
τραγούδι:
«Έθελα νάμουν όμορφος, νάμουν τζιαί παλληκάριν
τραγουδιστής τζιαί χορευτής, τζ’ έν
έθελ’ άλλην χάριν».
Αυτά
περίπου αναφέρουν οι κυπριακές παραδόσεις για τον Διγενή Ακρίτα.
Ό
πόλεμος τον οποίον έκαναν οι Ακρίτες ήταν ένα είδος κλεφτοπόλεμου. Δηλαδή είχαν
σαν ορμητήρια ωρισμένα κέντρα ή λημέρια στα κυπριακά βουνά, κι’ απ’ εκεί εξορμούσαν
κι’ έκαναν τις επιθέσεις τους εναντίον των Σαρακηνών που έκαναν γιουρούσι κατ’
επάνω τους, που φυσικά πάντοτε ήσαν αριθμητικά υπέρτεροι απ’ αυτούς.
Γνωρίζουμε
μονάχα πως χρησιμοποιούσαν σαν κύρια πολεμική τους μέθοδο, εκείνο που το ωνόμασαν
οι ίδιοι «όγκρομα», και το οποίο έμεινε
αργότερα στην ελληνική αρματωλίτική τους παράδοσι σαν το γνωστό «καρέρι»! Επί ολόκληρες μέρες, περίμεναν
με υπομονή και καρτερία τον εχθρό, που πλησίαζε για να επιτεθούν έπειτα «εξ ενέδρας» εναντίον του, και να του
προξενήσουν όσες μπορούσαν περισσότερες ζημιές, την ώρα, κι’ εκεί που το
περίμενε λιγώτερο!...
Χαρακτηριστικό
τους όπλο ήταν το τρομερό εκείνο σιδερένιο ρόπαλο το οποίο απ’ τους ίδιους τους
απελάτες ωνομάστηκε «απελατίκιον». Επίσης
είχαν και το κοντάρι το οποίον χρησιμοποιούσαν μ’ εξαιρετική δεξιότητα.
Πάνω
στο σιδερένιο ρόπαλό τους, ήταν χαραγμένη η εικόνα του Ηρακλή του χριστιανισμού
όπως αποκάλεσαν τον Άγιο Μάμαντα μερικοί ιστορικοί που ήταν ειδικά στην Κύπρο ο
πιστός προστάτης τους!
«Ο Άγιος Μάμας», ο προστάτης των
Άκριτων
Ο
Άγιος Μάμας έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την παράδοσι και την ιστορία της
Κύπρου. Και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι «Οι ελληνικοί δράκοι» του Ταύρου, εθεώρησαν αναγκαίο να μεταφέρουν τη
σορό του Αγίου, που ήταν γι’ αυτούς ο πιστός προστάτης, στη μεγαλόνησο Κύπρο. Τη
μεταφορά αυτή ο θρύλος την παρουσίασε σαν μιά θαυματουργή μετάβασι. Ο θαυμάσιος
ναός του Αγίου Μάμαντος, στου Μόρφου, (την περιοχή της βυζαντινής Θεομόρφου), εξωραΐστηκε
αργότερα στην εποχή των Φράγκων βασιληάδων∙ κι’ απελάμβανε μεγάλου σεβασμού
κατά την εποχή τους, τόσον από τους Ορθόδοξους Έλληνες, όσον κι’ από τους
Φράγκους.
Ήταν
ιδιαίτερα κοινή η πεποίθησι σ’ όλους, ότι τη μέρα που γιόρταζε ο Άγιος «έβρυε μύρον» από το φέρετρό του!... Λένε
μάλιστα και κάτι άλλο: πως στο αριστερό μέρος της εκκλησίας του Μόρφου —που
ανανεώθηκε κι’ εξωραΐστηκε από τους Φράγκους— βρισκότανε ρωμαϊκή σαρκοφάγος, η οποία
ίσως να είναι το αναφερόμενο απ’ την μεσαιωνική παράδοσι θαυματουργό «κιβούριν»
(το φέρετρο δηλ.) του Αγίου και προστάτη των Ακριτών .
Πηγή: Τάκης Ακρίτας, «Κύπρος - Το
Γαλάζιο Νησί», Αθήνα 1971.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου