Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΜΟΣ

 




 

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΜΟΣ 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΓΟΝΕΡΙ ΔΡΑΜΑΣ

 

Ο Μακεδονομάχος Πέτρος Σίμος

Γεννήθηκε στο Παγονέρι το 1875. Υιοθετήθηκε από τα αδέλφια Θεόδωρο και Αικατερίνη Νιδέλτσιου. Έτσι δικαιολογείται η γειτνίαση όλων των ιδιοκτησιών (σπιτιού, χωραφιών, αχυρώνα), που υπάρχουν και σήμερα, της οικογένειας Αθανασίου Σίμου (γιου του Πέτρου) με την ιδιοκτησία του ιεροψάλτη Ιωάννη Νιδέλτσιου.

Σε νεαρή ηλικία ο Πέτρος έγινε κάτοχος αξιόλογης περιουσίας, η οποία του έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με το εμπόριο εδώδιμων προϊόντων, τα οποία προμηθευόταν από τις αγορές Ξάνθης και Καβάλας, που επισκεπτόταν συχνά, μέσω Ποταμών, Σιδηρονέρου, Παρανεστίου. Πολύ γρήγορα καθιερώθηκε ως αξιόλογο και επίλεκτο μέλος της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Παγονερίου∙ η οποία τον τίμησε, εκλέγοντάς τον μουχτάρη (Πρόεδρο) τη διετία 1910-1911. Έχαιρε της εκτίμησης των Τούρκων του Παγονερίου, αλλά και αυτών της γύρω περιοχής.

Με την ιδιότητα του εμπόρου, περιερχόταν τα χωριά για τη διάθεση των προϊόντων του, έκανε γνωριμίες, άκουγε, μάθαινε για την κατάσταση που επικρατούσε, ενώ ο Μακεδονικός Αγώνας είχε αρχίσει. Ο δρόμος τον οδηγούσε πολλές φορές στο Βώλακα. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον Άρμεν Κούπτσιο και συνδέθηκε φιλικά μαζί του. Αμοιβαία συμπάθεια και ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη χαρακτήριζε τη φιλία τους, η οποία κράτησε άρρηκτη ως τον απαγχονισμό του Άρμεν στο πλατάνι της πλατείας της Δράμας.

Λόγω της αβέβαιης κατάστασης που επικρατούσε στην περιοχή και γενικότερα στη Μακεδονία εκείνα τα δύσκολα, πύρινα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει με σιγουριά τι του επιφύλασσε η μοίρα του κάθε στιγμή, οι δύο φίλοι έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση πως, αν πάθαινε κάποιος τους κάτι, ο άλλος θα αναλάμβανε την υποχρέωση να δώσει το όνομά του στο πρώτο παιδί που θα αποκτούσε. Έτσι και έγινε. Το πρώτο του παιδί που γεννήθηκε το 1907, βαφτίστηκε με το όνομα Άρμεν, για να τιμήσει, έτσι, τη μνήμη του πιο αγαπημένου του φίλου, του ήρωα, Μακεδονομάχου Άρμεν.

Μυήθηκε στον αγώνα και δραστηριοποιήθηκε στην ομάδα κρούσης, την οποία αποτελούσαν ο ίδιος ο Αρμεν, ο Κώστας Σίγγος, ο Άγγελος Μίχας και άλλοι πατριώτες από το Βώλακα, ως μόνιμος τροφοδότης και μεταφορέας όπλων. Δύο πόστα «κλειδιά» που τα υπηρέτησε με συνέπεια και αυτοθυσία.

Νους οξυδερκής, με ανεπτυγμένο εμπορικό αισθητήριο, τα χρόνια 1910-1913 βρέθηκε να έχει υπέρ τα χίλια γίδια, με πολλούς υπηρέτες, που απασχολούσε, κυρίως Τούρκους.

Το 1912, με την οικονομική ευρωστία που είχε, κατάφερε να κατακυρωθεί υπέρ του το δικαίωμα είσπραξης της δεκάτης, ύστερα από δημοπρασία. Από το λογιστικό του βιβλίο σώζεται το μεγαλύτερο μέρος, όπου υπάρχουν όλα τα στοιχεία των φορολογούμενων Ελλήνων και Τούρκων του Παγονερίου και της γύρω περιοχής.

Κατά το έτος 1913, κι ενώ άρχισε να ισχύει (18-7-1913) η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, για τη χάραξη των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, ο Πέτρος και οι συμπατριώτες του Παγονερίτες, Θεόδωρος Καραντώνης και Ιωάννης Σούσκας, ως μέλη της ελληνικής Επιτροπής, υπό το νεαρό, τότε, λοχαγό του ελληνικού στρατού και αργότερα βουλευτή του Ν. Δράμας και υπουργού Περικλή Κάβδα, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη χάραξη των συνόρων, στο ύψος της περιοχής Παγονερίου.

Σε κάποια στιγμή, όταν ο Βούλγαρος αξιωματικός της βουλγαρικής Επιτροπής επέμεινε έτσι, ώστε η οριοθετική γραμμή να τοποθετηθεί στο Βώλακα, Μικροκλεισούρα, ο Πέτρος του πρόταξε το πιστόλι και τον επανέφερε στην τάξη.

Λέγεται πως, γι’ αυτή του την ενέργεια, καθοριστικής σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα, δέχθηκε δριμεία επίπληξη από τον Έλληνα αξιωματικό, ο οποίος λίγο αργότερα τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μη δίνεις σημασία σ’ αυτά που είπα εγώ, για ευνόητους λόγους... Πιστεύω ότι, ό,τι έκανες το έκανες γιατί σου το υπαγόρευσε η εθνική σου συνείδηση, κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο».

Το τέλος του ήταν οικτρό. Το 1916 και ενώ η γυναίκα του ήταν έγκυος στο τέταρτό τους παιδί (Θανάση), ο ίδιος και ο συγχωριανός του Κώστας Παπαοικονόμου συνελήφθησαν από τους κομιτατζήδες, λίγο έξω από τη Δράμα∙ και βασανίστηκαν φρικτά επί πολλές ημέρες. Με κατακρεουργημένα κομμάτι - κομμάτι τα σώματά τους, με θάνατο αργό και βασανιστικό, η ζωή τους τελείωσε στο πηγάδι της «Τσομπάγκα» της περιοχής Ξηροποτάμου, όπου τους έριξαν με άλλους πατριώτες από τα γύρω χωριά.

Και να, η τραγική συγκυρία. Αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας που έγινε η σύλληψη του Πέτρου, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες εισέβαλαν στο σπίτι του στο Παγονέρι και συνέλαβαν τη σύζυγό του Καλλιόπη (από το γένος Κουζούλη).

-           Πού είναι ο άντρας σου; φωνάζουν ουρλιαχτά.

-           Δεν ξέρω, δεν είναι εδώ.

-           Μη στενοχωριέσαι, εμείς θα τον βρούμε. Να, για να μάθεις να μη λες ψέμματα.

Και οι κομιτατζήδες τη χτυπούν βάναυσα μπροστά στα έντρομα, αθώα μάτια των τριών ανήλικων παιδιών της.

Έπειτα ορμούν στα δωμάτια, στο στάβλο, παντού. Και καταστρέφουν ό,τι βλέπουν μπροστά τους. Ψάχνουν να τον βρουν. Όμως άδικα. Ξαναπέφτουν πάνω στην άτυχη γυναίκα. Τη σέρνουν έξω στο δρόμο. Τη χτυπούν, την ποδοπατούν, μα αυτή δεν ομολογεί. Την αφήνουν λιποθυμισμένη και φεύγουν με πλούσια λεία, αρκετά χρήματα και τρόφιμα.

 

Πηγή: Το βιβλίο του Στάθη Χρ. Κουζούλη «Οι Αγώνες του Ελληνισμού στην Επαρχία Νευροκοπίου 1870 – 1918». Έκδοση, Αύγουστος 2000 Δράμα.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις