Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

 




 

Συμβολή στη Μικρασιατική Αγιολογία: Οι Νεομάρτυρες της Σμύρνης

 

Ένα μεγάλο κεφάλαιο της αγιολογίας των όψιμων χρόνων είναι αυτό που αφορά τους νεομάρτυρες. Ως προς τον όρο, φαίνεται να χρησιμοποιείται κυρίως για τους ορθόδοξους χριστιανούς οι οποίοι θανατώθηκαν μαρτυρικά σε σχετικά νεότερους χρόνους από αλλόπιστους. Στους τελευταίους περιλαμβάνονται Άραβες, κυρίως, όμως, Τούρκοι κατακτητές. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις μαρτυρίου πού προκλήθηκε σε λατινοκρατούμενες περιοχές.

Χρονολογικά, η αρχή της περιόδου στην όποια τοποθετούνται οι νέοι μάρτυρες, κατά την έρευνα, δεν μπορεί να οριστεί «καθολικά», αλλά κυμαίνεται σύμφωνα με τοπικά δεδομένα. Αυτά σχετίζονται με τη μουσουλμανική επέκταση ή τη λατινική κατοχή. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ως κρίσιμο χρονικό όριο μπορεί να θεωρηθεί η εικονομαχία μετά τους μάρτυρες αυτής της περιόδου∙ κάθε μάρτυρας μπορεί με τεχνικούς όρους να ονομάζεται νεομάρτυρας.

Ως προς τον όρο, επίσης είναι κρίσιμο και χρήσιμο να γίνεται η σημαντική διάκριση ανάμεσα στον εθνομάρτυρα και τον νεομάρτυρα. Στον όρο «εθνομάρτυρας» καλό είναι να περιλαμβάνονται όλοι εκείνοι των οποίων το μαρτύριο είχε σαφή αιτία την υπόθεση του έθνους/γένους σε πολιτικό επίπεδο· η συμπεριφορά τους, δηλαδή, είχε ως κριτήριο την εθνική πολιτική υπόσταση. Από την άλλη, νεομάρτυρες θεωρούνται οι χριστιανοί που μαρτυρούν με σαφές κριτήριο την πίστη τους, οπότε και τιμώνται ως άγιοι. Καθώς είναι δύσκολο να γίνει διάκριση των δύο μεγεθών (γένος-θρησκεία) κατά την υπό εξέταση περίοδο, οφείλει ο ερευνητής αγιολόγος να είναι προσεκτικός στον καθορισμό των κριτηρίων του. Ωστόσο, η διάκριση δεν είναι εντελώς ανύπαρκτη· ιδιαίτερα για τα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας, οπότε η έννοια του έθνους εμφανίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια, ο ερευνητής οφείλει να είναι προσεκτικός προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πολλές φορές για τη θανάτωση χριστιανών κριτήριο δεν είναι η πίστη τους, αλλά η επαναστατική/αντικαθεστωτική πολιτική δράση τους, οπότε οι ερευνητές είναι επιφυλακτικοί ως προς το να δεχτούν την τιμή τους ως άγιων. Σε κάθε περίπτωση, το αισθητήριο του χριστιανικού λαού, που γνώρισε τους μάρτυρες σε μικροτοπική κλίμακα και τους τίμησε ή όχι ως νεομάρτυρες, αποτέλεσε συνήθως και μακροπρόθεσμα τον σημαντικότερο κριτή (τοπικά-χρονικά) της τιμής τους ως άγιων.

Με αυτόν τον τρόπο εισερχόμαστε στο πεδίο της τιμής των νεομαρτύρων ως άγιων στα όρια της εκκλησιαστικής κοινότητας. Φαίνεται ότι η απόδοση τιμής άγιων σε αυτούς είναι άμεση. Ακόμη και οι όποιες αντιδράσεις δεν δημιουργούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα στην καθολική συνείδηση των πιστών. Ακλουθώντας την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας στην άμεση τιμή προς τους μάρτυρες της πίστης, οι νεομάρτυρες βρήκαν εξαρχής τη θέση τους στο τοπικό καταρχάς και στο γενικό εν συνεχεία εορτολόγιο. Επομένως, τα κείμενα, φορείς των περιστατικών του μαρτυρίου αυτών των άγιων, αξιοποιήθηκαν από την Εκκλησία και ως φορείς θεολογικής διδασκαλίας. Εξαρχής, λοιπόν, δημιουργείται και η σχετική φιλολογία, που αφορά τους νεομάρτυρες.

Τα κείμενα πού σχετίζονται με τους νεομάρτυρες θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: α) άμεσες μαρτυρίες από αυτόπτες, β) σύντομα ή μακρύτερα Συναξάρια μέσα σε Ακολουθίες προς τιμήν τους, γ) συλλογές τέτοιων κειμένων, οι οποίες σε υποτυπώδη μορφή διατηρούνταν από τους χριστιανούς. Η κριτική που πρέπει να ασκηθεί στα κείμενα αυτά οφείλει να είναι ανάλογη μ’ έκείνη που ασκείται στα αρχαία αντίστοιχά τους. Η εξαγωγή θεολογικών συμπερασμάτων πρέπει να γίνεται με την προηγούμενη γνώση των φιλολογικών και ιστορικών προϋποθέσεών τους. Τα κείμενα δεν δημιουργούνται χωρίς κάποιες προϋποθέσεις· η Εκκλησία, όπως έκανε πάντα, αξιοποίησε την ιστορική πραγματικότητα και τα φιλολογικά είδη για να διδάξει. Ως εκ τούτου, τα κείμενα αυτά είναι μάρτυρες ζωής, «μιας χώρας, ενός λαού, μιας εποχής». Είναι φορείς που ενώνουν δύο πόλους: το τότε/εκεί και το τώρα/εδώ. Καθώς η αξία τους βρίσκεται και στους δύο πόλους, μπορούν να αποτελέσουν μνημεία ιστορικότητας, αλλά —τώρα αντίστροφα— οι θεολογικές προϋποθέσεις τους οφείλουν να αποτελούν βασικό μεθοδολογικά εργαλείο για τους μελετητές τους.

Στις παραπάνω συνάφειες θα προσθέσουμε εδώ ένα ακόμη μέγεθος: την πόλη της Σμύρνης, η όποια έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση του ίδιου του όρου «μάρτυρας-μαρτύριο» στο νέο χριστιανικό, αγιολογικά περιβάλλον του. Ό όρος «μαρτύριο» σε σχέση με τη μαρτυρολογική του χρήση έχει πιθανόν πατρίδα του τη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα τη Σμύρνη. Νέοι μάρτυρες, που σχετίζονται με τη Σμύρνη, είτε επειδή κατάγονται από αυτήν, είτε μαρτυρώντας εκεί, περιέχονται στον κατάλογο που έπεται μαζί με τα αφορώντα σε αυτούς κείμενα.

 

Κατάλογος νεομαρτύρων που σχετίζονται με τη Σμύρνη

 

Μιχαήλ ο Νεότερος

Γεννήθηκε στη Σμύρνη και μαρτύρησε στην Αίγυπτο των Μαμελούκων κατά τη βασιλεία του Ανδρονίκου Β’ του Παλαιολόγου (1281-1328).

 

Μάρκος ο Κυριακόπουλος

Γεννήθηκε στη Σμύρνη, όπου και μαρτύρησε στις 14 Μαΐου του 1643. Καταγόταν από την Κρήτη. Εξισλαμίστηκε και με την καθοδήγηση του Μελετίου Συρίγου επέστρεψε στο χριστιανισμό. Στη Σμύρνη συνελήφθη, βασανίστηκε και τέλος εκτελέστηκε. Το λείψανό του φυλασσόταν στο ναό της Αγίας Φωτεινής.

 

Νικόλαος ο Καραμάνος ή Κασσέτης (Casseti)

Έγγαμος Σμυρναίος που απαγχονίστηκε έπειτα από 36 μέρες μαρτυρίων στις 16 Μαΐου του 1657. Για μικρή αφορμή είχε πρότερα εξωμόσει· όταν, όμως, του ζητήθηκε να πάρει θέση, αρνήθηκε την εξωμοσία, ακόμη κι όταν υφίστατο βίαιη περιτομή. Το μαρτύριό του έγινε αντικείμενο περιγραφής από τον Ιησουίτη P. Vatois και το λείψανό του μεταφέρθηκε στη Δύση.

 

Αθανάσιος

Μαρτύρησε στη Σμύρνη στις 7 Ιανουαρίου του 1700. Καταγόταν, πιθανόν, από την Αττάλεια και ήταν από λάθος εξωμότης. Όταν κάποτε έφερε σε δύσκολη θέση τούς Τούρκους σε ζητήματα θεολογικά, όντας αγράμματος, εκείνοι τον εκδικήθηκαν με ψευδή κατηγορία εξωμοσίας.

 

Δήμος ή Δημήτριος

Μαρτύρησε στις 10 Απριλίου του 1763, στη Σμύρνη. Καταγόταν από τη Μακρά Γέφυρα (Όζουν Κιοπρού) της Αδριανούπολης. Αλιέας στο επάγγελμα, καταγγέλθηκε ψευδώς ότι εξώμοσε. Εκείνος το αρνήθηκε μπροστά στις αρχές, αλλά βασανίστηκε γι’ αυτό και αποκεφαλίστηκε. Το Ιερό λείψανό του ενταφιάστηκε στην πόλη, στον αυλόγυρο του Αγίου Γεωργίου, ενώ η κάρα του βρισκόταν στο εσωτερικό του ναού και μαρτυρείται ως πηγή πολλών θαυμάτων.

 

Μιχαήλ

Καταγόταν από τα Βούρλα και μαρτύρησε στη Σμύρνη στις 16 Απριλίου τού 1772. Εργαζόταν ως χαλκουργός στη Σμύρνη και εξώμοσε, αλλά μετανόησε και οδηγήθηκε ενώπιον του κριτή. Φυλακίστηκε, ανακρίθηκε και αποκεφαλίστηκε, αφού έμεινε σταθερός στην ομολογία του. Το λείψανό του, αν και ρίχθηκε στη θάλασσα, περισυνελέγη από τους πιστούς και αποτέθηκε στην Αγία Φωτεινή.

 

Αλέξανδρος

Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Μαρτύρησε στις 26 Μαΐου του 1794 στη Σμύρνη. Το μαρτύριό του είναι αξιοπρόσεκτο. Ο Αλέξανδρος, έχοντας καταφύγει στη Σμύρνη για να αποφύγει τις ασελγείς επιθυμίες ενός Τούρκου, εξώμοσε. Σε ταξίδι του στη Μέκκα εισήλθε στο τάγμα των Δερβίσηδων και επί 18 έτη γύριζε τις επαρχίες της αυτοκρατορίας ως σαλός Δερβίσης κατακρίνοντας την τυραννία της εξουσίας. Τελικά, αποκεφαλίστηκε, αφού ομολόγησε τη χριστιανική πίστη του.

 

Μάρκος

Γεννήθηκε στη Σμύρνη και μαρτύρησε στη Χίο, στις 5 Ιουνίου του 1801. Στη Ν. Έφεσο εξισλαμίστηκε, αφού περιεπλάκη σε περιπέτεια για μια γυναίκα. Μετανοημένος επέστρεψε στη Σμύρνη και από εκεί μετέβη στην Τεργέστη. Εντέλει αποβιβάστηκε στα «βενετικά νησιά», όπου επέστρεψε στην Εκκλησία με τις κανονικές διαδικασίες. Επιθυμώντας να καλύψει την εξωμοσία του με την ομολογία της επιστροφής στο χριστιανισμό επέστρεψε στη Ν. Έφεσο· τελικά βρέθηκε στη Χίο, όπου έπειτα από πολλά βασανιστήρια εκτελέστηκε.

 

Ιωάννης, ο Νάννος

Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Μαρτύρησε στις 29 Μαΐου 1802 στη Σμύρνη. Εκεί είχε μεταβεί αρχικά ο πατέρας του και εργαζόταν ως υποδηματοποιός. Ο Ιωάννης, όπως φαίνεται από το μαρτυρολογικό κείμενο, είχε επιθυμία να μαρτυρήσει, γι’ αυτό παρουσιάστηκε ως μουσουλμάνος. Απορρίπτοντας στη συνέχεια δημοσίως το Ισλάμ, φυλακίστηκε και αποκεφαλίστηκε στο Σοάν Παζάρ, σε ηλικία μόλις 18 χρόνων.

 

Προκόπιος, ιερομόναχος

Καταγόταν από τη Βάρνα και μαρτύρησε στις 25 Ιουνίου τού 1810 στη Σμύρνη. Πρώην μοναχός Αγιορείτης, εξώμοσε στη Σμύρνη· σχεδόν αμέσως, όμως, μετανόησε και απορρίπτοντας μπροστά στον κριτή το Ισλάμ, καταδικάστηκε στον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο.

 

Αγαθάγγελος, μοναχός (ο πρότερον Αθανάσιος)

Καταγόταν από την Αίνο της Θράκης και μαρτύρησε στη Σμύρνη στις 19 Απριλίου του 1818. Είχε σχεδόν δια της βίας εξισλαμιστεί, αλλά μετανόησε και εκάρη μοναχός στην Ι. Μ. Εσφιγμένου του Αγίου Όρους. Επέστρεψε στη Σμύρνη με σκοπό την ομολογία της επιστροφής στο χριστιανισμό. Εκεί ομολόγησε δημόσια την επιστροφή του στην πατρώα θρησκεία και θανατώθηκε. Το σώμα του ετάφη κοντά στο λείψανο του νεομάρτυρα Δήμου, στον Άγιο Γεώργιο.

 

Στέργιος ή Σέργιος

Μαρτύρησε στη Σμύρνη κατά την περίοδο του Πάσχα, το 1819, αφού κατά την Απόκρεω του ίδιου έτους είχε εξωμόσει. Ωστόσο, ομολόγησε την επιστροφή του, ίσως την επομένη του Πάσχα, στον καδή. Ύστερα από λίγες ήμερες μαρτύρησε στο Οζούν Παζάρ. Το σώμα του κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια και κατάνυξη στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Είναι βέβαιο ότι ο κατάλογος δεν σταματά εδώ· σίγουρα θα μας διαφεύγουν μάρτυρες, των όποιων τα στοιχεία δεν καταγράφηκαν ή η καταγραφή τους κάπου λανθάνει μέχρι σήμερα. Κυρίως, όμως, δεν συμπεριλαμβάνει τους νεομάρτυρες που προέκυψαν από την καταστροφή του 1922, ιδίως κληρικούς, με εξαίρετο παράδειγμα τον τελευταίο μητροπολίτη της πόλης, Χρυσόστομο. Ωστόσο, για λόγους μεθοδολογικούς περιορίζουμε την ερευνά μας μέχρι την Επανάσταση, οπότε και τα ζητήματα που άπτονται της Αγιολογίας περιπλέκονται με την εμφάνιση του εθνικού ελλαδικού κράτους.

Στον παραπάνω κατάλογο, ωστόσο, θα ήταν σωστό να προστεθούν δύο ακόμη νεομάρτυρες, που σχετίζονται με ιδιαίτερο τρόπο με την πόλη της Σμύρνης:

 

Κωνσταντίνος ο εξ Αγαρηνών

Ήταν μουσουλμάνος από τη Μυτιλήνη, ο όποιος πέρασε στη Σμύρνη για εργασία. Εκεί μεταστράφηκε στο χριστιανισμό· από τη Σμύρνη μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου βαπτίστηκε. Τελικά, επέστρεψε στη Μικρά Ασία και μαρτύρησε στη Μαγνησία, στις 2 Ιουνίου του 1819.

 

Νεκτάριος

Καταγόταν από τα Βουρλά. Εξισλαμίστηκε, αλλά συναισθανόμενος το γεγονός επιζήτησε την επιστροφή ταξιδεύοντας στη Σμύρνη, την Πόλη και τη Βλαχία. Τελικά, μετέβη στη Σμύρνη, όπου επέστρεψε στο χριστιανισμό εξομολογούμενος σ’ έναν Αγιορείτη πνευματικό. Στο Άγιον Όρος, όπου εν συνεχεία πήγε, εκάρη μοναχός και πήρε την απόφαση να μαρτυρήσει. Αυτό έλαβε χώρα στα Βουρλά, στις 11 Ιουλίου 1820.

 

Οι δύο τελευταίοι νεομάρτυρες, αν και δεν κατάγονται ή μαρτυρούν στη Σμύρνη, σχετίζονται με αυτήν, κατά τον Βίο τους, σε ένα πολύ κομβικό σημείο: τη μεταστροφή στο χριστιανισμό. Μουσουλμάνος εκ γενετής ο πρώτος, πρώην εξωμότης ο δεύτερος, αναγεννώνται στη Σμύρνη πριν μαρτυρήσουν τελικά στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Οι πληροφορίες, ως εκ τούτου, που προκύπτουν από την εξαιρετική θέση της πόλης μας στα κείμενα αυτά, μπορούν ν’ αξιοποιηθούν βοηθητικά, μαζί με το κύριο σώμα των Σμυρναίων νεομαρτύρων, στην εξαγωγή συμπερασμάτων.

 

Σμύρνη και νεομαρτυρολογικά κείμενα

Τί μπορεί, όμως, να περιμένει κάποιος μελετώντας τα σχετικά κείμενα; Σύμφωνα με τα όσα είπαμε μέχρι τώρα, σ’ αυτά ο μελετητής θα βρει ασφαλώς την ιστορική πληροφορία σε σχέση με την πόλη, τους ανθρώπους της, τους δεσμούς της και την εν γένει ζωή της, μέσα από το πρίσμα του συγκεκριμένου είδους κειμένων (αγιολογικών), από τη φύση τους, όμως,  τα κείμενα αυτά έχουν ως κύριο πεδίο επιρροής και πρόσληψης την εκκλησιαστική και θρησκευτική ζωή. Ωστόσο, η έννοια της κοινότητας, που σύστησε το Γένος κατά τη χρονική περίοδο που μας ενδιαφέρει, δεν εκλαμβάνει τη θρησκευτικότητα —ίσως όχι τόσο την εκκλησιαστικότητα, και αυτή είναι μια διάκριση που δεν έχει προσεχθεί, ιδιαίτερα από τους θεολόγους και άλλους μελετητές— απλά ως ένα, έστω κρίσιμο, μέγεθος της· το Γένος ταυτίζεται με αυτήν του τη διάσταση σε μεγάλο βαθμό, η Εκκλησία λειτούργησε κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως μοναδικός «εθνικός θεσμός», με τον οποίο μπορούσε να ταυτιστεί ένας ορθόδοξος χριστιανός. Αντίστροφα, προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί το ζήτημα των  νεομαρτύρων και η αδυναμία διάκρισής τους από τους εθνομάρτυρες, ειδικά για την περίοδο από τα τέλη του 18ου και κυρίως τον 19ο αιώνα. Τα ίδια τα κείμενα θυμίζουν στην περιγραφή των εκτελέσεων αρχαία μαρτυρολογία. Σε αυτά, τέλος, συντείνουν η στάση των αρχών απέναντι στους νεομάρτυρες, κυρίως, όμως, οι σχετικές αποκρίσεις και λόγοι των τελευταίων, όπως, φαίνονται, φυσικά, στα κείμενα. Από την άλλη πλευρά, η διαφοροποίηση φαίνεται εντονότερα κατά τη σύγκριση των νεομαρτύρων με τους μάρτυρες-ήρωες των εθνικών αγώνων και κυρίως της περιόδου της Επανάστασης.

Έτσι, τα κείμενα αυτά αποκτούν μεγάλη σημασία για την υπό εξέταση περίοδο, για ολόκληρο το χώρο του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Η περίπτωση των μαρτύρων που σχετίζονται με τη Σμύρνη δημιουργεί τις προϋποθέσεις εκείνες που με τη σειρά τους μπορούν να παραγάγουν προτάσεις σχετικά με την Τρίτη ακμάζουσα, μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη, πόλη της αυτοκρατορίας, ειδικά κατά τη δεύτερη περίοδο της ιστορίας της τελευταίας.

Η παρουσία των καταγεγραμμένων αυτών νεομαρτύρων σε σχέση με την πόλη της Σμύρνης επιβεβαιώνει τη ζωντάνια της, όπως αποτυπώνεται στις αγιολογικές πηγές της εποχής. Στη Σμύρνη μαρτυρούν χριστιανοί, και τα μαρτύριά τους γίνονται αντικείμενο καταγραφής από την τοπική, αρχικά, και την καθολική εν συνεχεία Εκκλησία. Είναι βέβαιο ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν μαρτύρησαν μόνον οι περί τους διακόσιους γνωστοί νεομάρτυρες. Ο αριθμός τους πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερος. Από μόνο του, λοιπόν, το γεγονός της ύπαρξης δώδεκα Σμυρναίων νεομαρτύρων αποτελεί στοιχείο για την πόλη. Από αυτά πάλι προκύπτουν τα επόμενα: α) Πώς και γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν για την πίστη τους μέσα σε μια κοινωνία και υπό μια κρατική αρχή —τυπικά και επίσημα— ανεκτική θρησκευτικά. β) Το στοιχείο που κάνει τους Τούρκους κυρίαρχους να προκαλούν τη μαρτυρία των Ρωμιών μέχρις αίματος μπορούν να μας το δείξουν τα κείμενα αυτά αναλύοντας την απόφαση του μάρτυρα να ομολογήσει ενώπιων των αρχών. γ) Και πάλι αυτό δεν θα προκαλούσε το ενδιαφέρον, αν δεν επρόκειτο για ομολογία-αποστροφή του ισλαμισμού, στον όποιο εν τω μεταξύ είχε προσχωρήσει ο μάρτυς. δ) Εδώ φθάνουμε σε ένα άλλο παράλληλο μέγεθος, που προβάλλουν τα κείμενα αυτά: την προσχώρηση στον ισλαμισμό. Ειδικά για τη Σμύρνη υπάρχει η σημαντική έμμεση μαρτυρία του Γρηγορίου Ε’, ως αρχιδιακόνου του τότε Σμύρνης Προκοπίου. Εκδίδοντας, το 1783, τους «Περί Ιερωσύνης Λόγους» του Ιωάννου Χρυσοστόμου, στον Πρόλογό του έγραφε ότι, εξαιτίας της γενικής παρακμής του κλήρου της εποχής του και προφανώς του τόπου του, «κανένας δεν έρχεται εις την πίστιν, αλλά μάλλον εκπίπτουσιν σωρηδόν». Μέσα στα νεομαρτυρολογικά κείμενα βρίσκονται κάθε είδους τέτοιες ενέργειες: παθητική εκ μέρους του εξωμότη ή ενεργητική εκ μέρους του διώκτη· αν και ορισμένες φορές δεν είναι καθόλου έτσι.

Στο πλέγμα των σχέσεων, που δημιουργείται στον καμβά αυτών των κειμένων, αποτυπώνεται ζωηρά η σμυρναϊκή ζωή, η πόλη, οι άνθρωποι, οι δεσμοί. Και εδώ χρειάζεται προσοχή, καθώς δεν πρέπει να ξεχνά ο αναγνώστης ότι πρόκειται για εκκλησιαστικά-θρησκευτικά κείμενα, άλλα και ότι η «εκκλησιαστικότητα» (δηλαδή η σύνδεση με συγκεκριμένη χωροχρονικά εκκλησιαστική κοινότητα)-θρησκευτικότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπό εξέταση κοινωνίας: είναι το περιβάλλον τους, παράγει τα κείμενα και τα προσλαμβάνει. Με αυτόν τον τρόπο η σμυρναϊκή κοινωνία φανερώνεται μέσα από αυτά τα κείμενα, διαμορφώνοντάς τα και παράλληλα διαμορφούμενη από αυτά.

Έπειτα, σ’ ένα επίπεδο πιο θεολογικό, η Σμύρνη γίνεται η «Σμύρνη των Μαρτύρων» της. Οι μάρτυρες αναλαμβάνουν —όπως και όλοι οι άγιοι και πάνω απ’ όλα η άγια τοπική εκκλησία με μέλη της όλους τους χριστιανούς Σμυρναίους και κέντρο τον «άγιό» της, τον επίσκοπο— να την προσαγάγουν άμωμη και τιμία στον Θεό, ως ζωντανά μέλη της μίας Εκκλησίας.

Κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς εγκωμιαστές μία πόλη δεν θαυμάζεται και εκτιμάται τόσο για τα φυσικά της χαρίσματα και πλεονεκτήματα, για τους ανθρώπους της, όσο για τους άγιους της∙ τα «δράγματα» της ευσέβειας της, που την απαθανατίζουν στο μνημόσυνο της Εκκλησίας. Η ύπαρξη τέτοιων κειμένων, εμφορούμενων από μια τέτοια ιδεολογία μέχρι πρόσφατα, η ύπαρξη πίσω από αυτά των προϋποθέσεών τους και η δημιουργία ύστερα από αυτά μιας μάζας επόμενων προβληματισμών οφείλουν να καθιστούν τον ερευνητή πάντα δύσπιστο στον υπερτονισμό μεμονωμένων κριτηρίων στην έκθεση και την ερμηνεία στοιχείων της σμυρναϊκής ιστορίας. Το φρικτά λαμπερό παράδειγμα του τελευταίου επισκόπου της και του υπόλοιπου κλήρου και λαού της δείχνουν —θλιβερά είναι αλήθεια και παρ’ όλη την αλλαγή πολλών προϋποθέσεων— το βάσιμο της υπόθεσης αυτής.

Το αγαπητό, όπως λέγεται, ρητό του τελευταίου μητροπολίτη Σμύρνης είναι, με αυτόν τον τρόπο, βουτηγμένο στην —και εξηγεί την— τελευταία σμυρναϊκή νεομαρτυρική σελίδα της ιστορίας της: «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β' 12).

 

 

Σημείωση: Στο ελάχιστο αυτό κείμενο ο ερευνητής παρουσιάζει επίσης εβδομηνταοκτώ (78!) επεξηγηματικές σημειώσεις με λεπτομέρειες και βοηθητική βιβλιογραφία, καθώς όμως επιπλέον –πλήρη– βιβλιογραφία για τους αναφερόμενους στο κείμενο Νεομάρτυρες, τα οποία δεν παραθέτουμε για προφανείς λόγους.

 

Πηγή: Το κείμενο είναι απόσπασμα έρευνα του Σταύρου Δ. Γριμάνη την οποία δημοσίευσε στον 17ο τόμο του «Δελτίου» του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, κατά το έτος 2011.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις