Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ ΤΟ 1849

       Το γεγονός: "Καλοκαίρι 1849 και μ ια μεγάλη πυρκαγιά η οποία κράτησε δύο ολόκληρες ημέρες, κατέκαψε 4.000 οικίες και κατέστρεψε κυριολεκτικά την πόλη των Σερρών."      Η πυρκαγιά του 1849 ( η οποία αναφέρεται σε ορισμένες πηγές και ως η μεγάλη καταστροφή του 1849 ) αποτελεί μία από τις πλέον μαύρες σελίδες στην ιστορία των Σερρών κατά την οθωμανική περίοδο, ίσως και προάγγελο της ολοκληρωτικής καταστροφής που θα υποστεί η πόλη αργότερα, το έτος 1913.      Η έρευνα σε ιστορικές πηγές, εκκλησιαστικά κατάστιχα και μαρτυρίες της εποχής αποκαλύπτει πως η φωτιά ξεκίνησε από αμέλεια σε ένα εργαστήριο ή οικία κοντά στο εμπορικό κέντρο (μπασιά) της πόλης. Λόγω των ισχυρών ανέμων και της αρχιτεκτονικής των σπιτιών —τα οποία ήταν χτισμένα κυρίως από ξύλο και λάσπη (τσατμάδες) και πολύ κοντά το ένα στο άλλο— η πυρκαγιά επεκτάθηκε με εφιαλτική ταχύτητα.      Μέσα σε δύο ημέρες, οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 4.000 οικίες,...

ΟΙ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑ ΤΟΥ 1888

 




 

ΟΙ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑ ΤΟΥ 1888

 

ΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΑΙ

Η ΚΟΡΥΤΣΑ είναι πατρίς μας, διότι εις αυτήν εγεννήθημεν. Επειδή δε η πατρίς μας έχει πολλάς οικίας λέγεται πόλις. Η Κορυτσά διαιρείται εις δύο τμήματα, άτινα είναι Α’) το Βαρόσι και Β’) ο Κασαμπάς.

Και το μεν Βαρόσι εν ω κατοικούσιν οι χριστιανοί, υποδιαιρείται:

Α’) Εις Άνω Βαρόσι, περιλαμβάνον τας εξής οκτώ συνοικίας, 1) την σ. Μάνου 2) την σ. Μπαρτσίου 3) την σ. Γενίμαχαλά 4) την σ. Κύρου 5) την σ. Πέντσου 6) την σ. Μάντσου 7) την σ. Μάντου 8) την σ. Καλέ.

Β’) Εις Κάτω Βαρόσι, όπερ ωσαύτως κατοικούσιν οι Χριστιανοί, και εν ω υπάρχει μια μόνη συνοικία, η της Παναγίας, καλούμενη ούτω από του εν αυτή ομωνύμου ναού.

Ο δε Κασαμπάς περιλαμβάνων και την αγοράν της πόλεως, υποδιαιρείται και αυτός εις συνοικίας και κατοικείται υπό των Οθωμανών. Χωρίζονται δε τα δύο ταύτα τμήματα υπό του ποταμού, όν καλούμεν Μωράβαν (Μπόρλας), και έχουσι 1500 οικίας, ων αι μεν 1250 περιέχονται εις το α’ τμήμα, το Βαρόσι, αι δε λοιποί 250 εις το β’, τον Κασαμπάν.

Οι δρόμοι αυτής είναι μεν καθαροί κατά το πλείστον, αλλά στενοί και σκολιοί, εκτός των της αγοράς και δύο άλλων, οίτινες εισάγουσιν εις την πόλιν τους από Βιτωλίων, Καστορίας και Θεσσαλονίκης προσερχομένους. Των δύο τούτων οδών μία είναι η από της συνοικίας Γενιμαχαλά από Ευθ. Τσάλλη και αδελφών Μίλη προς το κατάφυτον καφενείον του Πλιακώτση χωρούσα, η δε δεύτερα είναι η εκ παραλλήλου τη πρώτη από της αγοράς προς το απέναντι του προηγουμένου κείμενον καφενείον αδελφών Γώδη άγουσα. Αμφότεραι δε, έχουσαι εκατέρωθεν πυκνούς στίχους εξ ιτεών, απολήγουσι προ της εισόδου της πόλεως και είναι ικανώς και ευθείαι και πλατείαι.

 

Πηγή: Το έργο του Χ. Καρμίτση, «Γεωγραφία της Κορυτσάς και Περιοικίδος», το οποίο εκδόθηκε στην Θεσσαλονίκη το έτος 1888 στο τυπογραφείο “Η Μακεδονία”. Επρόκειτο για βιβλίο «προς χρήσιν των κατωτέρων τάξεων του Αστικού Σχολείου των αρρένων και του Παρθεναγωγείου της πόλεως».

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις