Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα
ως φορέας εξέλιξης της πόλης
Γράφει ο Νίκος Φ. Τόμπρος
Η
πορεία ενός αστικού συνόλου - είτε αυτό λογίζεται ως δομημένος ή υπό δόμηση χώρος,
είτε ως πληθυσμιακή συγκέντρωση - είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τοπική του Αυτοδιοίκηση.
Οι ρόλοι μάλιστα και οι λειτουργίες που οι δημοτικές αρχές επιτελούσαν τον 19ο
αιώνα υπήρξαν -συγκριτικά με σήμερα- πολύ πιο σημαντικοί∙ αφού οι αστικές
περιοχές του ελληνικού βασιλείου διατήρησαν έως και τις τελευταίες δεκαετίες
του αιώνα -εξαιτίας και των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων του Κράτους-
μια σχετική αυτονομία στη διαχείριση των τοπικών τους ζητημάτων. Με τις
αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την εφαρμογή τους- οι δημοτικοί
άρχοντες προγραμμάτιζαν και υλοποιούσαν όσα έργα ήταν αναγκαία στην πόλη τους
και την ευρύτερη περιοχή της, ενώ παράλληλα μεριμνούσαν για την ποιότητα ζωής
των πολιτών της. Οι ανωτέρω δράσεις εύρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία
απαλλασσόταν σε μεγάλο βαθμό από το κόστος των δημοσίων έργων και της κοινωνικής
πρόνοιας στην περιφέρεια. Καθ’ όλη, τέλος, τη διάρκεια του αιώνα αυτού το
Κράτος διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα
όποια αιτήματα των Δήμων, ελέγχοντας με αυτόν τον τρόπο την όποια πολιτική οι
δημοτικές αρχές εφάρμοζαν.
Στις
πηγές πληροφόρησης για την ιστορία μιας πόλης ανήκουν και τα Πρακτικά των Δημοτικών
Συμβουλίων, καθώς στις σελίδες τους καταγράφονται αφενός η εκάστοτε οικονομική,
κοινωνική, πολιτιστική και πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες
ακολουθούσαν και, αφετέρου, αποτυπώνονται τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι
κάτοικοί της, αλλά και οι μέθοδοι επίλυσής τους. Με γνώμονα λοιπόν τα προαναφερθέντα
ερευνώνται στην παρούσα εργασία οι συνεδριάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων του Δήμου
Πατρέων που έλαβαν χώρα τον 19ο αιώνα. Επιπρόσθετα το εν λόγω αρχειακό υλικό
προσφέρει τη δυνατότητα προσέγγισης -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών
(δήμαρχοι, πάρεδροι, δημοτικοί σύμβουλοι)- της οι- κονομικοκοινωνικής προόδου
της αχαϊκής πρωτεύουσας τα έτη 1828-1903 και κατανόησης της συμβολής της
Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πορεία αυτή. Στην εργασία επίσης εξετάζονται η πολιτική
ιδεολογία των Δημοτικών Συμβουλίων, τα οράματά τους για την πόλη όπου
εκλέγονταν, η επαγγελματική τους σύνθεση. Όσον αφορά, τέλος, τα χρονικά όρια
της μελέτης, αυτά συμπίπτουν με τη μετατροπή της πόλης από ένα προεπαναστατικό
αστικό κέντρο -και μάλιστα κατεστραμμένο από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας- στο
μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της ελληνικής επικράτειας, με την πληθυσμιακή της
έκρηξη και τις όποιες θετικές ή αρνητικές συνέπειες αυτό συνεπάγετο, με την αστικοποίησή
της, με την υιοθέτηση από τα ανώτερα κοινωνικά της στρώματα δυτικότροπων
συνηθειών και συμπεριφορών, με τη βίωση από τους Πατρινούς -μικρότερων ή μεγαλύτερων-
οικονομικών κρίσεων, κλπ. Καταληκτήρια χρονολογία είναι το 1903, αφού έκτοτε
τροποποιούνται οι ρόλοι των δημοτικών αρχών, το Κράτος αναλαμβάνει αρμοδιότητες
που ανήκαν έως τότε στον Δήμο και αλλάζει η οικονομία της Πάτρας.
Τα
στοιχεία για τη διαπραγμάτευση των ανωτέρω θεμάτων αντλούνται από τα Πρακτικά των
Δημοτικών Συμβουλίων του Δήμου Πατρέων, τα οποία φυλάσσονται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη
της πόλης. Το αρχειακό υλικό αποτελείται από 13 κατάστιχα που καλύπτουν τις συνεδριάσεις
των ετών 1845-1903. Τα εν λόγω τεκμήρια δημιουργούν όμως κάποιες δυσκολίες στους
ερευνητές, οι οποίες σχετίζονται με την αποσπασματικότητά τους. Συγκεκριμένα
για τα έτη 1845-1850 οι σωζόμενες συνεδριάσεις είναι ελάχιστες (92), ενώ και
στα επόμενα έτη του αιώνα παρατηρούνται πολλά και μεγάλα χρονικά κενά. Παρόλη
πάντως την απώλεια σημαντικού μέρους των Πρακτικών, το χειρόγραφο υλικό από τις
1.073 συνεδριάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων επιτρέπει την ανίχνευση των
ενεργειών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την Πάτρα και κατ’ επέκταση της
συμβολής της στις εξελίξεις που συντελέστηκαν στην πόλη τον 19ο αιώνα, των
προβλημάτων -τοπικών ή εθνικών- που την απασχόλησαν, του προσανατολισμού που επιδίωξε
να δώσει στην αχαϊκή πρωτεύουσα.
Τα
Πρακτικά ακολουθούν συγκεκριμένη
δομή, η οποία δεν μεταβάλλεται αισθητά με την πάροδο των ετών. Ως προμετωπίδα
τίθεται η λέξη Συνεδρίασις και η
ημερομηνία τέλεσής της. Η πρώτη παράγραφος αρχίζει σχεδόν πάντα με φράση που
δηλώνει αν η συνεδρίαση είναι πλήρης ως προς τον αριθμό των δημοτικών συμβούλων
ή όχι: Το Δημοτικόν Συμβούλιον συνελθόν
σήμερον εις πλήρη συνεδρίασιν παρόντος του Δημάρχου Πατρέων… ή του αναπληρωτού του Δημάρχου… ή Εν τη σημερινή πλήρει συνεδριάσει του
Δημοτικού Συμβουλίου, προεδρεύοντος του κ. … και του Δημάρχου κ. … ή Εν Πάτραις
και εν τω δημοτικώ καταστήματι, παρόντων του Δημάρχου, του κ. προέδρου και 10
μελών του Δημοτικού Συμβουλίου και καταρτισθείσης απαρτίας, το Συμβούλιον
προέβη εις τας ακολούθους συζητήσεις:… Στις επόμενες παραγράφους
καταγράφονται καθένα από τα προς συζήτηση θέματα της συνεδρίασης, οι προτάσεις,
οι τυχόν ενστάσεις και οι αποφάσεις που λαμβάνονταν. Το κείμενο ολοκληρώνεται
με τις υπογραφές των δημοτικών συμβούλων. Στα Πρακτικά επίσης συχνή είναι η χρήση εκφράσεων όπως Το Δημοτικόν Συμβούλιον προνοούν υπέρ των συμφερόντων
του Δήμου…, Το Δημοτικόν Συμβούλιον,
πιστός διερμηνεύς των αισθημάτων των οποίων αντιπροσωπεύει κατοίκων του Δήμου
τούτου… κλπ, που καταδεικνύουν -τουλάχιστον θεωρητικά- πως απώτερος σκοπός
των όποιων αποφάσεων ήταν το δημόσιο συμφέρον της πόλης.
Βάσει
των σωζόμενων Π.Δ.Σ. επιχειρείται ένας υπολογισμός του μέσου όρου των κατ’ έτος
συνεδριάσεων των Δημοτικών Συμβουλίων. Τα αποτελέσματα (1845-1865: 18,
1866-1903: 33) αποτυπώνουν μια σαφή αύξηση των συνεδριάσεων στα μετά το 1866
έτη. Η αύξηση αυτή μπορεί να αποδοθεί αφενός στη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων
που είχαν οι εκλεγμένοι πλέον δημοτικοί άρχοντες μετά το 1862 και αφετέρου στη
ραγδαία ανάπτυξη της αχαϊκής πρωτεύουσας που ανάγκαζε τις δημοτικές αρχές να
ενεργούν άμεσα για την επίλυση των όποιων τοπικών προβλημάτων.
Τοπική Αυτοδιοίκηση Πατρών:
Δήμαρχοι και δημοτικά συμβούλια
Η
ίδρυση του ελληνικού βασιλείου σηματοδότησε αλλαγές και στον τομέα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Οι μακραίωνοι θεσμοί των κοινοτήτων και των δημογεροντιών αντικαταστάθηκαν
σύντομα από νέους. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές -επί Αντιβασιλείας και Όθωνα-
αποσκοπούσαν όχι μόνο στη ρήξη με το εγγύς παρελθόν, αλλά και στην εξάλειψη του
τοπικιστικού πνεύματος που έως τότε κυριαρχούσε. Το τελευταίο θα υλοποιείτο
-κατά τους κυβερνώντες- ταχύτερα μέσω του ελέγχου των περιφερειακών κέντρων
εξουσίας. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό καθορίστηκαν το 1833 -και επαναπροσδιορίστηκαν
αρκετές φορές αργότερα- τα όρια των Δήμων του βασιλείου. Στους δημαρχιακούς
επίσης θώκους της επικράτειας τοποθετήθηκαν -ή καλύτερα διορίστηκαν- πρόσωπα
φίλα προσκείμενα στο βασιλικό περιβάλλον. Οι Δήμοι διατήρησαν πάντως μια
σχετική ελευθερία σε ζητήματα όπως η εκλογή δημοτικών παρέδρων και συμβούλων. Ο
διορισμός δημάρχων συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση του Όθωνα από την Ελλάδα
(1862), αφού οι πρώτες δημοτικές εκλογές με τη συμμετοχή όλων σχεδόν των ανδρών
ψηφοφόρων διεξήχθησαν το 1866. Έκτοτε η εκλογική διαδικασία στους Δήμους, η
οποία εξέφραζε τη βούληση των πολιτών, θα επαναλαμβάνετο και στην Πάτρα για τα
επόμενα έτη του αιώνα κάθε τετραετία.
Στη
διάρκεια των 68 ετών (1836-1903) το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν
14 άτομα. Από αυτά τα 9 διορίστηκαν δήμαρχοι από την Πολιτεία (Ζαΐμης, Μπουκαούρης,
Καλαμογδάρτης, Λόντος, Σκουρλέτης, Αντωνόπουλος, Ρούφος, Καλαμογδάρτης, Χρυσανθακίδης),
ενώ τα 5 αναδείχθηκαν από την κάλπη (Ρούφος, Κανάρης-Ρούφος, Πατρινός, Κοντογούρης,
Βότσης). Η διάρκεια της δημαρχοντίας των διορισμένων δημάρχων (1 έως 8 έτη)
σχετιζόταν άμεσα με τις επαφές που είχαν με το Παλάτι και τη στήριξη που αυτό
τους παρείχε, καθώς και με την επιθυμία τους να εμπλακούν στην εθνική πολιτική
σκηνή. Αρκετοί άλλωστε ήσαν οι δημοτικοί άρχοντες (δήμαρχοι, πάρεδροι, δημοτικοί
σύμβουλοι) που εκτός από την τοπική πολιτική τους δράση επέδειξαν έντονη
πολιτική παρουσία και δραστηριότητα στην κεντρική πολιτική σκηνή (π.χ. Μπ. και Γ.
Ρούφος, Ανδρ. Λόντος, κλπ.). Σαφώς μεγαλύτερης διάρκειας υπήρξε η θητεία όσων
δημάρχων εξελέγησαν (4 έως 9 έτη). Η επανεκλογή κάποιων στον δημαρχιακό θώκο
-για πλέον της μίας τετραετίας- οφείλετο είτε στο έρεισμα που είχαν στους
δημότες τους λόγω της πρότερης επιτυχημένης τους θητείας, είτε στην ισχυρή
πολιτική τους επιρροή στην πόλη, είτε στην υποστήριξή τους -από τη δεκαετία του
1870 και έπειτα- από τον τοπικό Τύπο, είτε σ’ έναν συνδυασμό των ανωτέρω
παραγόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια Ρούφου, η οποία από
το 1866 και έως το 1903 μονοπώλησε τη δημαρχία των Πατρών για 17 έτη
(1870-1875, 1879-1883, 1887-1891, 1895-1899). Η πολιτική μάλιστα δύναμη της
οικογένειας αυτής αποτυπώνεται και στο ότι ο Γ. Ρούφος, αν και κατηγορήθηκε για
ανάρμοστη πολιτική συμπεριφορά και οικονομικές ατασθαλίες στον Δήμο (1870-1875)
και καθαιρέθηκε από το δημαρχιακό αξίωμα, επανεξελέγη δήμαρχος και την τετραετία
1887-1891. Αξιομνημόνευτο επίσης είναι ότι ο Δήμος Πατρέων ελεγχόταν άμεσα ή έμμεσα
-ιδίως μετά το 1866- από τέσσερις μόνο πολιτικές οικογένειες (Ρούφου,
Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη). Αντίθετα κανείς από την εύπορη ομάδα των
πατρινών εμπόρων του 19ου αιώνα δεν επιδίωξε να καταλάβει το δημαρχιακό αξίωμα.
Στις ελάχιστες περιπτώσεις που αυτό συνέβη οι προερχόμενοι από τον χώρο του
εμπορίου υποψήφιοι δήμαρχοι απέτυχαν να εκλεγούν. Συγκεκριμένα στις δημοτικές
εκλογές του 1875 ο Εμπορικός Σύλλογος «Ερμής» υποστήριξε ανεπιτυχώς το μέλος
του Διονύσιο Στάμο ως υποψήφιο δήμαρχο. Το ίδιο συνέβη και στις εκλογές του
1891 (7.7.1891), αφού ο Γερ. Κόγκος δεν κατάφερε να εκλεγεί, αν και στηρίχθηκε
από τους εμπόρους και σταφιδεμπόρους της πόλης. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση
στην πόλη και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί, δεν επέτρεπαν την
εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο στοιχείο την οικονομική τους επιφάνεια.
Οι
διατελέσαντες δήμαρχοι Πατρέων προέρχονταν από ποικίλους επαγγελματικούς χώρους,
ενώ κοινωνικά ανήκαν στα ανώτερα στρώματα της πόλης. Όσον αφορά τις επαγγελματικές
τους δραστηριότητες ο Ιωάν. Ζαΐμης υπήρξε γαιοκτήμονας/στρατιωτικός, ο Ιωάν. Μπουκαούρης
γαιοκτήμονας, ο Αντ. Καλαμογδάρτης γαιοκτήμονας, ο Ανδρ. Λόντος γαιοκτήμονας/πολιτικός,
ο Ιωάν. Αντωνόπουλος νομικός/πολιτικός, ο Μπεν. Ρούφος πολιτικός, ο Περ.
Καλαμογδάρτης γαιοκτήμονας, ο Γεώρ. Ρούφος νομικός/πολιτικός, ο Αθ.
Κανάρης-Ρούφος νομικός/πολιτικός, ο Δημ. Πατρινός εισοδηματίας/πολιτικός, ο
Αριστ. Κοντογούρης νομικός, ο Δημ. Βότσης νομικός. Άγνωστα, τέλος, παραμένουν
τα επαγγέλματα των Κων. Σκουρλέτη και Σπυρ. Χρυσανθακίδη.
Σε
σχέση με την κατάληψη της δημαρχίας από τις προαναφερθείσες πολιτικές
οικογένειες -ένδειξη προφανώς της οικονομικοπολιτικής σημασίας που απέδιδαν
αυτές στο δημαρχιακό αξίωμα- τις θέσεις των παρέδρων και των δημοτικών
συμβούλων καταλάμβαναν άτομα από ποικίλους επαγγελματικούς χώρους
(γαιοκτήμονες, έμποροι, νομικοί, ιατροί, κλπ.). Η υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν
έχει ακόμα μελετήσει εκτενώς τις κοινωνικοπολιτικές ή επαγγελματικές ομάδες που
διεκδίκησαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα τους δημαρχιακούς θώκους των αστικών
περιοχών του βασιλείου, ή τις θέσεις των Δημοτικών Συμβούλων, ιδίως δε τους
δεύτερους. Από την έρευνα στην επαγγελματική δραστηριότητα των δημοτικών
συμβούλων προκύπτει πως με την πάροδο των ετών διαφοροποιείται η επαγγελματική
σύνθεση των Δημοτικών Συμβουλίων. Συγκεκριμένα έως τα μέσα της δεκαετίας του
1870 οι Σύμβουλοι προέρχονταν κυρίως από την ομάδα των γαιοκτημόνων-εισοδηματιών.
Τα επόμενα έτη (1870-1895) η πλειονότητα των εκάστοτε 6 παρέδρων και 18
δημοτικών συμβούλων του Δήμου Πατρέων ανήκε στους εμπόρους και δευτερευόντως σε
γαιοκτήμονες και νομικούς. Το ενδιαφέρον που επέδειξαν οι πρώτοι τις εν λόγω
δεκαετίες για τη διεκδίκηση των δημοτικών αξιωμάτων -τη «χρυσή» δηλαδή εποχή
της πόλης- έχει προφανώς σχέση με το ότι από τις θέσεις αυτές θα μπορούσαν να
προωθήσουν -και να διασφαλίσουν- τα οικονομικά συμφέροντα της κοινωνικής τους
ομάδας και να θέσουν συγχρόνως σε εφαρμογή τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση
και τον εξευρωπαϊσμό της αχαϊκής πρωτεύουσας. Η σταφιδική κρίση του 1892/3
επέφερε τροποποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων, καθώς η
σταδιακή αποχώρηση των εμπόρων από αυτά επέτρεψε την είσοδο μελών του
δικηγορικού και ιατρικού κόσμου. Τάση η οποία θα κορυφωθεί τον 20ό αιώνα. Ο Χρ.
Λυριντζής σημειώνει για τα συγκεκριμένα επαγγέλματα: Είναι προφανές ότι οι
έλληνες πολιτικοί κατανοούν εγκαίρως τη σημασία του δικηγορικού επαγγέλματος,
καθώς και τις δυνατότητες που προσφέρει για τη συγκρότηση πελατειακών δικτύων
λόγω της διαμεσολαβητικής του λειτουργίας. Το εν λόγω επάγγελμα θα κυριαρχήσει
στην πολιτική σκηνή του 20ού αιώνα, μαζί με του ιατρού και του εμπόρου/επιχειρηματία.
Η συνεχώς αυξανόμενη ενασχόληση των δικηγόρων και των ιατρών με την Τοπική
Αυτοδιοίκηση της Πάτρας από τα τέλη του 19ου αιώνα μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη
συγκρότησης αστικής τάξης στην πόλη. Διαδικασία η οποία θα ολοκληρωθεί τις
πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα.
Πατραϊκά έργα και ημέραι
Η
οικονομική αδυναμία του Κράτους να πραγματώσει καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου
αιώνα στην ελληνική επικράτεια έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και
κοινωνική πρόνοια ώθησε τις κατά τόπους δημοτικές αρχές να δραστηριοποιηθούν με
ίδια μέσα, για να καλύψουν στις εκλογικές τους περιφέρειες την κρατική απουσία.
Στην περίπτωση της αχαϊκής πρωτεύουσας η τοπική αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από
τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη –όχι πάντα επιτυχώς- για την ανοικοδόμηση της
πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες
οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των στόχων αυτών πραγματοποιήθηκαν
ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη.
Την εν λόγω περίοδο για παράδειγμα κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων,
που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε
το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο
Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για την ποιότητα της διατροφής των Πατρινών μέσω
των συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές
λαϊκές αγορές.
Στα
Π.Δ.Σ. της περιόδου 1845-1903 καταγράφεται πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση
δημοτικών έργων στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη βελτίωση
του βίου των κατοίκων της Πάτρας. Σύμφωνα επίσης με τα Πρακτικά έντονο φαίνεται
πως υπήρξε το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τις αποζημιώσεις όσων ιδιοκτητών
της Άνω Πόλης η περιουσία είχε χαρακτηριστεί εθνική (1828). Οι δικαιούχοι
αποζημιώθηκαν τελικά πολλά χρόνια αργότερα (10.6.1858). Η καθυστέρηση των αποζημιώσεων
συνέβαλε στην αργή ανάπτυξη της Κάτω Πόλης και ευνόησε την παράνομη δόμησή της.
Από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά έργα που απασχόλησαν για αρκετές δεκαετίες την
πατραϊκή αυτοδιοίκηση ήταν το λιμάνι. Η διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από
και προς την Πάτρα υπαγόρευσε αρχικά την κατασκευή ενός λιμανιού και αργότερα
τη συντήρηση και την επέκτασή του. Η Πολιτεία μερίμνησε νωρίς για την κατασκευή
του λιμανιού, αφού ενέκρινε τόσο τα λιμενικά σχέδια που της υπέβαλε ο Δήμος
(5.6.1836), όσο και την επιβολή δημοτικού φόρου για την υλοποίησή τους (4.9.1836).
Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν
τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο
(2%) για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το
1869 για το λιμάνι αφορούσαν επιδιορθώσεις, την ανέγερση φάρου και χώρων
τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Τα σημαντικότερα έργα στην ουσία πραγματοποιήθηκαν
μετά το 1869. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική
ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο
η νέα μελέτη του λιμανιού, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός Ν. Pascal (26.6.1872).
Την αποπεράτωση των εργασιών –με χρονικό όριο παράδοσης έξι ετών- ανέλαβε όμως
ένας άλλος γάλλος, ο P. Magnac. Ο τελευταίος ζήτησε μια υπέρογκη αμοιβή
(6.000.000 δρχ.) με συνέπεια να υπάρξει καθυστέρηση στα έργα. Ύστερα από την
παρέμβαση του Αριστ. Κοντογούρη το ποσό μειώθηκε στα 4.932.000 δρχ. και ο
Magnac υπέγραψε τη σύμβαση με τη λιμενική επιτροπή (28.11.1879), η οποία
επικυρώθηκε από την Κυβέρνηση τρεις μήνες μετά (11.2.1880). Τα προβλήματα της
λιμενικής επιτροπής με την εργολαβία Magnac συνεχίστηκαν και μετά την υπογραφή
της συμφωνίας, αναγκάζοντας την Πολιτεία να παρέμβει για να τα επιλύσει. Ο
Magnac τελικά δεν αποπεράτωσε τα έργα που είχε αναλάβει, αλλά ούτε και ο
Αύγουστος Σαιν, που τον διαδέχτηκε (16.6.1889). Οι εργασίες στο λιμάνι
-συνολικού κόστους 8.0036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894).
Παράλληλα
με τα λιμενικά έργα οι τοπικές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων
υποδομής που απουσίαζαν από την πελοποννησιακή πρωτεύουσα. Σ’ αυτά –που υλοποιήθηκαν
κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα- συγκαταλέγονταν η ανέγερση υδραγωγείου,
η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου, η διάνοιξη
και η λιθόστρωση δημοτικών οδών, η κατασκευή γεφυρών, η οικοδόμηση δημοτικών αγορών,
η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων, ο φωτισμός της πόλης,
η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας, κλπ.
Ιδιαίτερα
δαπανηρά αποδείχθηκαν δύο από τα έργα που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία 1870,
επί δημαρχίας Γ. Ρούφου (1870-1874). Επρόκειτο για το υδραγωγείο και το
εργοστάσιο αεριόφωτος την κατασκευή των οποίων ανέλαβε γαλλική εταιρεία. Ο
Τύπος της εποχής σχολιάζοντας τα συγκεκριμένα έργα ανέφερε πως ο Γ. Ρούφος για
την εκτέλεσή τους έλαβε δάνειο 2.000.000 δρχ. Από το ποσό αυτό οι 937.935 δρχ.
δαπανήθηκαν για το εργοστάσιο αεριόφωτος, ενώ σημαντικές υπήρξαν και οι δαπάνες
τόσο για την ανέγερση του υδραγωγείου -χωρητικότητας περίπου 2.000 κυβικών
μέτρων- όσο και για την αντικατάσταση του παλαιότερου δικτύου ύδρευσης (1838)
με σωλήνες χυτοσίδηρου σε όλη σχεδόν την έκταση της πόλης. Τα εν λόγω έργα
θεωρούνταν επιβεβλημένα, αφού η Πάτρα λόγω της διαρκούς πληθυσμιακής της αύξησης
αντιμετώπισε σύντομα προβλήματα υδροδότησης.
Όσον
αφορά τον εξωραϊσμό και την καθαριότητα της αχαϊκής πρωτεύουσας –ενέργειες που
αποσκοπούσαν αφενός στη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και αφετέρου στην
καθιέρωση της πόλης ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου-, τα έργα που κατασκευάστηκαν
σχετίζονταν με τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα), τη δενδροφύτευση
πλατειών και οδών, τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας, την ονοματοθεσία και
αρίθμηση οδών, την ανέγερση θεάτρου, κλπ. Αξιομνημόνευτο είναι το ότι στην
καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν –ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία
και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών
καταδεικνύει αφενός ότι οι κατάδικοι θεωρούνταν στην ελληνική κοινωνία του 19ου
αιώνα άτομα χαμηλού κοινωνικού επιπέδου και αφετέρου ότι η χρησιμοποίησή τους
είχε μηδενικό κόστος για τον Δήμο. Σχετικά με τη δεύτερη άποψη ενδεικτικό είναι
το γεγονός ότι ο νομάρχης Αχαϊοήλιδος ζήτησε -λίγα χρόνια αργότερα (1918)- από
το Υπουργείο Εσωτερικών την αποστολήν 100 Βουλγάρων αιχμαλώτων, όπως
απασχοληθούν δια την καθαριότητα της πόλεως. Αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό.
Αρκετές
υπήρξαν -σύμφωνα με τα Πρακτικά- οι δράσεις των δημοτικών αρχών και στην άσκηση
κοινωνικής πρόνοιας για τους Πατρινούς. Ιδίως δε σ’ όσους ανήκαν στα κατώτερα κοινωνικά
στρώματα. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων επιδιωκόταν η άνοδος του βιοτικού
επιπέδου των κατοίκων μέσω της παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της παρεχόμενης
Παιδείας, της διασφάλισης της τάξης και της μείωσης της εγκληματικότητας στην πόλη,
της ίδρυσης φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, κλπ.
Σχετική
με την ιατροφαρμακευτική φροντίδα των πολιτών ήταν η ίδρυση δημοτικού νοσοκομείου.
Το θέμα συζητήθηκε αρχικά σε Δημοτικό Συμβούλιο το 1836. Η Κυβέρνηση ενέκρινε
την ανέγερσή του και διόρισε -με β. διάταγμα (1.12.1836)- το πρώτο Αδελφάτο του
ιδρύματος. Στα καθήκοντα της επιτροπής αυτής ήταν η εξεύρεση των αναγκαίων
πόρων για το ίδρυμα, η συγκέντρωση ενδεχόμενων δωρεών και ο διορισμός μηχανικού
ο οποίος θα υπέβαλλε στον Δήμο το αρχιτεκτονικό σχέδιο του κτηρίου και τον
προϋπολογισμό του έργου. Όλες όμως οι ανωτέρω δράσεις παρέμειναν στα χαρτιά έως
το 1849, οπότε και οι δημοτικές αρχές ενεργοποίησαν το Αδελφάτο του νοσοκομείου
και εισηγήθηκαν στην Κυβέρνηση την επιβολή φόρου 1ο/οο στα
εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα της Πάτρας, προκειμένου να συγκεντρωθεί το
απαιτούμενο ποσό για την αποπεράτωση του έργου. Νέος φόρος 0,25% τριετούς
διάρκειας επιβλήθηκε το 1851 (9.2.1851) σε όλα τα εισαγόμενα προς κατανάλωση
προϊόντα στον Δήμο Πατρέων αποκλειστικώς διά την ανέγερσιν και συντήρησιν του
Δημοτικού Νοσοκομείου Πατρών. Παράλληλα το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε -έως
την ολοκλήρωση του ιδρύματος- να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των Πατρινών
και των πλησιόχωρων κατοίκων με τη δημιουργία ενός προσωρινού νοσοκομείου -σε
μισθωμένο κτήριο- δυναμικότητας άνω των δέκα κλινών. Ο θεμέλιος λίθος του
δημοτικού νοσοκομείου -σε σχέδια του δανού αρχιτέκτονα Χρ. Χάνσεν- τέθηκε το
1857 -επί δημαρχίας Μπ Ρούφου- παρουσία του Όθωνα και της Αμαλίας (15.10.1857).
Υπήρξε πρόταση το ίδρυμα να ονομαστεί Νοσοκομείον Όθωνος με το σκεπτικό ότι θα
είχε μεγαλυτέραν υπόληψιν και τιμήν εις τε τους εντός και εκτός του Κράτους
ομογενείς, των οποίων αι από τούδε αρξάμεναι γενναίαι εισφοραί θα εγγυούνταν
ταχυτέραν την αποπεράτωσίν του και αφετέρου ο ευάγωγος και φιλόνομος λαός της
Πάτρας θα εξέφραζε μ’ αυτόν τον τρόπο τα καθαρά αισθήματα του σεβασμού, της πίστεως
και της αφοσιώσεώς του στον Όθωνα. Το έργο συνεχίστηκε -με αργούς ρυθμούς,
διακοπές και αλλαγές στο αρχικό σχέδιο- και ολοκληρώθηκε 11 σχεδόν χρόνια αργότερα
(1871). Οι καθυστερήσεις στην αποπεράτωση του νοσοκομείου οφείλονταν στις
οικονομικές κρίσεις που έπληξαν την πόλη τις δεκαετίες του 1850 και 1860. Στο πλαίσιο
της βελτίωσης της δημόσιας υγείας των Πατρινών εντάσσεται και η σύσταση νοσοκομείου
διά την νοσήλευσιν των πασχουσών κοινών γυναικών (1856).
Ο
Δήμος Πατρέων ασχολήθηκε επισταμένα με την καταπολέμηση των μολυσματικών ασθενειών
και των επιδημικών νόσων που ενέσκηπταν στην πόλη τον 19ο αιώνα, επειδή αύξαναν
ιδιαίτερα τα ποσοστά θνησιμότητας των Πατρινών. Για την αντιμετώπισή τους ο
Δήμος επέκτεινε το αποχετευτικό δίκτυο της Πάτρας και αποξήρανε τα έλη που
υπήρχαν γύρω από την πόλη. Ενέργειες δηλαδή που με την πάροδο των ετών βελτίωσαν
την κατάσταση υγιεινής στην αχαϊκή πρωτεύουσα. Οι δημοτικές επίσης αρχές ενδιαφέρθηκαν
συχνά για τους απόρους ασθενείς εξ ευλογιάς και άλλων νόσων (εξανθηματικός
πυρετός, τύφος, κλπ.), καθώς και διά τον εμβολιασμόν των χωρικών παίδων κατά
της ευλογιάς. Στο πλαίσιο, τέλος, της μέριμνας του Δήμου για τα ορφανά και τους
ενδεείς κατοίκους εντάσσεται η ίδρυση και λειτουργία δημοτικών ευαγών καταστημάτων,
όπως το Βρεφοκομείον (1873), το Πτωχοκομείον (1876), το Ειδικόν Δημοτικόν Ταμείον Πτωχών (1856).
Οι
οικονομικές κρίσεις που έπληξαν την Ελλάδα τον 19ο αιώνα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις
και στην αχαϊκή πρωτεύουσα. Το γεγονός ότι η τοπική οικονομία συνδεόταν άμεσα με
την αγροτική της παραγωγής είχε ως συνέπεια σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ή
μείωσης των εξαγωγών να περιορίζονται αισθητά τα δημοτικά έσοδα που προέρχονταν
-σε μεγάλο ποσοστό- από τη φορολόγηση της σταφίδας. Η ελάττωση όμως των
δημοτικών εσόδων καθιστούσε συχνά τον Δήμο ανίκανο να ανταποκριθεί όχι μόνο
στις υποχρεώσεις του προς την πόλη και τους κατοίκους της, αλλά ακόμα και στα
έξοδα λειτουργίας του. Τόσο οι κρίσεις, όσο και η υποπαραγωγή ή η υπερπαραγωγή
της σταφίδας επέφεραν προβλήματα εκτός από τον Δήμο και στους δημότες του.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «νόσου
των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856. Η υποπαραγωγή από τη
«νόσο» οδήγησε μεγάλο αριθμό Πατρινών
στον υποσιτισμό. Στο πλαίσιο επίλυσης του εν λόγω προβλήματος ο Δήμος αιτήθηκε
στην Κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της
πείνας. Αυτό που προκύπτει από τα Π.Δ.Σ. είναι πως, όταν προέκυπταν ανάλογα προβλήματα,
τα Δημοτικά Συμβούλια μεριμνούσαν άμεσα, για την επίλυσή τους.
Η
οικονομική ένδεια που κατά καιρούς βίωναν οι Πατρινοί τον 19ο αιώνα οδηγούσε αρκετούς
γονείς στο να μην καταβάλλουν τα δίδακτρα στα δημοτικά σχολεία των παιδιών τους.
Επειδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο κίνδυνος να διακοπεί η εκπαίδευση των μαθητών
ήταν ορατός, ο Δήμος απέστελλε οδηγίες στους δασκάλους να επιδεικνύουν ανοχή σ’
όσους καθυστερούσαν τα οφειλόμενα ή μείωνε τα δίδακτρα. Με την εκπαίδευση
μεταβιβάζονταν οι κοινωνικά αποδεκτές αρχές και αξίες των ανώτερων κοινωνικά
στρωμάτων της εποχής για την εργασία, την ηθική, τη φιλοπατρία, την κοινωνική προσφορά,
την οικογένεια, κλπ.. Το γεγονός αυτό καθιστούσε την Παιδεία μία από τις
βασικότερες αξίες προόδου της κοινωνίας. Στις αρνητικές επιπτώσεις, τέλος, που
επέφεραν οι υφέσεις στην πόλη (π.χ. 1852-1856), συγκαταλέγεται και η
περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως το 1854 εκδόθηκε
μία μόνο οικοδομική άδεια, ενώ και τα προηγούμενα έτη είχαν χορηγηθεί ελάχιστες
συγκριτικά με τις στεγαστικές ανάγκες των Πατρινών. Ο περιορισμένος όμως αριθμός
αδειών ίσως να υποδηλώνει εκτός από την οικονομική ένδεια και την ανεξέλεγκτη
αυθαίρετη δόμηση στην πόλη. Γεγονός που ευνοείτο τόσο από την έλλειψη
κτηματολογίου όσο και από τη μη καταβολή των αποζημιώσεων -έως το 1858- σ’
όσους δικαιούχους η ακίνητη περιουσία είχε δεσμευτεί ως εθνική.
Ένα
πρόσθετο θέμα που απασχόλησε τα πατραϊκά Δημοτικά Συμβούλια τον εν λόγω αιώνα
ήταν η άφιξη και η αποκατάσταση προσφύγων. Η μέριμνα άλλωστε για τα άτομα αυτά υπαγόταν
στις αρμοδιότητες του Δήμου. Δύο υπήρξαν τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που δέχτηκε
η πόλη την εξεταζόμενη περίοδο. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 (Ιούλιος-Οκτώβριος)
και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί
από τη χώρα τους. Το δεύτερο -και σημαντικότερο- κύμα οφειλόταν στην Κρητική
Επανάσταση (1866-1869). Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών (1.300)
ήρθε στην αχαϊκή πρωτεύουσα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές
συνέπειες της εξέγερσης. Οι αναφορές γι’ αυτούς στα Πρακτικά του 1866 και 1867
είναι συχνότατες και σχετίζονταν με τις οικονομικές παροχές του Δήμου προς τους
Κρήτες οίτινες εστερούντο ακόμη και των προς το ζην. Επειδή οι δημοτικοί πόροι
δεν επαρκούσαν πάντοτε να διατεθούν για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών των προσφύγων,
οι δημοτικές αρχές απευθύνθηκαν αρκετές φορές στην Πολιτεία αιτούμενες να αναλάβει
αυτή το κόστος συντήρησής τους. Στην προσπάθειά του, τέλος, ο Δήμος να αυξήσει τους
αναγκαίους για τους πρόσφυγες πόρους ζήτησε και τη συνδρομή των ενοριακών συμβουλίων
της πόλης, αφού η διοίκηση και ο οικονομικός τους έλεγχος υπαγόταν στις αρμοδιότητες
των δημοτικών αρχών. Οι εκκλήσεις όμως του Δήμου δεν έφεραν πάντοτε τα επιθυμητά
αποτελέσματα, καθώς τα συμβούλια επικαλούνταν την οικονομική αδυναμία των ταμείων
τους .
Δημοτικοί πόροι και δαπάνες
Η
οποιαδήποτε αναπτυξιακή ή κοινωνική πολιτική απαιτεί για την εφαρμογή της εκτός
από τις καλές προθέσεις των υπευθύνων και την εξασφάλιση των αναγκαίων
κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που έπρεπε να υλοποιηθούν τον 19ο
αιώνα στην αχαϊκή πρωτεύουσα ήταν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά- και οι ανάγκες
των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες λόγω της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της
πόλης, οι συζητήσεις για τα ανωτέρω θέματα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά
του Δήμου. Επιπρόσθετα, το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό επιτρέπει την ανίχνευση
της οικονομικής πορείας του Δήμου Πατρέων και της δημοσιονομικής του πολιτικής.
Τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και
απολογισμούς καταδεικνύουν πως όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και
πληθυσμιακά και συγχρόνως άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι αλλά και οι
δαπάνες του Δήμου. Οι επιλογές άλλωστε των θέσεων του δημαρχείου στο κέντρο της
πόλης (πλατείες Όλγας και Γεωργίου Α΄) φανερώνουν την πρόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της Πάτρας και του εμπορίου
της. Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -κυρίως
της σταφίδας- είχε ως συνέπεια την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική
κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε ανά
πάσα στιγμή τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς και κατ’ επέκταση μη
υλοποιήσιμα τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν
παρατηρούνται αυξομειώσεις αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, η οποία οφειλόταν
αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς
μετανάστες και αφετέρου στα οράματα των ανώτερων στρωμάτων της Πάτρας -που
συμμετείχαν ως μέλη και στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της.
Οράματα δηλαδή που υπαγόρευαν έργα υποδομής και εξωραϊσμού. Όσον αφορά λοιπόν
τα κύματα των μεταναστών που κατέφτασαν στην πόλη από το 1850 και έπειτα, δεν
προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα για την
άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί.
Πηγές
των δημοτικών εσόδων αποτελούσαν η αστυνομική διοίκηση, οι έμμεσοι και άμεσοι φόροι,
η εκμετάλλευση της δημοτικής περιουσίας, τα αγαθοεργά καταστήματα, οι δωρεές,
τα δίδακτρα των σχολείων, διάφορα μικροέσοδα και οι κλεισμένες χρήσεις. Όσον
αφορά την υλοποίηση ορισμένων δημοτικών έργων, όπως ο φωτισμός της ορθίας οδού
του Μαρκάτου, ο Δήμος βασιζόταν και στην οικονομική συνδρομή των πολιτών του.
Για το σκοπό αυτό συγκροτούσε επιτροπές επί της εισπράξεως ιδιωτικών εθελουσίων
συνεισφορών, οι οποίες καταχωρούνταν στο Δημοτικό Ταμείο ως τυχηρά εισοδήματα. Αντίστοιχα
οι δαπάνες αφορούσαν –κατά κύριο λόγο- τη δημοτική διοίκηση, την εκπαίδευση,
την εσωτερική ασφάλεια του Δήμου, τις αγαθοεργίες, τις υποτροφίες, την
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη συντήρηση των κοινωφελών ιδρυμάτων, την εκτέλεση
των δημοτικών έργων, τα δικαστικά έξοδα, τα αποθεματικά δημοτικά κεφάλαια, κλπ.
Από την έρευνα στα οικονομικά του Δήμου προκύπτει, τέλος, η διαπίστωση πως οι
δημοτικοί άρχοντες είχαν τη βούληση και το όραμα να εργαστούν τόσο για την πόλη
τους όσο και για την καθημερινότητα των πολιτών της, τα πενιχρά όμως μέσα που
συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν να κάνουν πάντα πράξη τον όποιον
προγραμματισμό τους.
Συμπερασματικά
Ο
19ος αιώνας υπήρξε σημαντική χρονική περίοδος για την ανάπτυξη της αχαϊκής πρωτεύουσας.
Στις εξελίξεις που συντελέστηκαν τότε στην πόλη καθοριστικές υπήρξαν οι αποφάσεις
που ελήφθησαν από τα εκάστοτε Δημοτικά Συμβούλια, οι οποίες αποτυπώνουν τους σκοπούς
και την πολιτική που αυτά επιδίωξαν να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Οι δημοτικοί άρχοντες
καθ’ όλη τη διάρκεια των εξεταζόμενων ετών προώθησαν τη διαχείριση και την επίλυση
τοπικών προβλημάτων, που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών
σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό, ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα χωροταξίας
και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.. Τις δράσεις
μάλιστα του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές, στην πόλη και
στην καθημερινότητα των Πατρινών τις χαρακτήριζε η προσπάθεια ισορροπίας
ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Αυτό προκύπτει και από το ότι ο
Δήμος Πατρέων, αν και κατά καιρούς είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του
επέτρεπαν να υλοποιεί το κοινωνικό έργο που επιθυμούσε, επέλεξε να στηρίξει
εκείνες τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες οι οποίες μέσο- και μακροπρόθεσμα θα
επέφεραν οικονομική ευμάρεια στους πολίτες του και όχι μόνο. Χαρακτηριστικό
άλλωστε παράδειγμα αποτελούν τα λιμενικά έργα στην πόλη κατά την περίοδο ακμής
του εμπορίου της σταφίδας. Τα έργα θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος
της τοπικής κοινωνίας, αφού θα χρησιμοποιούνταν από τους ιδιώτες για την αύξηση
του σταφιδικού εμπορίου.
Στα
Πρακτικά επίσης είναι εμφανές πως η πατραϊκή Αυτοδιοίκηση υλοποίησε τα όποια σχέδιά
της με δημοτικούς και όχι κρατικούς πόρους. Σε ελάχιστες άλλωστε περιπτώσεις ο
Δήμος αιτήθηκε χρηματικά ποσά ή άλλου είδους παροχές από την Πολιτεία, χωρίς
φυσικά η τελευταία να ικανοποιεί πάντα τα αιτήματα αυτά. Τις περισσότερες φορές
η συμβολή του Κράτους περιορίστηκε στην έγκριση ή την απόρριψη προτάσεων για την
επιβολή δημοτικών φόρων ή την κατασκευή δημοτικών έργων. Αυτό είχε ως συνέπεια να
αναγκάζεται συχνά ο Δήμος να καταφεύγει, όταν χρειαζόταν πρόσθετους πόρους,
στον τραπεζικό δανεισμό. Μπορεί το Κράτος σπάνια να συνέδραμε οικονομικά τον
Δήμο Πατρέων, ακόμα όμως και οι εγκρίσεις του στα δημοτικά αιτήματα υπήρξαν
σημαντικές για την πόλη, αφού συντελούσαν στην υλοποίηση της δημοτικής
πολιτικής. Ίσως μάλιστα για την εξασφάλιση αυτών των εγκρίσεων η στάση των εκάστοτε
δημοτικών αρχόντων -μετά το 1862- προς την κεντρική εξουσία και τις εντολές της
να υπήρξε σε μεγάλο βαθμό συγκαταβατική και συναινετική. Ελάχιστες εξάλλου
φορές εντοπίζονται στα Πρακτικά διαφωνίες ή αντιθέσεις μεταξύ Δήμου και
Πολιτείας. Και όταν όμως συνέβαιναν, οι αντιθέσεις ήταν ήπιες, χωρίς διάθεση
ανοικτής αντιπαράθεσης και ρήξης.
Σχετικά
με τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων τον 19ο
αιώνα, αυτός υπήρξε σε γενικές γραμμές συντηρητικός. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές
-και κυρίως οι δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως
το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη και έως τα τέλη της δεκαετίας του 1870 η
σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν από τις πολιτικές οικογένειες των
Ρούφου και Καλαμογδάρτη και ό,τι αυτές κατά καιρούς υποστήριζαν πολιτικά (π.χ.
Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, κλπ). Με την παγίωση του δικομματισμού Τρικούπη-Δηλιγιάννη
(1882-1895) τα Δημοτικά Συμβούλια στην πλειονότητά τους αποτελούνταν από άτομα
που πρόσκειντο στον Θ. Δηλιγιάννη.
Η
απώλεια μεγάλου μέρους από τα Π.Δ.Σ. της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η
έλλειψη αρχειακού υλικού στα ΓΑΚ Αχαΐας και το υπάρχον υλικό του πατραϊκού
Τύπου της περιόδου αυτής δεν επιτρέπουν τη σκιαγράφηση του πως οι πολιτικοί και
κοινωνικοί ανταγωνισμοί που σημειώθηκαν στην πόλη -και εξαιτίας της σταφιδικής
κρίσης- επηρέασαν το έργο των δημοτικών αρχόντων. Η διαπίστωση πάντως που
προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία είναι πως η δράση των αναρχικών και των σοσιαλιστικών
ομάδων που έδρασαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα
δεν απασχόλησε τις συνεδριάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων. Αν η συγκεκριμένη
διαπίστωση δεν οφείλεται στην απώλεια των Π.Δ.Σ., τότε αυτό ίσως να δηλώνει πως
ο περιορισμένος αριθμός μελών στις εν λόγω ομάδες δεν αποτελούσε κίνδυνο για
τις δημοτικές αρχές και την τοπική κοινωνία, ούτως ώστε να ληφθούν μέτρα για
την «προστασία» των Πατρινών.
Όσον
αφορά τις πολιτικές εξελίξεις και τα εθνικά θέματα που σημειώθηκαν στο ελληνικό
βασίλειο έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, αυτά σχεδόν στο σύνολό τους δεν
απασχόλησαν ιδιαίτερα τις συνεδριάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων. Κυρίαρχο
στοιχείο στα Πρακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου υπήρξε το
ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για την πόλη τους. Στους στόχους άλλωστε του
Δήμου Πατρέων –έως το 1890- ήταν να διατηρήσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση την
οικονομική και πολιτική της αυτονομία, χωρίς καμία κρατική παρέμβαση στο έργο
της. Αυτή εξάλλου η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί
τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η
οικονομική κρίση του 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα. Στις αρχές του
20ου αιώνα η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό
της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή∙ διέφερε όμως στην πολιτική
που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στην οικονομία της. Ύστερα από
την κρίση ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να
εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει ως η μόνη αρμόδια τα
προβλήματα που προέκυπταν στην πόλη. Σημαντικότατος, τέλος, στόχος της
πατραϊκής Αυτοδιοίκησης τον 19ο αιώνα υπήρξε η καλλιέργεια συνοχής στα μέλη της
τοπικής κοινωνίας. Η πληθυσμιακή συγκρότηση της πόλης την εν λόγω περίοδο είχε
βασιστεί στους οικονομικούς μετανάστες με συνέπεια η πατραϊκή κοινωνία να μην
διαθέτει ένα κοινό στον χώρο και τον χρόνο παρελθόν. Η συμπεριφορά όμως των
κατοίκων ως μη ενιαίου συνόλου έθετε σε κίνδυνο την αναπτυξιακή πορεία της
Πάτρας. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι δημοτικές αρχές προσπάθησαν
να οικοδομήσουν υπομονετικά και προοδευτικά τις βάσεις της συνοχής και της ενότητας
στην πόλη. Με το ενδιαφέρον που επέδειξαν σε θέματα όπως η εκπαίδευση, η
ιατροφαρμακευτική φροντίδα των πολιτών, η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, η
βελτίωση της υγιεινής στην πόλη, κλπ., κατάφεραν να αμβλύνουν τις κοινωνικές
ανισότητες δημιουργώντας συνθήκες κοινωνικής συνοχής και να διασφαλίσουν την
ομαλή λειτουργία της αχαϊκής πρωτεύουσας.
Σημείωση από την σελίδα: Την επιστημονική προσέγγιση του
κυρίου Νίκου Φ. Τόμπρου στο έντυπο κείμενο συνοδεύει αριθμός επεξηγηματικών
σημειώσεων και πηγών.
Πηγή: Τα Πρακτικά του ΛΑ’ Πανελληνίου
Ιστορικού Συνεδρίου το οποίο έγινε μεταξύ 28-30 Μαΐου του 2010.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου