Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΙΑΤΡΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ.

 




 

 

Ο Μακεδονομάχος ιατρός Αργυρόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου.

(1845-1920)

 

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Βογατσικό Καστοριάς το 1845, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα φοίτησε στο Γυμνάσιο Αθηνών κι έπειτα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο της εθνικές ζυμώσεις των ετών 1865-1887, αλλά και στην τελική φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

 

Συμπατριώτης και συγγενής του Στέφανου Δραγούμη, συμμερίζονταν απόλυτα τις εθνικές ανησυχίες εκείνου. Έτσι το 1875, ίδρυσαν με άλλους επιφανείς Μακεδόνες τον «Μακεδονικό "Σύλλογο" Αθηνών», που σε συνεργασία με τη Μακεδονική Επιτροπή, πυροδότησε τις επαναστάσεις του Ολύμπου και της Ελιμείας το 1878. Όμως τα κινήματα εκείνα είχαν άδοξο τέλος και οι περισσότεροι πρωτουργοί τους επέστρεψαν στην Αθήνα.

 

Ο Αργυρόπουλος προτίμησε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε επί μία διετία (1878-1880), εισήλθε στους πνευματικούς και πατριωτικούς της κύκλους και για πολλά χρόνια στην συνέχεια διετέλεσε αρθρογράφος και ανταποκριτής της μαχητικής ελληνικής εφημερίδας «Νεολόγος».

 

Το 1880 εγκαταστάθηκε οριστικά εις την πόλη αυτή, ως γιατρός της ελληνικής κοινότητας Κλεισούρας, όπου η ρουμανική προπαγάνδα, κατευθυνόμενη από το μίσθαρνο όργανό της Αποστόλη Μαργαρίτη, οργίαζε. Ο Αργυρόπουλος μυημένος στη «Νέα Φιλική Εταιρεία» από τον ίδιο τον εμπνευστή της Αναστάσιο Πηχεώνα και χαίροντας απεριορίστου εκτιμήσεως από τους Κλεισουριώτες, έγινε σφοδρός πολέμιος των ρουμανιζόντων, ενώ στήριζε και τροφοδοτούσε τα ανταρκτικά σώματα των αυτοχθόνων αγωνιστών, που κρατούσαν αδιάκοπα αναμμένη την επαναστατική φλόγα στη Δυτική Μακεδονία.

 

Γι’ αυτό και ο Μαργαρίτης λυσσομανούσε. Και όταν Γενικός Διοικητής Μοναστηρίου έγινε ο μισέλληνας Χαλίλ Ριφαάτ πασάς, δωροδοκώντας τον αδρά, τον έπεισε να πατάξει κάθε πνευματική και πατριωτική κίνηση των Ελλήνων στο βιλαέτι του. Με υπόδειξή του λοιπόν διατάχθηκε τότε έρευνα στα σπίτια των επιφανών Ελλήνων του Μοναστηρίου, της Καστοριάς, της Κλεισούρας, της φλώρινας και των άλλων κέντρων, όπου ανθούσε ο Ελληνισμός. Και όταν ανακαλύφθηκαν κάποια ενοχοποιητικά γράμματα, ακολούθησαν αθρόες συλλήψεις και στα τέλη του 1886 με αρχές του 1887 δεκάδες πατριώτες αλυσοδεμένοι ρίχτηκαν στις φυλακές του Μοναστηρίου.

 

Σχετικά με τον Αργυρόπουλο βρέθηκε επιστολή, που απευθύνονταν στον ίδιο, είχε γραφεί στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1885, υπογράφονταν συνθηματικά με το όνομα «Φίλιππος» και διελάμβανε μεταξύ άλλων τα εξής:

 

«Σας έστειλα μέσω του οπλαρχηγού Βασίλη Ζούρκα 50 όπλα σασεπώ και δύο φορτία με πυρομαχικά. Πρέπει να τα μοιράσετε με μεγάλη προσοχή στα παλικάρια της Κλεισούρας, της Νεβέσκας και της Βλάστης. Παρακινείστε τους να προβαίνουν σε απαγωγές και σε φόνους Τούρκων. Πρέπει να έρχεστε σε επαφή κάθε δεκατέσσερις μέρες με τον Πηχεώνα και κάθε μήνα να με ενημερώνεται για τις ενέργειες των παλικαριών. Εάν οι οικογένειές σας χρειάζονται λεφτά, μπορείτε να τα εισπράξετε από την εταιρεία Φίλιππος και Σία της Θεσσαλονίκης».

 

Μία άλλη επιστολή, γραμμένη στην Αθήνα από τον ίδιο αποστολέα, απευθύνονταν σε κάποιον Κλεισουριώτη Συμεών Τσεγκάν και μεταξύ των άλλων διελάμβανε:

 

«Σας συγχαίρω για τις πατριωτικές σας ενέργειες. Το όνομά σας θα μείνει αντάξιο του Μάρκου Μπότσαρη. Σας ανακοινώνω ότι έστειλα στον Αργυρόπουλο πολεμοφόδια μέσω του κλέφτη καπετάνιου Ζούρκα, για να μοιραστούν στους κλέφτες. Με τα πολεμοφόδια αυτά πρέπει να αρκεστούν ως τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, επειδή οι Τούρκοι μας εμποδίζουν να στείλουμε νέες ενισχύσεις γιατί έχουν λάβει αυστηρά μέτρα».

 

Οι επιστολές αυτές διεσώθησαν στα αυστριακά αρχεία. Πίσω από το ψευδώνυμο «Φίλιππος» κρύβονταν ο έμπορος της Νεβέσκας Μίχας Τσίρλης, ο οποίος διέφυγε την σύλληψη δωροδοκώντας αδρά τους Τούρκους. Η πρώτη επιστολή δημοσιεύθηκε και σε γαλλόφωνη εφημερίδα της Βουδαπέστης. Ο Πηχεών όμως στα απομνημονεύματά του, ίσως επειδή τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά και ήθελε να προστατεύσει τον Αργυρόπουλο, τη χαρακτήρισε ως πλαστή και προϊόν της ρουμάνικης προπαγάνδας που ήθελε με κάθε μέσο να ενοχοποιήσει τον γιατρό της Κλεισούρας.

 

Από τις αρχές του 1887 μέχρι τις αρχές του 1888 ο Αργυρόπουλος μαζί με δεκάδες άλλους πατριώτες έμεινε δέσμιος στις φυλακές Μοναστηρίου. Ανάμεσά τους ήταν ο δάσκαλος Λαγκαδά Ιωάννης Λάϊος, μόνο και μόνο διότι είχε προϋπηρετήσει στην Κλεισούρα. Ήταν ακόμη ο Ιωάννης Βαδραχάνης, ο Τασούλας Πίνδος, ο Κώστας Βήκας, ο Ιωάννης Ιώβης, ο Γεώργιος Πάτσας, ο Ανδρέας Τσέκας, ο Νικόλαος Μάνου, ο Γιαννάκης Νέσας, ο Παπαπέτρου κ.α. Και έπειτα έγινε η πολύκροτη δίκη των Πηχεωνικών, που μοίρασε αλύπητα βαριές ποινές σε πολλούς κατηγορούμενους και σε δεκάδες άλλους ελαφρότερες.

 

Ο Αργυρόπουλος στάθηκε από τους πολύ τυχερούς - όπως χαρακτηριστικά είπε τότε ο Άγγλος υποπρόξενος στο Μοναστήρι H. S. Sipley - και αφέθηκε ελεύθερος. Γιατί οι δύο μάρτυρες κατηγορίας, ο ένας όργανο της ρουμάνικης προπαγάνδας και ο άλλος εξαρχικός, έπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις όταν εξετάστηκαν από τους στρατοδίκες. Και ένας τρίτος μάρτυρας πάλι υποστήριξε, ότι οι επιστολές ήταν πλαστογραφημένες αφού τέτοια ποιότητα χαρτιού δεν υπήρχε στην Αθήνα.

 

Όμως τον επόμενο χρόνο οι τούρκοι διέταξαν νέες έρευνες σε σπίτια Ελλήνων πατριωτών και νέες συλλήψεις. Ο Αργυρόπουλος και πάλι φυλακίστηκε. Επειδή όμως αυτή τη φορά δεν προέκυψε κάτι ενοχοποιητικό εναντίον του, τελικά αφέθηκε ελεύθερος.

 

Δώδεκα χρόνια αργότερα, όταν στα 1902 ο Ίων Δραγούμης ως υποπρόξενος Μοναστηρίου θέλησε να οργανώσει Επιτροπές Άμυνας σε πόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, αναζήτησε τους στενούς του συνεργάτες στους παλαιότερους επαναστατικούς πυρήνες των Πηχεωνικών. Από τους πρώτους συστρατεύτηκε μαζί του και ο γιατρός Αργυρόπουλος, που ως μέλος της Επιτροπής Κλεισούρας, την οποία στελέχωναν εκτός από τον ίδιο και οι άρχοντες Γεώργιος Κιάντος, Γεώργιος Πάτσας και Κωνσταντίνος Βούτσης, στήριξε μ’ όλο το πύρωμα της ψυχής του την τελευταία φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Για αυτό και οι Κομιτατζήδες τον έβαλαν στο στόχαστρο. Και επειδή δεν τα κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον εκδικήθηκαν κακοποιώντας αγαπημένα του πρόσωπα και στενούς συγγενείς του. Ο Σ. ράπτης πληροφορίες σχετικά:

 

«Την 7ην ιουνίου (1905) έρχεται η είδηση, ότι ο Βοεβόδας Κόλες από το την Μόκραιναν ηχμαλώτισε τον γυναικαδελφόν του ιατρού Αργυρόπουλου και μίαν γυναίκα. Τους μετέφεραν στο βουνό σε ποιμιοστάσιο».

 

Μα ο Αργυρόπουλος συνέχιζε απτόητος το εθνικό του έργο στηρίζοντας τους Μακεδονομάχους της περιοχής. Την 25η Μαρτίου του 1905 τα ενωμένα ελληνικά ανταρκτικά σώματα Καστοριάς, με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα, χτύπησαν το χωριό Ζαγορίτσανη, για να εκδικηθούν την πυρπόληση των μοναστηριών Τσιριλόβου και Σλίβενης. Εβδομήντα εννέα Βούλγαροι έχασαν τη ζωή τους τότε, γεγονός που καταθορύβησε τους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μοναστήρι, οι οποίοι ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τιμωρηθούν οι πρωταίτιοι. Και επειδή φυσικά οι τούρκοι δεν ήταν εύκολο να συλλάβουν τον Βάρδα, συνέλαβαν τον Αργυρόπουλο ως ηθικό αυτουργό και τον έριξαν στις φυλακές Μοναστηρίου, για τρίτη φορά. Εκεί έμεινε κατά το διάστημα 1905-1908, οπότε τον αμνήστευσαν οι Νεότουρκοι.

 

Ο γιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος ευτύχησε να δει την απελευθέρωση της πατρίδας, αναγνωρίστηκε ως πράκτορας Β’ τάξεως και πέθανε το 1920 αφού λίγα χρόνια νωρίτερα ταλαιπωρήθηκε πολύ από εξανθηματικό τύφο, τον οποίο απέκτησε κατά την επιτέλεση του καθήκοντός του, καθώς ως γιατρός αγωνίζονταν να αναχαιτίσει την επιδημία, η οποία εξαπλώθηκε στα βόρεια διαμερίσματα της Δυτικής Μακεδονίας από τα υπάρχοντα σερβικά στρατεύματα κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο.

 

Ο βιογράφος του Απόστολος Σαχίνης στην εφημερίδα «Φωνή της Καστοριάς» φύλ. 1173 καταλήγει:

 

«Ο ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος ήσκει μεγάλην εθνικήν επίδρασιν εις τους κατοίκους της κωμοπόλεως Κλεισούρας και των περιχώρων. Άξιος εθνικής ευγνωμοσύνης δια την αντίδραση αυτών εναντίον της ρουμανικής προ παντός, αλλά και βουλγαρικής προπαγάνδας».

 

Πηγή: Τα πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου για την Κλεισούρα, το οποίο έγινε στις 3 Αυγούστου 1997, και η εισήγηση της Αθηνάς Τζινίκου Κακούλη σε αυτό.

 

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις