Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ (1862-1869)

  Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ (Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης 1862-1869) Ο Αλέξανδρος Λάσκαρης εγεννήθη εν Υψωμαθείοις Κων/πόλεως κατά το έτος 1829· μετά την αποπεράτωσιν των εγκυκλίων αυτού σπουδών υπηρέτησεν ως διδάσκαλος εις την σχολήν της γενεθλίου αυτού ενορίας Αναλήψεως Υψωμαθείων. Τη προστασία του Μητροπολίτου Νικομήδειας Διονυσίου, του από πρ. Αμασείας, εισήχθη εις την κατά Χάλκην Θεολογικήν Σχολήν τω 1847, έχων ως συμφοιτητάς του τους Αγαθάγγελον Ριλλιώτην, τον μετά ταύτα Ηγούμενον Ρίλλας, Γερμανόν Γρηγοράν, τον γνωστόν διευθυντήν της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Δαμασκηνόν Ριλλιώτην, τον είτα Μητροπολίτην Βελισσού και Νικόδημον Κωνσταντινίδην , τον μετά ταύτα Μητροπολίτην Σερρών (1860-1861) και είτα Κυζίκου, ίνα περιορισθώμεν μόνον εις τους κληρικούς, εξ ης απεφοίτησε τω 1855, αφού εν τω μεταξύ, μικρόν προ της αποφοιτήσεώς του εξ αυτής, εχειροτονήθη διάκονος. Εξελθών ταύτης προσελήφθη γραμματεύς και ταμίας του, ως είρηται, Μητροπολίτου Νικ...

ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

 




 

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

 

ΓΛΩΣΣΑ

 

Σύμφωνα με αναφορά του Τάκη Σαλκιτζόγλου  η αρχαία Καππαδοκική γλώσσα ανήκε στην οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Βέβαια, με το πέρασμα του χρόνου, στην Καππαδοκία επικράτησε η ελληνική γλώσσα.

Τα Ελληνικά ήταν τον 7° αιώνα μ.Χ. η διεθνής γλώσσα της εποχής και επίσημη στις διπλωματικές επαφές των Αράβων με τους Βυζαντινούς και από τους Οθωμανούς ως επίσημη γλώσσα για 150 χρόνια μετά την Άλωση, έως το 1600 περίπου. Ενώ αυτό γινόταν για την επικοινωνία με τα κράτη της Δύσης, αντίθετα στο εσωτερικό της επικράτειας ήταν απαγορευμένη∙ γιατί οι Οθωμανοί ήθελαν, ως κατακτητές, οι αλλόγλωσσοι υπήκοοι να μιλούν τη δική τους γλώσσα. Χρησιμοποίησαν λοιπόν βάρβαρες πρακτικές κατά των Ελλήνων ώστε να σταματήσουν να μιλούν Ελληνικά. Έτσι όταν οι κάτοικοι αντιμετώπισαν το δίλημμα, γλώσσα ή θρησκεία, προτίμησαν να τουρκοφωνήσουν παρά να γίνουν μουσουλμάνοι. Θυσίασαν τη γλώσσα για να κρατήσουν την πίστη στην Ορθοδοξία. Η άμυνα των Καππαδοκών που με το πέρασμα των χρόνων τουρκοφώνησαν ήταν η ελληνική γραφή. Χρησιμοποίησαν το ελληνικό αλφάβητο προκειμένου να καταγράφουν τα Τούρκικα (τα γνωστά καραμανλίδικα), δηλαδή τούρκικες λέξεις με ελληνικά γράμματα.

Τα Φάρασα ήταν σπουδαίο κέντρο του Καππαδοκικού Βυζαντινού Ελληνισμού, με ελληνόφωνες Καππαδόκες. Οι κάτοικοι στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν δίγλωσσοι. Ο R. Dawkins, στο βιβλίο του «Modern Greek in Asia Minor», Cambridge 1916, μελετώντας την ελληνική γλώσσα στη Μικρά Ασία, αναφέρει ότι τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα της Καππαδοκίας κατατάσσονται σε τρεις ομάδες:

        τη διάλεκτο της Σίλλης,

        τη διάλεκτο της Καππαδοκίας,

        τη διάλεκτο των Φαράσων, στην οποία η τουρκική γλώσσα είχε επιρροή στην ελληνική.

Σε αρκετές ελληνορθόδοξες κοινότητες υπήρχαν τουρκόφωνοι γι’ αυτό και τα μηνύματα της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και της εθνικής συνείδησης πέρασαν μέσα από την καραμανλίδικη γραφή μετά τη διάδοση της τυπογραφίας. Το έργο του Λέοντος Μελά ο «Γεροστάθης», τυπώθηκε στα καραμανλίδικαγια να διαβαστεί από τους τουρκόφωνους Έλληνες της Καππαδοκίας.

Από καταγραφές που έκανε το Εθνικό Κέντρο, στα τέλη του 19ου αιώνα, φάνηκε ότι από τους 74 Καππαδοκικούς οικισμούς, οι 27 ήταν ελληνόφωνοι και 47 τουρκόφωνοι.

Όσον αφορά για τη γλώσσα των Ελλήνων Ορθοδόξων της Καππαδοκίας, σαφώς και υπήρχε έντονος επηρεασμός κάτω από την καταπιεστική εξουσία των Οθωμανών στη μεγάλη διάρκεια της Αυτοκρατορίας τους.

Το σύνολο των πληροφορητών, προερχομένων από κοινότητες του χώρου, ισχυρίζονταν πως τα χρόνια τα παλιά μιλούσαν Ελληνικά.

Με βάση τις μαρτυρίες των ανθρώπων που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν εκεί είχαν δική τους αντίληψη για τα γεγονότα, αναφέρουν ότι οι Τούρκοι κατακτητές, για να αλλάξουν την εθνική συνείδηση των κατοίκων, επιδίωξαν να εξαφανίσουν, εκτός των άλλων και την ελληνική τους γλώσσα. Δε δίστασαν να εφαρμόσουν απάνθρωπες μεθόδους, όπως τη "γλωσσοκοπία" γονέων, το παιδομάζωμα, τους βίαιους εξισλαμισμούς και άλλες διώξεις που καταγράφηκαν στην ψυχή των κατοίκων. Όπως αναφέρει ο Νικόλαος Ρίζος, «η γλωσσοκοπία γινόταν, όπως αναφέρουν οι παραδόσεις πιο πολύ στις μανάδες για να μην μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα και να ξεκόβουν ευκολότερα από αυτήν».

Οι αιτίες για τη μετάλλαξη των ελληνικών πληθυσμών της Καππαδοκίας, όσον αφορά τη γλώσσα, είναι πολλές και σημαντικές και φαίνεται πως άρχισαν από τα παλιά χρόνια. Υπάρχουν βέβαια και άλλες απόψεις πάνω σ’ αυτό το σημαντικό ζήτημα, που στηρίζονται σε "λογικά" επιχειρήματα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ιστορικός-ερευνητής, Κωνσταντίνος Νίγδελης:

           Η ανάγκη συνεννόησης, ο ποιο σημαντικός παράγοντας... που αφορά κατά κύριο λόγο αυτόν που έχει την ανάγκη, δηλαδή τον ηττημένο.

Η Καππαδοκία κατακτήθηκε, πέρασε στα χέρια του νικητή, επιβλήθηκε ως επίσημη γλώσσα η δική του, το ίδιο συνέβη στο εμπόριο και σε κάθε μορφή και έκφανση της δημόσιας ζωής. Επομένως προκύπτει για τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό η ανάγκη εκμάθησης της τουρκικής γλώσσας.

           Βέβαια έχουν καταγραφεί περιπτώσεις βίας ποικίλων μορφών: εξαναγκασμοί, γλωσσικές πιέσεις, ξυλοδαρμοί, μέχρι και γλωσσοκοπίες... αλλά στη συνέχεια τα πράγματα άλλαξαν προς το καλύτερο.

           Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει: Οι τουρκόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Έλληνες της Καππαδοκίας, αποτελούσαν ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο. Η θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι συνήθειες, οι κοινές ιστορικές καταβολές τους ενίσχυσαν και χαλύβδωσαν την ενότητά τους, κόντρα όχι μόνο στην πίεση των Τούρκων, αλλά και της καθολικής εκκλησίας και των προτεσταντών που καιροφυλακτούσαν για την «κατάληψη»∙ δηλαδή το θρησκευτικό προσηλυτισμό των κατοίκων τούτων των περιοχών. Όλα αυτά μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε με την επιβολή του Χάττι Χουμαγιούν και του Χάττι Σερίφ, στα πλαίσια φυσικά μιας φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, έχουμε τη δημιουργία οργανωμένων σχολικών μονάδων και τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ένα δρόμο μακρύ και δύσκολο.

 

Πηγή: Πάρης Βορεόπουλος, στο έργο του «Η ΠΑΙΔΕΙΑ, ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ (Από την αρχαιότητα ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924)». Μια έκδοση του “Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού” της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις