Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ

 




 

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ 

ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Ιόνιο

Την πολιτικοφυλακή στα Επτάνησα συγκροτούσαν κάτοικοι της υπαίθρου με επικεφαλής κυρίως εντόπιους αξιωματικούς. Στην Κρήτη, όπως είδαμε, η στρατολογία των οπλιτών επεκτεινόταν και στους κατοίκους των πόλεων. Στην Κρήτη, πάλι, στέλνονταν και από τη Βενετία αξιωματικοί ως ειδικοί στρατιωτικοί εκπαιδευτές, που υπηρετούσαν στην πολιτοφυλακή της μεγαλονήσου· παράλληλα προς τους εντόπιους αξιωματικούς. Η σύνθεση της πολιτοφυλακής στα Ιόνια νησιά, όπου πολλοί κάτοικοι των πόλεων, με την εξαίρεση των Κυθήρων, απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες ως απλοί οπλίτες, θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί από την έντονη ανάδειξη εκεί της τοπικής αριστοκρατίας των ευγενών (nobili), που τα μέλη της έπρεπε να διαθέτουν οπωσδήποτε ιδιόκτητη κατοικία μέσα στις πόλεις, καθώς και από την αρκετά εμφανή κοινωνική διάκριση ανάμεσα στους μη ευγενείς αστούς (civili ή borghesi, που ως κάτοικοι πόλεων έφεραν και την ονομασία cittadini) από τη μια μεριά και στους χωρικούς (contadini) και σ’ όσους τεχνίτες ή εργάτες ασκούσαν εξαρτημένο επαγγελματικό έργο (popolari ή popolani) από την άλλη. Η γνωστή ωστόσο στάση της λαϊκής τάξης εναντίον των αρχόντων στη Ζάκυνθο το 1628 φαίνεται ότι, εκτός από τα αιτήματα για παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων, προκλήθηκε και από την προσπάθεια της βενετικής διοίκησης, με αφορμή φόβους της για πειρατικές επιδρομές Μπαρμπαρέζων, να αναθέσει καθήκοντα φρουράς και στους κατοίκους των αστικών σχηματισμών. Η εξέγερση αυτή έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «Ρεμπελιό των ποπολάρων» από τον ομώνυμο τίτλο της περιγραφής που επιχείρησε ο ευγενής Άγγελος Σουμάκης.

Φαίνεται πως στα Επτάνησα η τοπική αυτοδιοίκηση ασκούσε κάποιον έλεγχο στην πολιτοφυλακή, εφόσον το συμβούλιο της κοινότητας κάθε νησιού πρότεινε —και συχνά εξέλεγε— τον αρχηγό των στρατοσυλλέκτων. Αυτός είχε κάποιο μικρό μισθό ή ορισμένα κέρδη και απολαβές από τις υποθέσεις που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του. Η κοινότητα πάλι φρόντιζε, σε περίπτωση πολέμου, να επιβιβαστούν οι στρατοσύλλεκτοι σε πλοίο, που στελνόταν από τη Βενετία ως κάτεργο με κωπηλάτες καταδίκους. Οι πολιτοφύλακες αποτελούσαν το πολεμικό πλήρωμα. Όταν όμως ο αριθμός των κωπηλατών ήταν ανεπαρκής, τότε συμπληρωνόταν από χωρικούς. Οι στρατοσύλλεκτοι, είτε στρατιώτες είτε κωπηλάτες, τρέφονταν και μισθοδοτούνταν από το βενετικό δημόσιο για όσο χρονικό διάστημα διεξάγονταν οι ναυτικές επιχειρήσεις του πολέμου.

Οι στρατοσύλλεκτοι χωρικοί σχημάτιζαν λόγους με αξιωματικούς και επιλοχίες. Οι λόχοι είχαν κόκκινες ή γαλάζιες (στη Λευκάδα, μετά το 1684) σημαίες με την παράσταση του φτερωτού λέοντα του Αγ. Μάρκου. Κάθε φορά που έπρεπε να συγκεντρωθούν οι τσέρνιδες, ηχούσαν το μεγάλο αγροτικό τύμπανο και ο οξύς αυλός (ταμπούρλο + νιάκαρα = ταμπουρλονιάκαρο). Οι συγκεντρώσεις αυτές των πολιτοφυλάκων πραγματοποιούνταν στις ακόλουθες περιστάσεις: 1) όταν γιορτινοστολισμένοι έπρεπε να μεταβούν στην πόλη· όπου γινόταν επιθεώρησή τους, 2) όταν διατάζονταν να καταδιώξουν ληστές ή φυγάδες, 3) όταν έπρεπε να φρουρήσουν τις παραλίες σε καιρό πολέμου ή πανούκλας και 4) όταν διατάζονταν να επιβιβαστούν στο κάτεργο του νησιού και να υπηρετήσουν ως πολεμιστές του βενετικού στόλου. Εξαιρούνταν γενικά από τη στρατολογία όσοι ήταν νεότεροι των 20 ετών και μεγαλύτεροι των 65. Όπως όμως συνέβαινε στην Κρήτη, έτσι και στα Επτάνησα πολλοί αμαθείς και ανάξιοι χειροτονούνταν ιερείς για να αποφύγουν τη στράτευση.

 

 

Πηγή: Το βιβλίο του Ιωάννη Δ. Ψαρά από τις Εκδόσεις Βάνιας, «Ο Θεσμός της Πολιτοφυλακής στις Βενετικές Κτήσεις του Ελληνικού Χώρου (16ος – 18ος αι.)

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις