Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΣ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΗΣ, Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΗΣ

  ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΣΗΣ  ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΜΠΟΡΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΗ ΤΟΥ 1821      Ιωάννης Αμβροσιάδης      Αγωνιστής του ’21, Ομογενής μεγαλέμπορος στην Οδησσό, ακολούθησε τον Υψηλάντη, επιφανής Ιερολοχίτης.      Επιστολή στον Ιωάννη Μακρή, δάσκαλο στην Οδησσό      Ιάσιον 24 Φεβρουαρίου 1821      Φίλε Μακρή,      Σε ασπάζομαι καγώ τον ασπασμόν της Πατρίδος, Χθες την δωδεκάτην ώραν τριακόσιοι πενήντα ιππείς, και διπλάσιοι τόσοι πεζοί, εκινήθημεν εκ του Γραικικού Στρατοπέδου και ήλθομεν διά της μεγάλης λεωφόρου όλοι ένοπλοι εις την εκκλησίαν των Τριών Ιεραρχών ˑ οπού μεταλαβόντες μετά των αρχηγών μας των αχράντων μυστηρίων υψώσαμεν τας ελληνικάς μας σημαίας Ψάλλοντες το « Μεθ’ ημών ο Θεός γνώτε » και τα εξής . Αι σημαίαι μας είναι τρεις · η πρώτη έχει επί τριχών μορφώματος τον ανοιγόμενον Φοίνικα της Ελλάδος καταλαμπόμενον υπό των αχτίνων του ακοιμήτου ο...

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ

 




 

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ 

ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Ιόνιο

Την πολιτικοφυλακή στα Επτάνησα συγκροτούσαν κάτοικοι της υπαίθρου με επικεφαλής κυρίως εντόπιους αξιωματικούς. Στην Κρήτη, όπως είδαμε, η στρατολογία των οπλιτών επεκτεινόταν και στους κατοίκους των πόλεων. Στην Κρήτη, πάλι, στέλνονταν και από τη Βενετία αξιωματικοί ως ειδικοί στρατιωτικοί εκπαιδευτές, που υπηρετούσαν στην πολιτοφυλακή της μεγαλονήσου· παράλληλα προς τους εντόπιους αξιωματικούς. Η σύνθεση της πολιτοφυλακής στα Ιόνια νησιά, όπου πολλοί κάτοικοι των πόλεων, με την εξαίρεση των Κυθήρων, απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες ως απλοί οπλίτες, θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί από την έντονη ανάδειξη εκεί της τοπικής αριστοκρατίας των ευγενών (nobili), που τα μέλη της έπρεπε να διαθέτουν οπωσδήποτε ιδιόκτητη κατοικία μέσα στις πόλεις, καθώς και από την αρκετά εμφανή κοινωνική διάκριση ανάμεσα στους μη ευγενείς αστούς (civili ή borghesi, που ως κάτοικοι πόλεων έφεραν και την ονομασία cittadini) από τη μια μεριά και στους χωρικούς (contadini) και σ’ όσους τεχνίτες ή εργάτες ασκούσαν εξαρτημένο επαγγελματικό έργο (popolari ή popolani) από την άλλη. Η γνωστή ωστόσο στάση της λαϊκής τάξης εναντίον των αρχόντων στη Ζάκυνθο το 1628 φαίνεται ότι, εκτός από τα αιτήματα για παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων, προκλήθηκε και από την προσπάθεια της βενετικής διοίκησης, με αφορμή φόβους της για πειρατικές επιδρομές Μπαρμπαρέζων, να αναθέσει καθήκοντα φρουράς και στους κατοίκους των αστικών σχηματισμών. Η εξέγερση αυτή έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «Ρεμπελιό των ποπολάρων» από τον ομώνυμο τίτλο της περιγραφής που επιχείρησε ο ευγενής Άγγελος Σουμάκης.

Φαίνεται πως στα Επτάνησα η τοπική αυτοδιοίκηση ασκούσε κάποιον έλεγχο στην πολιτοφυλακή, εφόσον το συμβούλιο της κοινότητας κάθε νησιού πρότεινε —και συχνά εξέλεγε— τον αρχηγό των στρατοσυλλέκτων. Αυτός είχε κάποιο μικρό μισθό ή ορισμένα κέρδη και απολαβές από τις υποθέσεις που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του. Η κοινότητα πάλι φρόντιζε, σε περίπτωση πολέμου, να επιβιβαστούν οι στρατοσύλλεκτοι σε πλοίο, που στελνόταν από τη Βενετία ως κάτεργο με κωπηλάτες καταδίκους. Οι πολιτοφύλακες αποτελούσαν το πολεμικό πλήρωμα. Όταν όμως ο αριθμός των κωπηλατών ήταν ανεπαρκής, τότε συμπληρωνόταν από χωρικούς. Οι στρατοσύλλεκτοι, είτε στρατιώτες είτε κωπηλάτες, τρέφονταν και μισθοδοτούνταν από το βενετικό δημόσιο για όσο χρονικό διάστημα διεξάγονταν οι ναυτικές επιχειρήσεις του πολέμου.

Οι στρατοσύλλεκτοι χωρικοί σχημάτιζαν λόγους με αξιωματικούς και επιλοχίες. Οι λόχοι είχαν κόκκινες ή γαλάζιες (στη Λευκάδα, μετά το 1684) σημαίες με την παράσταση του φτερωτού λέοντα του Αγ. Μάρκου. Κάθε φορά που έπρεπε να συγκεντρωθούν οι τσέρνιδες, ηχούσαν το μεγάλο αγροτικό τύμπανο και ο οξύς αυλός (ταμπούρλο + νιάκαρα = ταμπουρλονιάκαρο). Οι συγκεντρώσεις αυτές των πολιτοφυλάκων πραγματοποιούνταν στις ακόλουθες περιστάσεις: 1) όταν γιορτινοστολισμένοι έπρεπε να μεταβούν στην πόλη· όπου γινόταν επιθεώρησή τους, 2) όταν διατάζονταν να καταδιώξουν ληστές ή φυγάδες, 3) όταν έπρεπε να φρουρήσουν τις παραλίες σε καιρό πολέμου ή πανούκλας και 4) όταν διατάζονταν να επιβιβαστούν στο κάτεργο του νησιού και να υπηρετήσουν ως πολεμιστές του βενετικού στόλου. Εξαιρούνταν γενικά από τη στρατολογία όσοι ήταν νεότεροι των 20 ετών και μεγαλύτεροι των 65. Όπως όμως συνέβαινε στην Κρήτη, έτσι και στα Επτάνησα πολλοί αμαθείς και ανάξιοι χειροτονούνταν ιερείς για να αποφύγουν τη στράτευση.

 

 

Πηγή: Το βιβλίο του Ιωάννη Δ. Ψαρά από τις Εκδόσεις Βάνιας, «Ο Θεσμός της Πολιτοφυλακής στις Βενετικές Κτήσεις του Ελληνικού Χώρου (16ος – 18ος αι.)

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις