Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΤΖΑΡΑ

 




 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΙΩΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΤΖΑΡΑ 

ΣΤΗΝ ΑΝ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 

Καπετάν Τζάρας.

Τον Σεπτέμβριο του 1905 καταφθάνει στην Προσοτσάνη ο Στρατής Σπληναρίδης, ο οποίος με κοινή απόφαση του Προξενείου Καβάλας και του Μητροπολίτη Δράμας ορίζεται διευθυντής της επτατάξιας σχολής αρρένων και του οικοτροφείου θηλέων, καθώς επίσης και επιθεωρητής των σχολείων της περιοχής. Κάτω όμως από τη φιλειρηνική αποστολή του Στρατή Σπληναρίδη κρύβεται ο Ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού Κων/νος Νταής, που οι ειδικές περιστάσεις θα τον οδηγήσουν αργότερα στη σύσταση ανταρτικής ομάδας, με την οποία ο ίδιος, υπό το ψευδώνυμο καπετάν Τζάρας, θα είχε πλούσια και επιτυχή δράση στο χώρο που εκτείνεται νοτιοανατολικά της Δράμας.

Η υπηρεσία του επιθεωρητού του ανατέθηκε για να μπορεί να περιοδεύει στην περιοχή και να έρχεται σε συνεννόηση με τις ένοπλες ομάδες που υπήρχαν στα γύρω χωριά. Η αποστολή του τον πρώτο καιρό υπήρξε απολύτως μυστική. Στα σχολεία υπηρετούσαν το 1905 ο Νικόλαος Αστεριάδης, ως διευθυντής∙ και ως δάσκαλοι, ο Αθανάσιος Τριανταφυλλίδης, μετέπειτα ιατρός, ο Βασίλειος Γ. Βουλτσιάδης, μετέπειτα παιδίατρος Δράμας, ο Βασίλειος Βάμβας, μετέπειτα συμβολαιογράφος Δράμας, και ο Κων/νος Καλαϊτζής, από την Πετρούσα. Στο Παρθεναγωγείο υπηρετούσαν οι δασκάλες Άννα Πατραμάνη, Ελισάβετ Μέλφου και η μόλις διορισμένη νεαρή Ελένη Αντωνιάδου, από τις Σέρρες. Για αρκετούς μήνες οι δάσκαλοι και στενοί συνεργάτες του Στρ. Σπληναρίδη δε γνώριζαν την πραγματική αποστολή του. Μόνο όταν δημιουργήθηκε ένα μικροεπεισόδιο με τον Νικ. Αστεριάδη, όσον αφορά τις αρμοδιότητές του, ως διευθυντού, ο Κ. Νταής αναγκάσθηκε να του αποκαλύψει την πραγματική του αποστολή. Ήταν φυσικό και οι υπόλοιποι δάσκαλοι, που ήταν όλοι μέλη της οργανώσεως, να μάθουν το ρόλο του Επιθεωρητού, και του λοιπού να επιδείξουν αμέριστο το ενδιαφέρον τους για το έργο και την αποστολή του.

Σ’ αυτόν τον ειρηνικό διευθυντή και επιθεωρητή των δημοτικών σχολείων Προσοτσάνης, παρουσιάσθηκαν μιά μέρα σταλμένοι από το Ελληνικό Κέντρο Δράσεως του Βώλακα δύο νέοι, ο Άρμεν Κούπτσιος και ο Νίκος Μαυρουδής, και του ζήτησαν να ενταχθούν στο ελληνικό κομιτάτο. Ο Σπληναρίδης έδειξε στην αρχή επιφυλακτικός, από το γεγονός ότι οι δύο νέοι μιλούσαν σπασμένα ελληνικά με βουλγαρική προφορά, και τους δήλωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με οργανώσεις. Την επόμενη όμως μέρα, άλλαξε γνώμη, όταν οι δύο νέοι παρουσιάσθηκαν πάλι συνοδευόμενοι τη φορά αυτή από το Χρήστο Βογιατζή, ο οποίος δήλωσε στον Σπληναρίδη ότι οι δύο νέοι προτείνονται από το Κέντρο Δράσεως Βώλακα, όπου ως γνωστόν ο αδελφός του Δημήτριος Βογιατζής ήταν δάσκαλος. Ο Σπληναρίδης τους δέχτηκε στην ομάδα του. Ο Μαυρουδής ξαναγύρισε στο Βώλακα αμέσως μετά, ενώ ο Άρμεν είχε τραγικό τέλος τον Ιούνιο του 1906.

Εν τω μεταξύ ο επιθεωρητής Στρ. Σπληναρίδης συνέχιζε τη δράση του στην Προσοτσάνη, οργανώνοντας συγχρόνως και τα γύρω χωριά. Τίποτε όμως δε μένει κρυφό. Παρά τις μεγάλες προφυλάξεις του, κίνησε τις υποψίες των Βουλγάρων, οι οποίοι ενημέρωσαν τις τουρκικές αρχές. Η τουρκική αστυνομία άρχισε να παρακολουθεί τον Σπληναρίδη. Το σοβαρό αυτό γεγονός αναφέρθηκε στην ανώτερη αρχή, την οποία εκπροσωπούσε στην Καβάλα ο Στυλ. Μαυρομιχάλης (Στ. Μαυρομάτης) και ο Μητροπολίτης Δράμας. Αμέσως αποφάσισαν να τον φυγαδεύσουν πριν τον συλλάβουν οι Τούρκοι. Προφασιζόμενος τον άρρωστο έφυγε για την Αθήνα τον Μάρτιο του 1906. Την αρχηγία του Κέντρου Δράσεως Προσοτσάνης ανέλαβε πάλι ο Λεωνίδας Βουλτσιάδης, στο σπίτι του οποίου φιλοξενούνταν ο Κ. Νταής καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Προσοτσάνη.

Από τη φύση του δραστήριος και ανήσυχος ο Κων/νος Νταής (Σπληναρίδης) επιχείρησε να ξαναεπιστρέψει. Στη Θεσσαλονίκη συλλαμβάνεται, διότι το άτομο που πραγματικά φέρει το όνομα Στρ. Σπληναρίδης ήταν καταζητούμενο για φόνο στη Μυτιλήνη. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, ξυλοδαρμούς και φυλακίσεις, κατορθώνει με διάφορες ενέργειες του Ελληνικού Προξενείου να απελευθερωθεί. Δεν ξαναγυρίζει βέβαια στην Προσοτσάνη. Συγκροτεί ανταρτική ομάδα, με το ψευδώνυμο Καπετάν Τζάρας, που αποτελείται από δώδεκα παλικάρια, με υπαρχηγό του τον Χρήστο Βογιατζή, ο οποίος μέχρι τις αρχές του 1907, που επανεμφανίσθηκε ο Κ. Νταής, κρυβόταν στη Χωριστή (Τσατάλτζα). Εκεί ξαναντάμωσαν και βγήκαν στο Παγγαίο. Οι υπόλοιποι της ομάδας ήταν ο Πολύχρονης Παλιάγκας από την Τσατάλτζα, ο Γεώργιος Βώλακλης από το Βώλακα, ο Δημήτριος Πένσας από την Τσατάλτζα, ο Κων/νος Τσελέγκας από το Ροδολείβος, ο Λεωνίδας Μαλαμίδης από το Ροδολείβος, ο Γεώργιος Χαραμής υπαξιωματικός του Ναυτικού από την Πελοπόννησο, ο Γεώργιος Καράμπελας από τη Στενήμαχο, ο Δημήτριος Κομήτης από το Δοξάτο, ο Αθανάσιος Λαζάρου από τα Ιωάννινα, ο Μιλτιάδης Τσομπανέλης από τις Κυδωνιές της Μ. Ασίας και ο Ιωάννης Παρούσης από τη Νέα Ζίχνη.

Όλοι αυτοί συγκεντρώθηκαν στο Κιούπκιοϊ (Πρώτη)∙ συγκροτήθηκαν σε ομάδα, και ορκίσθηκαν στο σπίτι του Γεωργίου Καραμανλή, πατέρα του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας, και άρχισαν τη δράση τους στη νοτιοανατολική περιοχή της Δράμας, εξορμώντας από τα λημέρια τους στο Παγγαίο. Στην ομάδα αυτή οφείλεται η μεγάλη τιμή και δόξα, που οι περιοχές Τσατάλτζας, Δοξάτου και αυτή ακόμη η πόλη της Καβάλας, έμειναν αμόλυντες και άθικτες από τη βουλγαρική διείσδυση.

 

Πηγή: Το βιβλίο του Γεώργιου Κ. Βουλτιάδη, «Η Προσωτσάνη μέσα από την Ιστορία», έκδοση Θεσσαλονίκη 1995.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις