Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ

 




 

ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ

 

Ανάμεσα στους μυριάδες των γενναίων που έπεσαν πιστοί στο χρέος τους, φυλάγοντας Θερμοπύλες, ισάξιος και ομοιόπαθος του Διάκου, υψώνεται σεμνός και ωραίος ο ηρωικός μπουρλοτιέρης Γιώργης Ανεμογιάννης· που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη δόξα του Κανάρη και του Παπανικολή.

Μάης του 1821. Η Ναύπακτος σφίγγεται στενά από τους Έλληνες στεριά και θάλασσα. Οχυρωμένη με δυνατά ενετικά κάστρα, προστατευμένη και ανεφοδιασμένη από τη θάλασσα, είχε γίνει το άπαρτο κάστρο. «Κανένας δεν το πάτησε το κάστρο της Ναυπάκτου», έλεγε ο στίχος του ποιητή.

Οι Έλληνες το πήραν απόφαση. Έπρεπε να το πάρουν οπωσδήποτε. Πώς θα πλησίαζαν όμως το βαριά αρματωμένο τούρκικο στόλο, που ήταν αγκυροβολημένος στο μικρό λιμανάκι της; Πώς αλλιώς παρά με τα πυρπολικά. Το επιχείρημα όμως ήταν πολύ επικίνδυνο. Περίσκεψη επικρατούσε στα πληρώματα, ποιος θα θυσίαζε τη ζωή του, για να οδηγήσει με επιτυχία το πυρπολικό στα εχθρικά καράβια;

Ξαφνικά σηκώνεται ανάμεσα σε οχτακόσιους ναύτες ένας λιονταρόψυχος, ο Γιώργης Ανεμογιάννης, και λέει θαρρετά:

        Εγώ θα πάω!

Γνωρίζει καλά τι τον περιμένει, αλλά η αγάπη του για την πατρίδα του γιγαντώνει την ψυχή. Οι πλοίαρχοι τον αγκαλιάζουν και τον φιλούν. Ενθουσιασμένος ο καπετάν Μπότσαρης ρωτάει το γενναίο παλικάρι, σαν τι ήθελε να του χαρίσουν για ανταμοιβή, γι’ αυτό του το τόλμημα.

        Δε θέλω τώρα τίποτα, απαντάει ο Ανεμογιάννης ή Παξινός, όπως τον έλεγαν πολλοί, επειδή καταγόταν από τους Παξούς. Αν δώσει ο Θεός και πετύχω, τότε θα σας πάρω από δέκα τάλαρα, για να κάμω ένα χάρισμα της αρραβωνιαστικιάς μου.

Στις 10 Ιουνίου τα μεσάνυχτα, ο Παξινός ξεκινάει για το μεγάλο επιχείρημα. Ακολουθούσε το πυρπολικό του μια βάρκα με τον υποπλοίαρχο Μυριαλή. Ο άνεμος ήταν ευνοϊκός. Το πυρπολικό πλησίασε τα εχθρικά πλοία, που το αντελήφτηκαν όμως και άρχισαν να το κανονιοβολούν και αυτά και οι φρουρές τους από τη στεριά. Ο Ανεμογιάννης και ο Μυριαλής δεν ανακόβουν την πορεία τους. Μέσα στην παραζάλη όμως, ο Μυριαλής, από κακό υπολογισμό, βάνει πρόωρα φωτιά στο πυρπολικό. Κατάλαβε όμως το λάθος του και φωνάζει στον Παξινό:

        Γιώργη, βρε Γιώργη, θα χαθείς! Πήδα, βρε, στη βάρκα, πήδα!..

        Ελευθερία δε ζητάμε, μωρ’ αδέρφια; Κι εγώ για την πίστη μας θέλ’ αποθάνει πρώτος, μα τη γλυκιά πατρίδα μας, αν δεν καεί ο φλόκος! απαντάει εκείνος.

Ο ανδρείος Παξινός μένει μόνος του στο πυρπολικό και αρχίζει ένα σπάνιο δράμα. «Εκαίοντο, γράφει ο φιλήμονας, και τα πρόσθια ιστία. Ο στόλαρχος των Ελλήνων φώναζε με τον τηλεβόα στον Παξινό να πέσει στη θάλασσα, για να γλιτώσει. Αυτός όμως αρνιόταν και προσπαθούσε, μέσα στη βροχή των εχθρικών σφαιρών να φέρει σε πέρας την αποστολή του». Οι φλόγες τον κυκλώνουν και τον διώχνουν από το κατάστρωμα. Αυτός όμως κρεμιέται «διά του παλάγκου εις την θάλασσαν» και είχε μόνον το κεφάλι του έξω. Και αγωνίζεται ηρωικά. Λίγα μέτρα ακόμα και θα γίνει ένα με την τούρκικη κουρβέτα. Ο γενναίος μπουρλοτιέρης με το μαχαίρι στο στόμα, παλεύει με τη φωτιά, σπρώχνει με τα πόδια, με τα χέρια, με το σώμα το μπουρλότο, να το ενώσει με το  εχθρικό μεγαθήριο.

Οι Τούρκοι καταλαβαίνουν το δικό τους κίνδυνο. Τον ζώνουν με βάρκες, τον χτυπούν, τον τραυματίζουν. Απομακρύνουν το πυρπολικό του και πιάνουν ζωντανό τον Παξινό. Τον φέρνουν στο κάστρο.

Εκεί τον βασάνισαν φρικτά. Τον παλούκωσαν και τον έψησαν ζωντανό. Ύστερα μισοκαμμένο και άψυχο έδεσαν το λεβέντικο κορμί του γενναίου μπουρλοτιέρη πάνω σ' ένα μεγάλο κοντάρι και το ύψωσαν για πολλές μέρες στη ματωμένη ντάπια του λιμανιού για φόβο των Ελλήνων. Δεν έγινε όμως για τους Έλληνες σκιάχτρο αλλά έγινε σύμβολο ανδρείας και φλάμπουρο της λευτεριάς.

Ένας χάλκινος ανδριάντας σήμερα πάνω στον τόπο της θυσίας· στην ίδια ντάπια που κάηκε το σώμα του μάρτυρα Ανεμογιάννη, θυμίζει στους διαβάτες, πως η πατρίδα μας δε διαθέτει μόνο φυσικές ομορφιές, μα και μνημεία ηρωισμού και θαυμασμού σπάνια.

 

 

Πηγή: «Το ’21 στις πηγές του», με συγγραφέα τον Κώστα Δ. Παπαδημητρίου και υπό την γενική επιμέλεια του Γιάννη Σμυρνιωτάκη.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις