Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ EΞAPXIA ΣΤΟ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ EΞAPXIA ΣΤΟ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ
Ως
το 1862 η ζωή στο Νευροκόπι κυλούσε ομαλά και τίποτε δε διετάρασσε τη ζωή Ελλήνων
και Βουλγάρων που δεμένοι γερά με την Ορθοδοξία και το Πατριαρχείο
Κωνσταντινουπόλεως· ομονοούσαν και κανένα πρόβλημα δε σκίαζε τις σχέσεις τους. Το
κακό άρχισε από το έτος εκείνο, οπότε οι επικεφαλής της Εξαρχίας, αφού πρώτα
μύησαν στο σχίσμα τον πρόκριτο του χωρίου Γαϊτανίνα Κ. Τσιορμπατζή και τον ελληνοδιδάσκαλο
Πέτρο Σαράφη (Σαράφωφ), πατέρα του διαβόητου Boris Sarafof, στη συνέχεια δημιούργησαν ένα
πυρήνα και με άλλους ομόφρονές τους στο Νευροκόπι, όπου παρέσυραν τους πρόκριτο
Ηλία Δούκα, τους τρεις αδελφούς Ασταρτζή (από τους οποίους ο νεότερος Ιωάννης επεκήρυξε
το σχίσμα) τον Απόστολο Σμηλιάν και άλλους.
Την
εποχή εκείνη στο Νευροκόπι αρχιερατικός επίτροπος του μητροπολίτη Δράμας ήταν ο
Παπά Γεώργιος που αντιμετώπισε δυναμικά την όλη κίνηση, άλλα στη συνέχεια οι
βουλγαριστές όχι μόνο κατόρθωσαν να τον απομακρύνουν από το Νευροκόπι, άλλα
ζήτησαν και την εισαγωγή της διδασκαλίας της βουλγαρικής γλώσσας στην σχολή
Νευροκοπίου· αυτό φυσικά δεν το πέτυχαν και οι μαθητές τους φιλοξενούνταν σε αχυροβολώνα.
Από έγγραφο που συνέταξαν στο μητροπολιτικό μέγαρο ο μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος
και οι Έλληνες πρόκριτοι Νευροκοπίου, μηνολογημένο από 15 Αύγ. 1863,
πληροφορούμαστε: η ελληνική σχολή επιχορηγούνταν ως τότε από τα έσοδα των
εκκλησιών της Θεοτόκου και των Ταξιαρχών· ότι τότε οι Βούλγαροι είχαν ιδρύσει
ιδικό τους σχολείο γι’ αυτό και κρίθηκε σκόπιμο να πάψει η επιχορήγηση της ελληνικής
σχολής από το ταμείο των εκκλησιών, για να πάψουν, προφανώς, οι βουλγαρικές διαμαρτυρίες.
Πάντως
στις 20 Ιουνίου 1865 το προσωπικό των βουλγαρικών σχολείων του Νευροκοπίου
ευχαριστούσε τους Βουλγάρους της Κωνσταντινουπόλεως για την αποστολή χρημάτων
και βιβλίων για τις ανάγκες του σχολείου που ιδρύθηκε με σουλτανικό φιρμάνι το
1862 και το όποιο, κατ’ αυτούς, υφίσταται τα πάνδεινα από τους εχθρούς του. Ο
μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος είτε για κατασίγαση της βουλγάρικης εχθρότητας,
είτε επειδή ήθελε να προωθήσει οικονομικά θέματα, όχι μόνο έπεισε τους Έλληνες να
δεχθούν τις βουλγαρικές αξιώσεις για τη συνδιδασκαλία της βουλγαρικής, αλλά
δέχθηκε και την καθιέρωσή της στον αριστερό χορό κατά τη λειτουργία. Στο
μεταξύ, η ελληνική πλευρά άρχισε και αυτή να οργανώνεται με επικεφαλής τον
βουλγαρόφωνο Αθανάσιο Κωνσταντίνου συνεπικουρούμενο από τους Στέργιο και
Γεώργιο Ζωγράφου, Τέγο Σούφρα, Παναγιώτη και Γεώργιο Πώτη, Μιχαήλ Σεμερτζή, Στογιάννου
Νικολάου, Κώτσιο Δημητρίου, Γρηγόριο Κουντουρά και άρχισε με τη σειρά της να
παίρνει τα μέτρα της κατά των βουλγαρικών απαιτήσεων.
Σύγχρονες
με την εποχή πηγές μας πληροφορούν ότι το 1864 είχαν συλληφθεί από τους
Τούρκους τρεις Βούλγαροι γιατί την ήμερα της Αναλήψεως έψαλαν βουλγαριστί στην
εκκλησία. Η είδηση, που αναγράφηκε στην βουλγαρική εφημερίδα Suvetnik της Κωνσταντινουπόλεως στις 14 Ιουλ.1864,
προσθέτει ότι οι συλλήψεις έγιναν ύστερα από καταγγελία των Φαναριωτών και των
"Καρακατσαναίων" στους Τούρκους· τη στιγμή μάλιστα της μεταγωγής τους
στις φυλακές των Σερρών, κατά τους βουλγάρους, κάποιος Έλληνας πρόκριτος τους
ζήτησε να αρνηθούν τη γλώσσα και την εθνικότητά τους. Πάντως, αγνοούμε το ρόλο του
αρχιμανδρίτη Κ. Σιλβέστρου, επιτρόπου τότε του Δράμας Αγαθαγγέλου. Την
κατάσταση, που κάθε ήμερα χειροτέρευε, προσπάθησε να εξομαλύνει το Πατριαρχείο
με έκτακτους απεσταλμένους του, ανάμεσα στους οποίους και ο κατοπινός
μητροπολίτης Νευροκοπίου τότε επίσκοπος Βράτζας Νεόφυτος, χωρίς, όμως,
ουσιαστικά αποτελέσματα.
Μπροστά
στο αδιέξοδο πού δημιουργήθηκε και εξαιτίας των συνεχών διαπληκτισμών για την
κατοχή της σχολής, αποφασίσθηκε να κρατήσει η Ελληνική Κοινότητα το ανατολικό
τμήμα της σχολής (παραπλεύρως στο οποίο έκτισε το ελληνικό Παρθεναγωγείο), ενώ
το δυτικό κατέλαβαν οι βουλγαρίζοντες, χωρισμός που κράτησε τριάντα περίπου
χρόνια, ως το 1891 δηλ. οπότε οι Έλληνες, με επικεφαλής τους δασκάλους Ανδρέα
Τοζίδη και Μιχαήλ Χρονίδη, την ήμερα της εορτής των Τριών Ιεραρχών εξεδίωξαν από
τη Σχολή τους Βουλγάρους μαθητές και τους δασκάλους τους. Πάντως, επί αρκετό
διάστημα το ζήτημα αυτό, "το σχολικό ζήτημα" όπως μνημονεύεται στα
πρακτικά και τους λογαριασμούς της δημογεροντίας απησχόλησε την Ελληνική
κοινότητα που καλούνταν να συνεισφέρει για την καλύτερη επίλυση του, η τουρκική
κυβέρνηση είχε επιβάλει στους Έλληνες ένα είδος αποζημιώσεων στην βουλγαρική κοινότητα.
Όσο για τον μητροπολιτικό ναό της Θεοτόκου, και εδώ με παρέμβαση των αρχών, αφού
αρχικά αποδείχθηκε ανεφάρμοστη η εκ περιτροπής ελληνιστί και βουλγαριστί
λειτουργία, καθιερώθηκε στη συνέχεια να ψάλλεται από τον δεξιό χορό ελληνιστί και
από τον αριστερό βουλγαριστί, μέτρο που και αυτό δεν είχε επιτυχία: έτσι τον
Αύγ. του 1871 νέα επεισόδια που έλαβαν χώρα στο ναό υπεχρέωσαν την τουρκική
διοίκηση να τον κλείσει επ’ αόριστον.
Μόνον
το 1872, και χάρη στις ενέργειες του Χριστάκη Ζωγράφου, εκδόθηκε βεζυρική
διαταγή για να δοθεί ο μητροπολιτικός ναός της Παναγίας ατούς πολυπληθέστερους
που ήταν οι Έλληνες, ενώ οι Βούλγαροι αρκέσθηκαν στο ναό των Ταξιαρχών στη
συνοικία Κουμσάλ. Αργότερα, θα ιδούμε με ποιόν τρόπο, κατόρθωσαν να κτίσουν
ιδικό τους ναό στην καρδιά της ελληνικής συνοικίας.
Στο
μεταξύ, όμως, σιγά, άλλα σταθερά οι Βούλγαροι οργάνωσαν την παρουσία τους στο
Νευροκόπι και φανάτισαν τους βουλγαριστές, οι οποίοι ανεθάρρησαν περισσότερο με
την εμφάνιση, κατά τις αρχές του 1870, των πρώτων βουλγαρικών ομάδων στην
περιοχή Νευροκοπίου που κυκλοφορούσαν αρχικά ως εμπορευόμενοι. Δύο χρόνια
αργότερα, το 1872, Βούλγαροι της περιοχής Μελενίκου και Νευροκοπίου υπέγραψαν ότι
επιθυμούσαν να προσέλθουν στο σχίσμα, ορισμένοι μάλιστα, από αυτούς μετείχαν
στις προεργασίες που έλαβαν χώραν στην Κωνσταντινούπολη και από τις οποίες εξεπήδησε
η βουλγαρική Εξαρχία.
Αυτήν
την εποχή από βουλγαρικής πλευράς διακρίνονται για την προώθηση των σκοπών της
βουλγαρικής Εξαρχίας, πάντα βέβαια στην επαρχία Νευροκοπίου, ο πολύς Boris Sarafof και ο Stefan
Vercovic. Ο Sarafof γεννήθηκε στο Νευροκόπι, σπούδασε
στην Βουλγαρία και στη συνέχεια διηύθυνε την Βουλγαρική εκπαίδευση σε όλη την
Μακεδονία. Ο Sarafof
θεωρείται διοργανωτής της βουλγαρικής προπαγάνδας στον ίδιο χώρο και εργάσθηκε με
όλες του τις δυνάμεις για την Ένωση της Μακεδονίας με την Βουλγαρία. Ο Vercovic ,που έδρασε στις Σέρρες και στο
Νευροκόπι, απ’ όσο προκύπτει από τα έγγραφα της εποχής, ήταν σε μιαν περίοδο
(1868) επικεφαλής των Βουλγάρων του Νευροκοπίου· ο ίδιος αργότερα (1872)
προσπαθούσε να συνεννοηθεί με την σερβική κυβέρνηση για την προετοιμασία
επαναστατικών κινήσεων Βουλγάρων του Μελενίκου και του Νευροκοπίου στα βουνά του
Πιρίν.
Ολίγο
αργότερα το βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα θα αναπτυχθεί με ιδιαίτερη ένταση
στην περιοχή Σερρών, Νευροκοπίου, Μελενίκου και Ραζλοκίου, όπου θα δράσουν οι γνωστοί
αρχηγοί ανταρτικών ομάδων Πέτρε Μήλεφ από το Ραδομίρ της Βουλγαρίας, με υπαρχηγούς
τους Αϊκόνωφ και Αρναούτωφ, και στο Ραζλόκι ο Γκιόρκι Πετρόφσκι και ο Μπακάλωφ.
Γνωστοί για τη δράση τους στην ίδια περιοχή ήταν ο διαβόητος Jane Sandansky, ο A. Dukov, ο Ch. Kuslev, ο Ivan Anastasov Gstseto, ο Atanas Tsernovali. Σε κάποια στιγμή, το 1896,
εμφανίσθηκε στην περιοχή για να προστατεύσει τους ελληνικούς πληθυσμούς το σώμα
του Τάκη Λελούδα από την Χαλκιδική, αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε περισσότερες
ειδήσεις για τη δράση του εκεί. Oι
Βούλγαροι, στο μεταξύ, οργανώθηκαν καλύτερα με κέντρο την ίδια την Μητρόπολή
τους και με επικεφαλής τον μητροπολίτη τους (βλαδίκα) Ιλαρίωνα που έφερε πλήθος
δασκάλων, ιερέων, θεολόγων για την αρτιότερη και συστηματικότερη απόδοση των σχεδίων
τους. Ακόμη και βουλγαρίζοντες μοναχοί από το Άγιον Όρος που πέρασαν στο σχίσμα
βοήθησαν τον βλαδικά για την προώθηση των επιδιώξεών του.
Από
ελληνικής πλευράς, τώρα, απέναντι στην διογκούμενη βουλγαρική εθνικιστική
κίνηση δεν υπήρξε απ’ όσο γνωρίζουμε, αρχικά τουλάχιστον, η παραμικρή αντίδραση
και το σφάλμα αυτό πρέπει, κατά μιαν άποψη, να αποδοθεί και στις λανθασμένες εκτιμήσεις
του Προξένου Σερρών Ιω. Στουρνάρα. Θα άξιζε, όμως, να σημειώσουμε εδώ ότι ακόμη
από το 1878 ο Γενικός Πρόξενος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Βατικιώτης, υποστηριζόμενος
θερμά από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ, τον μετέπειτα Πατριάρχη και από
άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτες και μέλη των Ελληνικών Κοινοτήτων της Μακεδονίας,
πίεζε την ελληνική κυβέρνηση και τα επαναστατικά κομιτάτα των Αθηνών για την
αποστολή εθελοντικών σωμάτων στην Μακεδονία· τα σώματα αυτά, σύμφωνα με το σχέδιο
του Βατικιώτη, θα δρούσαν στην ανατολική Μακεδονία (ανάμεσα στον Σταυρό και
στην Καβάλλα) με επιδίωξη να ξεσηκώσουν την περιοχή Σερρών-Νευροκοπίου-Στρώμνιτσας,
στην Χαλκιδική και στο Λιτόχωρο.
Η
πρόταση αυτή, όπως είναι άλλωστε γνωστό, δεν υλοποιήθηκε και έτσι δημιουργήθηκε
η κατάσταση που θα ιδούμε στη συνέχεια και την οποία ευνόησε η συνθήκη του
αγίου Στεφάνου και το σχέδιο του Ιγνάτιεφ που οραματιζόταν με τα πανσλαβιστικά
του σχέδια ένα βουλγαρικό κράτος που στα ΝΑ θα εκτεινόταν στη γραμμή Μοναστήρι-Θεσσαλονίκη-Νευροκόπι-Μελένικο.
Και για να επιστρέψουμε στις εκτιμήσεις του Στουρνάρα θα πρέπει να ειπούμε ότι,
μολονότι πληροφορούνταν, άλλα και έβλεπε ο ίδιος την κάθοδο βουλγαρικών ομάδων
στις περιοχές της ευθύνης του, ούτε προβληματίσθηκε για τις συνέπειες των
δραστηριοτήτων τους, ούτε συνέστησε στο εθνικό κέντρο τη λήψη ανάλογων μέτρων με
την αποστολή, δηλονότι, ελληνικών ανταρτικών ομάδων. Ο Στουρνάρας είχε, βέβαια,
τους λόγους του να πιστεύει στην ακλόνητη θέση του Ελληνισμού στις Σέρρες, αλλά
τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά στην περιοχή Μελενίκου και Νευροκοπίου.
Ο
Βασίλης Λαούρδας συνοψίζει ότι στην περιοχή των Σερρών η κατάσταση ως τα 1906
χαρακτηριζόταν πρώτον από έλλειψη πολιτικής, ένοπλης οργανώσεως και καταλλήλων
αρχηγών, δεύτερον από αδράνεια των υπευθύνων που πίστευαν στην υπεροχή του Ελληνισμού
και στην εθνική αντοχή του και τρίτον από την τουρκική ανοχή απέναντι στις
βουλγαρικές ωμότητες και την ευρωπαϊκή ευνοϊκή στάση απέναντι στην Βουλγαρία. Η
κατάσταση άλλαζε με την τοποθέτηση στο Προξενείο Σερρών του έμπειρου διπλωμάτη Αντ.
Σακτούρη, που είχε ήδη υπηρετήσει στο Προξενείο Σκοπίων και εμφορούνταν από τις
ίδιες ανησυχίες και τους προβληματισμούς του προϊσταμένου του Λάμπρου Κορομηλά,
Γενικού Προξένου Θεσσαλονίκης, που είχε αντικαταστήσει τον ηττοπαθή Ευγενιάδη.
Μετά
το 1906 εμφανίσθηκαν οργανωμένες ανταρτικές ομάδες με εμπειροπόλεμους αρχηγούς
που ανεπτέρωσαν το ηθικό των Ελλήνων που ζούσαν στην περιοχή των Σερρών,
Μελενίκου, Νευροκοπίου. Ο μητροπολίτης Θεοδώρητος σημειώνει στο ημερολόγιο του
για την εμφάνιση των ομάδων αυτών: "14
Ιουλίου 1907. Σήμερον εκ κυβερνητικού τηλεγραφήματος εγνώσθη ενταύθα η απαισία
είδησις ότι εν μέν τη Κάτω Καμενίκη κατεστράφη 5μελές ελληνομακεδονικόν σώμα, εν
δέ τη Δοβίτζη, έτερον 6μελές δια προδοσίας". Μετά λοιπόν το 1906
άρχισε η κίνηση των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή, άλλα χρειάζεται πολύς
δρόμος ακόμη να διανυθεί για την καλύτερη γνώση της σύνολης προσφοράς τους οπωσδήποτε,
όμως, η αρχή έχει γίνει και ο Βρεττανός ιστορικός D. Dakin έχει ανοίξει για
καλά τον δίαυλο προς την κατεύθυνση αυτήν. Δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητη όμως
και η πληροφορία ότι ήδη από το 1902 κυκλοφορούσαν φήμες για τις προθέσεις ορισμένων
Ελλήνων των περιοχών αυτών να δημιουργήσουν αντάρτικα σώματα και να κτυπήσουν
τους ένοπλους εξαρχικούς προστατεύοντας, ταυτόχρονα, τους συμπατριώτες τους. Το
σημειώσαμε και αλλού στην παρούσα μελέτη ότι η παρουσία του δυναμικού Βλαδίκα Ιλαρίωνα
και η ανέγερση βουλγαρικής εκκλησίας στο μέσο των ελληνικών οικιών, στο
Νευροκόπι είχε μεγάλη επίδραση στην πολύμορφη ανάπτυξη της εξαρχικής προπαγάνδας.
Θα
συμπληρώσουμε εδώ με ολίγες πληροφορίες, όσες εντοπίσαμε σχετικά με την
υπόλοιπη ξένη θρησκευτική προπαγάνδα. Και πρώτα την ρουμανική, η οποία στο Νευροκόπι
θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και ως ανύπαρκτη. Έτσι, από αναφορά του
Θεοδωρήτου της 25 Νοεμβ.1905 μαθαίνουμε ότι στην πόλη υπήρχαν 22-24 βλαχόφωνες
ελληνικές οικογένειες και καμία ρουμανίουσα, στην Στάρτιστα 18-20 και στο Παπάς
Τσαΐρ 120, χωρίς, όμως, να έχουν επηρεασθεί από τους Ρουμάνους πράκτορες. Στο
Νευροκόπι, ιδιαίτερα μόνον 12 οικογένειες μιλούν κατ’ οίκον την βλάχικη, ενώ οι
υπόλοιπες την ελληνική, αφού οι μητέρες είναι Ελληνίδες. Το Πατριαρχείο, έξαλλου,
που παρακολουθούσε άγρυπνα τις δραστηριότητες της ρουμανίζουσας προπαγάνδας, με
έγγραφο της Συνόδου από 1 Ιουλίου 1905 είχε πληροφορήσει έγκαιρα την μητρόπολη
Νευροκοπίου για τον κίνδυνο που απορρέει από αυτήν σε βάρος των εθνικών συμφερόντων
συστήνοντας, ταυτόχρονα, τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της και στέλνοντας
αντίγραφο του γνωστού σουλτανικού ιραδέ για την αναγνώριση των Αρωμούνων ως
ξεχωριστής εθνότητας (1905) καθώς και την δριμύτατη πατριαρχική απάντηση της 27
Ιουν. 1905. Υπήρξε, ακόμη, και η προτεσταντική προπαγάνδα για την οποία
μπορέσαμε να εντοπίσουμε δύο μόνο πληροφορίες: η πρώτη αναφέρεται στις
δραστηριότητες των Hagkell
καί House,
οι όποιοι, αφού ίδρυσαν κέντρο στην Θεσσαλονίκη, το 1894, μετέφεραν τις
δραστηριότητες τους στο Νευροκόπι, Δράμα και αλλού∙ χωρίς, πάντως, να
γνωρίζουμε τα αποτελέσματα αυτών των δραστηριοτήτων.
Η
δεύτερη άφορα στην Εταιρεία των Φίλων πού είχε δράσει στην περιοχή Νευροκοπίου και
όπου ο Mrs
King Lewis είχε μοιράσει σε 5 χωριά 1500
στερλίνες. Θα πρέπει, όμως, τελειώνοντας το παρόν κεφάλαιο να σημειώσουμε ότι το
Πατριαρχείο με την από 26 Αυγούστου 1902 επιστολή του προς τους μητροπολίτες, επεσήμανε
τους κινδύνους από τη δράση της ξένης προπαγάνδας και τους τρόπους που μηχανεύεται
για τον προσηλυτισμό.
Πηγή: «Η Περιφέρεια Νευροκοπίου κατά τον
Μακεδονικό Αγώνα», έργο του Αθανάσιο Καραθανάση το οποίο συνέγραψε κατά το έτος
1987.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Η ΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ ΤΟ 1944
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ 15.000.000 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου