Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΤΟ ΤΕΛΟΣ TOY ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ

 







ΤΟ ΤΕΛΟΣ TOY ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ



Ριγμένος μέσα σ’ ένα ανήλιαγο και βρώμικο μπουντρούμι του Μουγκάτς στην Αυστρία· βρωμίζει και ψειριάζει ο δοξασμένος συνταγματάρχης και ήρωας της λευτεριάς, Αλέξαντρος Υψηλάντης. Κάθε βράδυ τον βγάζουν απ' το κελί του μια ώρα να παίρνει καθαρό αέρα σ’ ένα μέρος που υπήρχαν τα αποχωρητήρια του στρατού. Η τροφή του είναι φρικτή. Αναζητά ένα κομμάτι ξερό ψωμί να χορτάσει την πείνα του. Και πάνω στη βρώμα και την πείνα μπαίνει και ένα τρίτο κακό. Το βρογχικό άσθμα σε βαριά μορφή. Ο πατριωτισμός του όμως δεν κλονίζεται. Παρακαλεί σε γράμμα του τον τσάρο της Ρωσίας, Αλέξαντρο: «Μια και μόνη τιμή ζητάω, Μεγαλειότατε. Να αποθάνω σ’ αυτήν (την πατρίδα) και υπέρ αυτής!..»

Και στον Κατακουζηνό, το Δεκέμβριο του 1826, γράφει: «Να δώσει ο Θεός να ασπαστώμεν μιαν ημέραν εις το μακάριον έδαφος της πατρίδος. Όλες μου οι σκέψεις εκεί είναι...»

Στις 22 Νοεμβρίου 1827 αποφυλακίζεται, αλλά είναι πια ένα σωστό σωματικό ερείπιο. Τον πηγαίνουν στο ξενοδοχείο «χρυσό αχλάδι». Γράφει από κει στον αδελφό του Δημήτριο: «Πεθαίνω, αλλά η αγαπημένη μου πατρίδα σώζεται!..»

Καταλαβαίνει πως πλησιάζει το τέλος του και λέει μια μέρα στο Λασσάνη, το γραμματικό του: «Να στείλετε τουλάχιστον την καρδιά μου στην Ελλάδα. Ανήκε πάντοτε εις την πατρίδα μου να αποδοθεί εις τον ελεύθερον χώρον της

19 του Γενάρη του 1828. Είναι από μέρες κατάκοιτος και η δύσπνοια δυνάμωσε επικίνδυνα. Στις πέντε το απόγευμα μπήκε στην κάμαρά του ο Λασσάνης, κρατώντας μια αυστριακή εφημερίδα.

Τι νέα γράφει; Τον ρώτησε.

Ο Λασσάνης του απάντησε, πως ο Καποδίστριας ξεκίνησε για την Ελλάδα.

Δόξα σοι ο Θεός, είπε, με όση δύναμη μπορούσε.

Λίγο αργότερα άρχισε να ζαλίζεται. Παρακάλεσε το Λασσάνη να του τρίψει το χέρι και ύστερα άρχισε να απαγγέλνει αργά, ρυθμικά το «πάτερ ημών». Δεν πρόλαβε όμως να το τελειώσει. Ο ευγενής ήρωας και μάρτυρας της λευτεριάς, είχε ξεψυχήσει.

θα ήταν όμως παράλειψη μεγάλη, αν παράλληλα με το μνημόσυνο του μεγάλου αρχηγού δεν ιστορούσαμε και τις τελευταίες στιγμές της ζωής των δυο άξιων συντρόφων και παλικαριών του, του Γιάννη Φαρμάκη και του Γιωργάκη Ολύμπιου.

8 Σεπτέμβριου 1821. Η κοιλάδα του Σέκκου μαυρολόγησε από τούρκικα φουσάτα. Ο Φαρμάκης και ο Ολύμπιος ύστερα από σκληρές μάχες αποτραβήχτηκαν με τα παλικάρια τους στο μοναστήρι του Σέκκου. Ο Φαρμάκης κλείστηκε στην εκκλησιά και ο Ολύμπιος στο καμπαναριό. Γίνονται και από κει μάχες θανατερές. Ο Φαρμάκης βλέπει πως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα και πιστεύει στις προτάσεις των εχθρών να παραδοθεί και ν’ αφεθεί ελεύθερος, με τους συντρόφους του.

Μπαίνουν οι Τούρκοι στην εκκλησιά. Ο Ολύμπιος φωνάζει τότε στους δικούς

του:

Εγώ θα μείνω εδώ και θα λιώσω. Αν θέτε, σεις, βγέτε. Σας ανοίγω ο ίδιος την πόρτα... Ποιοι από σας δέχονται να βρούνε μαζί μου τιμημένο θάνατο;

Τον περιτριγυρίζουν έντεκα. Ταμπουρώνονται πίσω από ένα βαρέλι μπαρούτι. Μπήκαν και πολλοί Τούρκοι και πλησίαζαν.

Αδελφοί, καλήν αντάμωση στον άλλο κόσμο! Φωνάζει ο Ολύμπιος.

Την ίδια στιγμή αδειάζει το πιστόλι του στο βαρέλι και όλοι, φίλοι κι εχθροί, γίνονται κομμάτια.

Αλλά και η κατάληξη του Φαρμάκη ήταν ο αποκεφαλισμός του. Τον πήγανε στην Πόλη, για να χαρεί όλη η τουρκιά· και ύστερα από πολλά βασανιστήρια του κόψαν το κεφάλι.

Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την απόφαση και των δυο αυτών ηρώων να πολεμήσουν στο μοναστήρι του Σέκκου με τούτα τα λόγια:



«Μας ήρθε η άνοιξη πικρή το καλοκαίρι μαύρο,

μας ήρθε κι ο χινόπωρος πικρός, φαρμακωμένος.

Μαζί εσυμβουλεύονταν Γιωργάκης και Φαρμάκης.

‘’Γιωργάκη, έλα να φύγουμε στη Μοσκοβιά να πάμε!

Καλά το λες, Φαρμάκη μου, καλά το συντυχαίνεις.

Μάναι, μου φαίνεται ντροπή κι ο κόσμος θα γελάσει.

Καλύτερ' ας βαστάξουμε σ' αυτό το μοναστήρι’’ ...»



Το κίνημα στη Μολδοβλαχία έσβησε, μα η φλόγα όμως είχε μεταδοθεί παντού. Όπου υπήρχαν καρδιές ελληνικές πυρακτώθηκαν και πήραν φωτιά που ήταν αδύνατο να σβήσει. Να πώς ανιστορά ο Κολοκοτρώνης στον Τερτσέτη τον ενθουσιασμό του: «Άγιο το χώμα εκεινών που την εφεύρηκαν την Εταιρία. Έπεσε εις τα τέσσερα δάχτυλα (τις τέσσερις κοινωνικές τάξεις· άρχοντες, κλήρος, έμποροι, αρματολοί-κλέφτες, λαός) ως μια βροχή, καταποντισμός, η επιθυμία της λευτεριάς μας· Εγώ όταν ήρθε η προκήρυξη του Υψηλάντη, ‘’η σάλπιγγα της πατρίδας σάς κράζει’’, μου φάνηκε πως αντιλάλησε γης και ουρανός, και έβαλα στραβά το φέσι μου, κι έχωσα τη χούφτα μου εις την χούφτα του σπαθιού μου, και έγραψα με γράμματα πύρινα εις την καρδιά μου το αθάνατο, το ευλογημένο όνομα, Αλέξανδρος Υψηλάντης».





Πηγή: «Το ’21 στις πηγές του», με συγγραφέα τον Κώστα Δ. Παπαδημητρίου και υπό την γενική επιμέλεια του Γιάννη Σμυρνιωτάκη.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις