Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΤΟΥ 1821, ΗΣΑΪΑΣ

 







Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΗΣΑΪΑΣ

Επίσκοπος Σαλώνων (Αμφίσσης) 1818-1821



Ο κατά κόσμον Ηλίας, υιός του ιερέως Ευσταθίου και της Αρχόντως, και αδελφός δύο ιερέων, των Ιωάννου και Θεοδοσίου, μεγαλυτέρων κατά την ηλικίαν, εγεννήθη εις Δεσφίναν της Παρνασσίδος κατά το έτος 1778. Εις ηλικίαν είκοσιν ετών, ήτοι τω 1798, εισήχθη ως δόκιμος εις την μεταξύ Δεσφίνης καί Διστόμου I. Μονήν του Τίμιου Προδρόμου, ίνα μετά την κεκανονισμένην δοκιμασίαν καρή μοναχός, εις όν εδόθη το όνομα «Ησαΐας»· βραδύτερον δ’ αποχωρήσας της αδελφότητος ταύτης, ενεγράφη εις την, της Ι. Μονής Οσίου Λουκά Βοιωτίας, τοιαύτην, εις ην διέμενον εις θείος και ο αδελφός αυτού Θεοδόσιος· αυτόθι δ’ ευρισκόμενος εχειροτονήθη εις διάκονον.

Μετά πάροδον ετών, αφού κατά πληροφορίας τινάς μετέβη και εις Ιωάννινα, βλέπομεν τούτον εις Κων/πολιν. Αυτόθι δ’ ευρισκόμενος εγνωρίσθη και μετά του Πατριάρχου Κων/πόλεως Γρηγορίου του Ε’, ως και του προκατόχου αυτού Κυρίλλου του ΣΤ’ (1813-1818), όστις βαθύτατα εκτιμών τούτον τον εχειροτόνησε τω 1818 Επίσκοπον Σαλώνων, υπαγόμενον εκκλησιαστικώς υπό τον Μητροπολίτην Αθηνών, εις διαδοχήν του μέχρι τότε Αρχιερέως τούτων Ιωακείμ, και προς τον οποίον έτρεφε τοιαύτην εμπιστοσύνην, ώστε και μυστικάς ακόμη σκέψεις του να λέγη εις αυτόν.

Εν τοσούτω όμως, ο Ησαΐας κατέστη περισσότερον γνωστός δια την εθνικήν αυτού δράσιν ή την έκκλησιαστικήν τοιαύτην, δια την οποίαν ελάχιστα γνωρίζομεν μυηθείς εις τα της Φιλικής Εταιρείας, κατά πάσαν πιθανότητα ότε ευρίσκετο εν Κων/πόλει, ειργάσθη υπέρ των σκοπών αυτής, ιδίως όταν ανέλαβε την διαποίμανσιν της Επισκοπής ταύτης· χαρακτηριστική είναι η από 28ης Δεκεμβρίου 1820 επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ προς αυτόν, δια της οποίας τον προτρέπει, όπως μετά συνέσεως και εχεμύθειας εργάζεται προς το συμφέρον της κηρυχθησομένης Επαναστάσεως.

«Εχεμυθείας, αδελφέ, γράφει εν αυτή, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα, οι γάρ χρόνοι πονηροί είσι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ής, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανώνται, δια το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Δι’ ο την αγαθήν εξελέξω μερίδα εμπιστευμένοις πατριώταις τα εχεμυθείας δεόμενα... Πράϋνον τον βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα... Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν... Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατύνει αυτούς, εγγύς δ’ έστι το του Σωτήρος Πάσχα».

Κατ’ Ιανουάριον του 1821 ο ως είρηται Πατριάρχης μετεκαλέσατο εις Κων/πολιν τον Ησαΐαν και τους προϊσταμένους της Ι. Μονής του Οσίου Λουκά, ήτις σημειωτέον απέβη δια την Στερεάν Ελλάδα ό,τι η Αγία Λαύρα δια την Πελοπόννησον, ίνα δήθεν συσκεφθώσι δι’ υποθέσεις της Μονής ταύτης. Ο Ησαΐας λαβών παρά του Πατριάρχου συγκεκριμένας οδηγίας δια τον αγώνα, επέστρεψε κατά Φεβρουάριον εις Πελοπόννησον, όπου διεβίβασε ταύτας εις τους Μητροπολίτας Π. Πατρών Γερμανόν, Ναυπλίου και Άργους Γρηγόριον και Τριπόλεως Δανιήλ, και είτα ελθών εις Λεβάδειαν εγνώρισε ταύτας εις τους Αθηνών Διονύσιον και Ταλαντίου Νεόφυτον. Εν συνεχεία, μεταβάς εις την Μονήν του Οσίου Λουκά συνεσκέφθη μετά του Αθανασίου Διάκου, των προϊσταμένων και αδελφών αυτής, οίτινες εν πλήρει ομοφωνία και πάνυ προθύμως απεφάνθησαν συμμετοχήν εις την Επανάστασιν.

Και άμα τη ενάρξει ταύτης, συνήλθον και αύθις εις αυτήν οι Επίσκοποι Ταλαντίου Νεόφυτος και ο υφ’ ιστόρησιν Ιεράρχης, ο Αθανάσιος Διάκος και άλλοι πρόκριτοι της Βοιωτίας, προς καθορισμόν των λεπτομερειών του αρξαμένου αγώνος και εις την Στερεάν Ελλάδα.

Κατά την 27ην Μαρτίου του 1821 ο Ησαΐας, τελέσας δοξολογίαν εν τη παρά την Άμφισσαν Ιερα Μονή του Προφήτου Ηλιού, εκήρυξε την έναρξιν της εν τη Στερεά Ελλάδι Επαναστάσεως, αναπέμψας ευχάς προς τον Πανάγαθον Θεόν υπέρ ευοδώσεως του αγώνος τούτου, και αποβαλών τα ιερά αυτού άμφια περιεζώσατο τα πολεμικά άρματα, τα όποια έφερε πάντοτε μαζί του, μέχρι της ημέρας του ένδοξου αυτού θανάτου, ενώ κατά την 1ην Απριλίου ο Μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος, τελέσας τοιαύτην εις τον εν Λεβαδεία ιερόν ναόν του Αγίου Γεωργίου, εις την δικαιοδοσίαν του οποίου υπήγετο τότε η Λεβάδεια, ηυλόγησε τα όπλα υψώσας την Ελληνικήν σημαίαν και ευχηθείς ευόδωσιν του απελευθερωτικού αγώνος, όστις όμως δεν ηυτύχησε να ίδη την αισίαν τούτου έκβασιν, διότι απέθανε κατά Μάϊον του 1823, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον ούτος μετά των, υπ’ αυτόν, Επισκόπων Ταλαντίου Νεοφύτου και Σαλώνων Ησαίου και του Αθανασίου Διάκου απετέλουν την Επαναστατικήν της Ανατολικής Ελλάδος επιτροπήν.

Εις το κατά την 20ήν του ιδίου μηνός και έτους συνελθόν εις Χαλκωμάταν πολεμικόν συμβούλιον, ελήφθησαν αποφάσεις περί του τόπου, όπου θα έπρεπε να αμυνθούν, δια να παρεμποδίσουν την εις τα ενδότερα της Στερεάς Ελλάδος κάθοδον των στρατευμάτων του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ Πασά.

Κατ’ αυτό, επί παρουσία και των διασημοτέρων οπλαρχηγών, Δυοβουνιώτου και Πανουργία, κατεστρώθη το σχέδιον της αμύνης των Ελληνικών στρατευμάτων· ούτως, ο Αθανάσιος Διάκος κατέλαβε την Δαμάσταν και τας παρά την οδόν Λαμίας-Αμφίσσης-Θερμοπυλών υπωρείας μετά της γεφύρας της Αλαμάνας· ο Πανουργίας μετά του Ησαΐου τα χωρία Χαλκωμάτα και Μουσταφάμπεγη, και ο Δυοβουνιώτης την γέφυραν του Γοργοποτάμου· αι αντίπαλοι εχθρικαί δυνάμεις συνηντήθησαν κατά την 23ην Απριλίου και συνήφθη μεταξύ αυτών γενική και σφοδροτάτη μάχη, η οποία, προς καιρόν, ατυχώς απέβη μοιραία δια τας Ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις, διότι με την πρώτην κάμψιν του σώματος του Πανουργία οι στρατιώται ου μόνον ετράπησαν εις φυγήν, αλλά και πολλοί εξ αυτών εσφάγησαν, εν οίς και ο Ησαΐας, μετά του αδελφού αυτού ιερέως Ιωάννου και του ανεψιού του, αποκεφαλισθείς υπό Τούρκου στρατιώτου.

Τοιουτοτρόπως ο θεμελιωτής, ούτως ειπείν, της εν τη Στερεά Ελλάδι Επαναστάσεως έπεσε προώρως· όμως η θυσία του αυτή τον κατέταξεν εις την χορείαν των ενδόξων Εθνομαρτύρων, οίτινες κατά καιρούς εκόσμησαν το πάνθεον των Ελλήνων ηρώων, και ευόρκως τα πάντα διαπράξας ανεδείχθη «σκεύος εκλογής», «άριστον τω Πατριάρχη, τη Εκκλησία και τω Έθνει» .



Πηγή: Το κείμενο συνέγραψε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρώην Λήμνου κυρός Βασίλειος (κατά κόσμον Ατέσης Βασίλειος), και κυκλοφόρησε στην περιοδική έκδοση Θεολογία, τεύχ. 42, με τίτλο «Εθνομάρτυρες αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1821-1869».






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις