Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

ΤΑ ΦΡΙΚΤΑ ΜΕΤΡΑ ΒΟΥΡΓΑΡΩΝ ΣΤΗΝ Β. ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

 







ΤΑ ΦΡΙΚΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΒΟΥΡΓΑΡΩΝ ΣΤΗΝ Β. ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΑΤΟΧΗΣ



Τα μέτρα κατά των Ελλήνων.

Με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας της Βουλγαρίας συνεστήθη Ειδική Εκπαιδευτική Περιφέρεια Αιγαίου και διαιρέθηκε σε πέντε εκπαιδευτικές επιθεωρήσεις. Τα Ελληνικά Σχολεία έκλεισαν. Ιδρύθηκαν Βουλγαρικά Σχολεία δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως. Οι δάσκαλοι μετετίθεντο από το εσωτερικό της Βουλγαρίας και ελάμβαναν επιπλέον 50% επί του μισθού τους, ενώ παρακολουθούσαν ειδικά επιμορφωτικά σεμινάρια· για να λειτουργήσουν ως προπαγανδιστές του Βουλγαρικού πολιτισμού και όργανα της αφομοιωτικής πολιτικής.

Στις 12 Μαΐου 1941 καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα η βουλγαρική. Οι ονομασίες πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών αλλάζουν. Με διάταγμα ωρίσθηκε η αντικατάσταση όλων των ελληνικών επιγραφών στους δρόμους και των ελληνικών επωνυμιών των επιχειρήσεων με βουλγαρικές. Τα ελληνικά βιβλία κατασχέθηκαν. Η ανακάλυψη ελληνικού έντυπου συνεπαγόταν την επιβολή σκληρών κυρώσεων.

Η εγκατάσταση Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη άρχισε ταυτόχρονα με την εισβολή των Βουλγαρικών στρατευμάτων. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση επεχείρησε, το φθινόπωρο του 1941, έναν οργανωμένο αγροτικό και οικονομικό εποικισμό και τον Μάρτιο του 1942 ένα σχέδιο αθρόας εγκαταστάσεως χιλιάδων Βουλγάρων εποίκων στην περιοχή μεταξύ Στρυμώνος και Νέστου. Από τούς Έλληνες αφαιρέθηκε το 1/2 του γεωργικού τους κλήρου, τα αποθέματα των ζωοτροφών τους και τα εργαλεία τους. Παρ’ όλα αυτά, επειδή οι περισσότεροι έποικοι ήσαν εξαθλιωμένοι Βούλγαροι που ήλθαν από καιροσκοπισμό ή είχαν επιστρατευθή από την Βουλγαρική Κυβέρνηση, η εγκατάσταση των εποίκων ήταν προσωρινή. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1943 και μετά εκδηλώθηκε κύμα επιστροφής πολλών από αυτούς στις παλιές εστίες τους.

Ακόμη, έγινε προσπάθεια να μετονομασθούν οι κάτοικοι των περιοχών και να μετατρέπουν τα ελληνικά βαπτιστικά τους ονόματα στα αντίστοιχα βουλγαρικά, με απόφαση μάλιστα της Συνόδου της Εκκλησίας της Βουλγαρίας κατά τον Δεκέμβριο του 1942. Παράλληλα, επιχειρήθηκε η αλλαγή όλων των ελληνικών επιθέτων με την προσθήκη σ’ αυτά βουλγαρικής καταλήξεως. Τελικά, αποφασίσθηκε η μεταβολή των επωνύμων μόνο όσων εδήλωναν βουλγαρική εθνικότητα.

Τον Ιούνιο τού 1941 οι Βούλγαροι εφάρμοσαν τα Τάγματα Εργασίας (ντουρντουβάκια), που έστελναν άνδρες στο εσωτερικό της Βουλγαρίας για την εκτέλεση καταναγκαστικών έργων, και την πολιτική επιστράτευση ανδρών έως και 60 ετών για υποχρεωτική άμισθη εργασία σε δημόσια έργα εντός των ορίων της κατεχόμενης περιοχής.

Ακολούθησε η δήμευση των περιουσιών των Ελλήνων, που δεν ευρίσκονταν στις εστίες τους, που απελαύνονταν ή μετανάστευαν, των εμπορευμάτων και της γεωργικής παραγωγής, που θεωρήθηκαν πολεμική λεία. Η φορολογία που επιβλήθηκε στον Ελληνικό πληθυσμό ήταν βαρύτατη, σκληρή και αυθαίρετη. Πλήθος παρεκτροπές σε βάρος του Ελληνικού Λαού: Ληστείες, κακοποιήσεις, βασανισμοί, δολοφονίες, συλλήψεις, βιασμοί, διαρπαγές, συστηματικός υποσιτισμός. Οι Έλληνες ελάμβαναν επισιτιστικό δελτίο με το οποίο δικαιούνταν ημερησίως 200 γραμμάρια καλαμποκίσιου ψωμιού οι ενήλικες και 100 γραμμάρια οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά μέχρι 15 ετών. Η βουλγαρική πολιτική διακρίσεως έφθασε ως το σημείο να απαγορευθή, το 1943, η πώληση σε Έλληνες βασικών προϊόντων διατροφής, όπως το γάλα, γιαούρτι, κρέας, ψάρι. Τόσο από την πείνα όσο και την έλλειψη φαρμάκων, ο Ελληνικός πληθυσμός ευρισκόταν σε ιδιαίτερα άσχημη κατάσταση υγείας. Οι Βουλγαρικές Αρχές απαγόρευσαν στην περιοχή ακόμη και την είσοδο κλιμακίου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

Η τρομοκρατία και η πείνα άρχισαν να αποδεκατίζουν τον πληθυσμό.

Αναφέρει χαρακτηριστικό ο Μητροπολίτης Καστορίας Νικηφόρος:

«...Τα μεγαλύτερα δεινά επέπρωτο να δοκιμάση η ταλαίπωρος Πατρίς μας εν καιρώ της Κατοχής (1941-1944), διότι επέπεσαν επί τον τραχήλου της όλοι οι εχθροί της, Ιταλοί, Γερμανοί, Βούλγαροι κλπ. απηνείς και άγριοι, ο εις χειρότερος του άλλου. Είναι ανεκδιήγητα τα μαρτύρια, τα οποία υπέστη η Πατρίς μας κατά την τετραετή περίπου κατοχήν και απειράριθμα τα ανθρώπινα θύματα, τα οποία έσχε κατά το διάστημα τούτο αφ’ ενός μεν από την πρωτοφανή πείναν εις την οποίαν μας επέβαλον οι εχθροί, αφ’ έτερου δε από τας αθρόας εκτελέσεις, βομβαρδισμούς κλπ. Μόνον η ιδική μας εδώ πόλις (της Καστοριάς) και περιφέρεια αριθμεί εν όλω περί τα 600 θύματα, μεταξύ των οποίων και 9 ιερείς...».

Για το θέμα γράφει σχετικά, το 1942, ο Αμερικανός Γενικός Πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη Σ. Χόνακερ:

«Από τον Απρίλιο τον 1941 η Βουλγαρία επεχείρησε να αναμορφώση την περιοχή κατά τα δικά της μέτρα. Οι μέθοδοι που εχρησιμοποίησε μέχρι σήμερα, για να επιτύχη τον στόχο της είναι πασίγνωστες: σφαγές, αναγκαστικοί μαζικοί εκτοπισμοί, κτηνώδη αντίποινα».

Η φωνή του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού υψώνεται ενάντια στους Κατακτητές και τις θηριωδίες τους:

«Είναι πρόδηλον, ότι την φοράν αυτήν δεν πρόκειται πλέον περί προσβολής της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας.... Τοιούτον ζήτημα, επί του παρόντος, δεν υπάρχει, δεδομένον, ότι, προσκαίρως, εξωντώθη εκείθεν σύμπας ο ορθόδοξος Ελληνικός Κλήρος, οι Ιεροί Ναοί παρεβιάσθησαν, η ελληνική φωνή εφιμώθη, γενικώς δε οι μεν Ποιμένες της Εκκλησίας επατάχθησαν, τα δε πνευματικά αυτής τέκνα διεσκορπίσθησαν μακράν των εστιών και των ιερών αυτών.

Σήμερον πρόκειται περί θέσεως εις εφαρμογήν του ευρυτέρου πολιτικού σχεδίου του πλήρους εκβουλγαρισμού των Ελληνικών εκείνων επαρχιών... και του σχεδίου τούτου η ολοκλήρωσις επιδιώκεται άνευ δισταγμών και εν πάση σπουδή· ίνα το σκοπούμενον αποτέλεσμα επέλθη, κατά την διάρκειαν της εκ του πολέμου προκυψάσης ανωμαλίας και συγχύσεως, επί τω τέλει δημιουργίας “τετελεσμένου γεγονότος”».





Πηγή: Η Γ’ έκδοση του μνημειώδους έργου του Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίον φέρει τον τίτλο «Μνήμες και μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή». Το παρόν είναι από τον Α’ τόμο.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις