Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΡΒΑΚΗ

 






Ο ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΡΒΑΚΗ



Ιωάννης Βαρβάκης

Στο μικρό μα δοξασμένο νησί των Ψαρών πρωταγνάντεψε τον ήλιο ο Βαρβάκης. Δεν είναι γνωστό ποιο χρόνο ακριβώς γεννήθηκεˑ Πάντως γεννήθηκε γύρω στα 1750 και είναι σύγχρονος με τους Ζωσιμάδες. Ήταν γιος του Ανδρέα Βαρβάκη, που λογαριαζόταν ένας από τους οπωσδήποτε πλούσιους Ψαριανούς.

Η χαρά και το παιγνίδι των νησιωτόπουλων είναι η θάλασσα. Με τα τρελλά και ναζιάρικα κυματάκια της θα παιγνιδίση χαρούμενη, κι ασυγκράτητη η φαντασία τους. Πάνω σ’ αυτά θα τρέξουν οι ψεύτικες βαρκούλες τους. Μ’ αυτά, σαν τα κορμιά τους μεστώσουν, θα παραβγούν στο τρέξιμο. Με την άμμο και τα βοτσαλάκια θα χτίσουν τα ψεύτικα παιδικά τους παλατάκια. Κάτω από τις πέτρες της θάλασσας θα μαζέψουν τα καβούρια τους και στα γαλανά νερά της θα ξεσφεντονίσουν την πετονιά τους. Αυτή θα φέρη τον πατέρα από τα ξένα με τα χίλια δυό καλούδια. Σ’ αυτή τέλος θα ξεχαστούν θεονήστικα παίζοντας και μ’ αυτήν θα κρυφομιλήσουν στα ηλιογέρματα.

Πώς λοιπόν να μη την αγαπήσουν;

Το ίδιο κι ο Βαρβάκης. Αγναντεύοντας καθημερινά την απέραντη θάλασσα με τα άγνωστά της κάλλη την αγάπησε. Μαγεμένος από την απεραντοσύνη της και σπρωγμένος από το ζωηρό του χαρακτήρα προτίμησε, νεαρός ακόμα, να γίνη ναυτικός. Παιδόπουλο αποφάσισε να ζήση τη ζωή των θαλασσινών. Μιά ζωή γεμάτη θέλγητρα και μάγια, αλλά και γεμάτη καημούς και κινδύνους.

Σαν ναυτικός ο άγουρος Βαρβάκης γεννούσε το θαυμασμό με την τόλμη, που έδειχνε στους κίνδυνους και την περιφρόνηση στο θάνατο. Κι η ιστορία συνεχίζεται.

Τα χρόνια γύρω στα 1770 είναι η εποχή, που οι Έλληνες θαλασσινοί είχαν αρχίσει να ξεχύνωνται στη θάλασσα και με τον καιρό να αποκτούν σπουδαία, ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο. Είναι τα χρόνια, που αρχίζουν να κτίζωνται τα θεμέλια του ελληνικού εμπορικού στόλου. Του στόλου, που πενήντα χρόνια ύστερα θα γίνη ο φόβος κι ο τρόμος των τουρκικών πολεμικών καραβιών. Τα νησιά του Αιγαίου και ιδίως η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά αποκτούν πολλά εμπορικά καράβια, που σχίζουν παντού τη Μεσόγειο.

Ανάμεσα στους άλλους Ψαριανούς, που είχαν δικό τους καράβι, στα χρόνια αυτά, ήταν κι ο Ιωάννης Βαρβάκης. Εικοσάχρονο παλληκαράκι κι είχε αποκτήσει δικό του καράβι και αρκετή περιουσία.

Ήρθε όμως η επανάσταση του 1770. Οι σκλαβωμένοι Έλληνες, που πάντα λαχταρούσαν για λευθεριά, ξεσηκώθηκαν. Πίστεψαν τις υποσχέσεις της μεγάλης αυτοκρατόρισσας της Ρωσίας Αικατερίνης, πως θα τους βοηθήση.

Στην άτυχη αυτή επανάσταση, μαζί μ’ άλλους Έλληνες πήραν μέρος κι οι ηρωικοί Ψαριανοί. Μαζί τους πρώτος και καλύτερος ο νεαρός, μα διψασμένος για λευθεριά, Βαρβάκης. Μετάτρεψε το καράβι του σε πολεμικό, προσθέτοντας του κανόνια, και ρίχτηκε ολόψυχα στον αγώνα για το ξεσκλάβωμα της σκλαβωμένης Ελλάδας. Πλέοντας μ’ άλλους Ψαριανούς (τον Καραπατάκη, το Μανώλαρο, το Σαριγιάννη, τον Καλλιμέρη) στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο είχε γίνει ο φόβος των Τουρκικών καραβιών.

Το μικρό όμως καράβι του Βαρβάκη, που ήταν το μεγαλύτερο από τα ψαριανά, δε γέμιζε την ψυχή του. Δεν τα έβγαζε εύκολα πέρα με τα μεγάλα πολεμικά των Τούρκων. Μιά και δυό, λοιπόν, ετοιμάζει (1774) τρικάταρτο καράβι και τ’ αρματώνει με 26 κανόνια. Έτσι θα μπορούσε να κάμη καλλίτερα τη δουλειά του.

Το καινούργιο όμως τούτο καράβι στάθηκε πολύ άτυχο. Ούτε που πρόφθασε να το χαρή ο Βαρβάκης. Η Αικατερίνη, που είχε ξεσηκώσει τους Έλληνες σε επανάσταση, έκλεισε ειρήνη με τους Τούρκους. Κανόνισε τους λογαριασμούς της μαζί τους κι άφησε τους Έλληνες στην τύχη τους. Έτσι οι δύσμοιροι αυτοί, παρατημένοι στα χέρια των Τουρκαλβανών, πλήρωσαν με άφθονο αίμα και καταστροφές τον ασίγαστο πόθο τους για λευθεριά.

Ύστερ’ απ’ αυτό ο Βαρβάκης άφησε τις πολεμικές περιπέτειες. Ήταν άσκοπο να χύνεται χρήσιμο ελληνικό αίμα στα χαμένα. Ρίχνεται και πάλι στη θάλασσα. Ήταν αποφασισμένος να ξαναποκτήση το βιός του, που το είχε χάσει όλο στη θλιβερή εκείνη επανάσταση του 1770.

Ο Βαρβάκης, αφού έκαμε μερικά ταξίδια τράβηξε για την Πόλη με σκοπό να πουλήση το άτυχο καράβι του. Οι Τούρκοι, όμως έμαθαν τον ερχομό του και θέλησαν να τον τιμωρήσουν. Δεν είχαν, βέβαια, ξεχάσει τα όσα κακά τους έκαμε στην επανάσταση. Χωρίς πολλά και λίγα κάνουν κατάσχεση του καραβιού και βάζουν τα δυνατά τους να βάλουν στο χέρι και τον επαναστάτη Βαρβάκη. Ανοιχτομάτης όμως ο Ψαριανός ξεφεύγει μέσ’ απ’ τα χέρια τους. Γλυστρά στη ρωσική πρεσβεία της Πόλης όπου και κρύφθηκε.

Η ρωσική πρεσβεία τον προστάτεψε. Τέλος τον έστειλε κρυφά στην Οδυσσό να γλυτώση τουλάχιστον το κεφάλι του.

Έτσι ο Βαρβάκης, ύστερ’ από μιά ζωή τρικυμισμένη και γεμάτη περιπέτειες, βρέθηκε σε ξένη γη ολομόναχος. Και το χειρότερο απένταρος! Ό,τι του είχε τώρα απομείνει, ήταν μιά θέληση ακατάβλητη να ζήση και να προκόψη.

Πως όμως τώρα να ξεκινήση; Τι να κάμη; Στην Οδυσσό έζησε ώρες φοβερής αγωνίας και στενοχώριας.

Οι άνθρωποι όμως, που ποθούν με όλη τους τη δύναμη να ζήσουν, θα βρουν οπωσδήποτε τρόπο να ζήσουν. Κι ο Βαρβάκης ήταν απ’ αυτούς. Αφού βασάνισε το νου του πολύ, πήρε την απόφαση. Τη μεγάλη και τολμηρή απόφαση να συνάντηση την αυτοκρατόρισσα Αικατερίνη! Ήταν σύμμαχός της στην επανάσταση. Έχασε ό,τι είχε και δεν είχε. Για την Ελλάδα θα πης πολεμούσε. Ναι, πολεμώντας όμως για την Ελλάδα βοήθησε μαζί και τους σκοπούς της Ρωσίας. Είχε χρέος λοιπόν να τον προστατέψη. Τί σημασία είχε, αν ήταν τώρα ένας φτωχός, καταστραμμένος επαναστάτης;

Η απόφαση πάρθηκε. Προβλήματα όμως πελώρια ορθώνονται αμέσως μπροστά του. Πως να συναντήση τη μεγάλη αυτοκρατόρισσα; Αυτή ήταν στην Πετρούπολη! Πως να σχίση την ατέλειωτη ρωσική χώρα από το Νότο στο Βορά; Θα μπορούσε, βέβαια, να πάρη τις συγκοινωνίες, που τότε υπήρχαν. Μα έλα, που δεν υπήρχαν χρήματα;

Και τώρα; Πρέπει ν’ αφήση τον εαυτό του στη διάθεση της καλόγνωμης ή κακόγνωμης μοίρας του; Πρέπει ίσως να πεθάνη; Πρέπει να πάρη τον κατήφορο;

Όχι! Οι άνθρωποι με τη σιδερένια θέληση του Βαρβάκη δεν πεθαίνουν. Ούτε στο έλεος της μοίρας αφήνονται. Πολύ περισσότερο δεν κατρακυλούν στο κακό. Ά, αυτό ποτέ!

Καλύτερος τότε ο θάνατος!

Η λύση υπήρχε. Θα πήγαινε με τα πόδια στην Πετρούπολη ! Θα διέσχιζε πάνω από 1500 χιλιόμετρα. Θα περπατούσε ίσως σαράντα, πενήντα, εξήντα ημέρες. Θα έφθανε όμως μπροστά στην Αικατερίνη. Το τί θα της ελεγε, σαν βρισκόταν μπροστά της, εκείνος ήξερε.

Προσευχήθηκε θερμά στη Μεγαλόχαρη και ξεκίνησε.

Πεζός διέσχισε την αχανή Ρωσία από τον Εύξεινο στο Φιννικό κόλπο, όπου ήταν η Πετρούπολη, το σημερινό Λένινγκράντ! Πεζός, υστέρα από ένα σωρό κακουχίες έφτασε στην Πετρούπολη!

Στο τέρμα όμως του δρόμου του άλλη ατυχία τον περίμενε. Η Αικατερίνη έλειπε. Βρισκόταν στα ανάκτορα του Τσάρσκοε σέλο.

Ο Ακατάβλητος κι αλύγιστος Βαρβάκης ούτε στιγμή δεν τα έχασε. Μπρος στα εμπόδια, κάθε φορά, καινούργιο κύμα αντίστασης και δύναμης ξεχυνόταν στην επιφάνεια της ψυχής του, για να τα ξεπεράση.

Νέο εμπόδιο; Νέα δύναμη κι απόφαση! Θα πήγαινε πεζός και κει. Άλλωστε η νέα απόσταση ήταν τιποτένια μπροστά σε κείνη, που είχε περάσει ως τώρα. Μια μικρή μονάχα δυσκολία παρουσιαζόταν. Η ξυπολισιά. Δεν είχε μείνει τίποτε στα πόδια του! Λεπτομέρεια όμως κι αυτό, μπροστά στο μεγάλο σκοπό να φτάση στα πόδια της αυτοκρατόρισσας!

Τράβηξε λοιπόν στ’ ανάκτορα της Αικατερίνης.

Για να φτάσει όμως κανείς μπροστά σ’ ένα παλάτι και να το θαυμάση απλώς είναι το ευκολώτερο πράμα. Αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Βαρβάκη. Αυτός ήθελε να παρουσιαστή στην Αικατερίνη.

Πως όμως;

Αν και σήμερα ακόμα δεν είναι τόσο εύκολο να μπή κανείς σε παλάτι, πολύ πιο δύσκολο ήταν στα χρόνια εκείνα.

Αλλά είπαμε. Ο τολμηρός νικά. Έτσι κι ο Ιωάννης Βαρβάκης. Κατόρθωσε να βρεθή μπροστά στον απλησίαστο τσαρικό θρόνο! Μπροστά στην ίδια την Αικατερίνη!

Με φωνή ευγενική κι αποφασιστική της διηγήθηκε ποιος είναι. Της ανάφερε για την επαναστατική του δράση στην Ελλάδα και τέλος πως έφτασε μπροστά της.

Η Αικατερίνη έμεινε έκπληκτη μπροστά στα όσα άκουσε. Δεν πίστευε καλά καλά τ’ αυτιά της! Μα ήταν εκεί μπροστά της η σταθερή κι ειλικρινής φωνή του ατρόμητου Έλληνα, που τα βεβαίωνε όλα.

Τόσο πολύ θαύμασε η Αικατερίνη τον αδάμαστο αυτόν άνθρωπο, ώστε αποφάσισε να τον βοηθήση. Διάταξε να του δοθούν αμέσως χίλια ρούβλια. Ποσό, βέβαια, σημαντικό την εποχή εκείνη.

Με τα χρήματα αυτά δε γινόταν πλούσιος ο Βαρβάκης. Μπορούσε όμως να ξεκινήση στη ζωή. Κι αυτός ήταν και της Αικατερίνης ο σκοπός. Να βοηθήση το Βαρβάκη στο πρώτο του ξεκίνημα. Αλλά η Ακατερίνη δε σταμάτησε σ’ αυτό. Εφοδίασε τον τολμηρό Έλληνα με διαταγή, που του έδινε το δικαίωμα να ψαρεύη στην Κασπία Θάλασσα, χωρίς να πληρώνη φόρο.

Φαντάζεται κανείς τώρα τη χαρά του Βαρβάκη βγαίνοντας από την πύλη των ανακτόρων! Χαρά για τα χρήματα, που του εξασφάλιζαν το πρώτο του ξεκίνημα. Χαρά για τη διαταγή, που τον έκανε προνομιούχο ανάμεσα στους άλλους ψαράδες. Χαρά για την εύνοια της αυτοκρατόρισσας. Μα πάνω απ’ όλα γεμάτος από τη χαρά και την ικανοποίηση εκείνη, που δίνει πάντα στον άνθρωπο η επιτυχία κάποιου σκοπού, που τον επεδίωξε με δύναμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια!

Με πλημμυρισμένη λοιπόν την ψυχή από δύναμη και πεποίθηση στον εαυτό του ο Βαρβάκης τραβά για την Κασπία. Στο δέλτα των εκβολών του Βόλγα υπάρχει ένα νησάκι. Σ’ αυτό είναι χτισμένη η πόλη Αστραχάν. Μπροστά της απλώνεται η απέραντη λίμνη της Κασπίας. Σήμερα ο πληθυσμός της ξεπερνά τις 250.000 ψυχές. Στην πόλη αυτή εγκαταστάθηκε ο Βαρβάκης.

Με τα χρήματα που του είχε δώσει η Αικατερίνη άρχισε ο δαιμόνιος Έλληνας να κάνη οινόπνευμα. Σύγκαιρα όμως άρχισε να εκμεταλλεύεται και το προνόμιο της ατέλειας του ψαρέματος.

Στα χρόνια του Βαρβάκη το ξακουστό σήμερα χαβιάρι ήταν άγνωστο ή σχεδόν άγνωστο. Και το σπουδαιότερο, κανείς ως τότε δεν είχε σκεφθή να το εκμεταλλευτή εμπορικά. Κι όμως το τόσο θρεπτικό και εύγεστο αυτό φαγητό ήταν άφθονο μέσα στην απέθαντη Κασπία. Ο Βαρβάκης, που μαζί με την ακατάβλητη θέληση, ήταν προικισμένος και με δυνατό μυαλό, σκέφτηκε να εκμεταλλευτή την άγνωστη αυτή πηγή πλούτου.

Με ζήλο λοιπόν αξιοθαύμαστο οργάνωσε το ψάρεμα των ψαριών εκείνων, που από τα αυγά τους βγαίνει το χαβιάρι. Τα ψάρια αυτά τα λένε οι ντόπιοι «μπελλούγκα». Τα αυγά των «μπελλούγκα» αλατισμένα δίνουν, όπως είπαμε, το πανάκριβο και γαργαλιστικό στη γεύση χαβιάρι. Κι ενώ πριν να καταπιαστή ο Βαρβάκης με το χαβιάρι, αυτό ήταν γνωστό πολύ λίγο, τώρα αυτός, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, το τελειοποίησε και το διέδωσε στο εμπόριο. Η μεγάλη του δραστηριότητα θαυματούργησε. Η κατανάλωση άρχισε σε μεγάλες ποσότητες και το εύγεστο αυτό ορεκτικό πήρε καταπληχτική εξάπλωση.

Αυτό ήταν! Το χρυσάφι άρχισε τώρα γοργά να συγκεντρώνεται στα χέρια του τολμηρού Ψαριανού. Σε λίγο διάστημα είχε αποκτήσει όνομα κι είχε γίνει ένας από τους πιο σπουδαίους έμπορους του Αστραχάν.

Οι εργασίες του πήγαιναν θαυμάσια! Ο πλούτος του ολοένα και μεγάλωνε, ολοένα και πολλαπλασιαζόταν.

Στο μεταξύ αγόρασε τρία νησάκια μέσα στην Κασπία Θάλασσα, απ’ όπου διεύθυνε όλη τον την επιχείρηση. Και το χρυσάφι όλο και πιο πολύ γέμιζε το χρηματοκιβώτιο του Βαρβάκη.

Ο Βαρβάκης, όταν πια στερεώθηκε οικονομικά, άνοιξε διάπλατα την μεγάλη του χριστιανική ψυχή! Άδικα δεν ήταν χριστιανός κι άδικα δε σώρεψε τον πλούτο του.

Το πρώτο συναίσθημα, που γεννήθηκε μέσα του, ήταν της ευγνωμοσύνης. Ευγνωμοσύνη για τη θετή του πατρίδα, που του έδωσε τα μέσα να γίνη πλούσιος.

Σ’ αυτή, πρώτα έστρεψε την αγαθοεργή του δράση. Με χρήματά του, λοιπόν, έκτισε στο Αστραχάν γεφύρια, καμπαναριά, εκκλησίες. Το σπουδαιότερο όμως έργο του είναι τούτο:

Έξω από την πόλη υπήρχε στα χρόνια κείνα έκταση μεγάλη βαλτωμένη. Οι συνέπειες του βάλτου αυτού ήταν καταστρεπτικές για την υγεία των κατοίκων του Αστραχάν. Την έκταση αυτή ο Βαρβάκης με χρήματά του την αποξήρανε. Έτσι απάλλαξε τους κατοίκους από τη θανατηφόρα πνοή της.

Το ανθυγιεινό όμως κλίμα της περιφέρειας του Αστραχάν πείραξε την υγεία του Βαρβάκη. Γι’ αυτό έφυγε κατά το 1800 και εγκαταστάθηκε στο Ταϊγάνι. Η πόλη, χτισμένη στην Αζοφική θάλασσα, είχε συγκεντρώσει πολλούς Έλληνες, όπου με το εμπόριο είχαν πλουτίσει. Και στο Ταϊγάνι ο Βαρβάκης σκόρπισε το χρήμα του με απλοχεριά, για διάφορους χριστιανικούς σκοπούς. Σε 1,1/2 εκατομμύριο ρούβλια υπολογίζονται γενικά τα χρήματα, που ξόδεψε ο Βαρβάκης, ως το 1816, για τις δυο αυτές πόλεις. Εξ άλλου Έλληνες των δυο αυτών πόλεων, που είχαν ανάγκη από υποστήριξη ευεργετήθηκαν ποικιλότροπα από το Βαρβάκη.

Η Ρωσία ευγνωμονώντας διόρισε το Βαρβάκη επαρχιακό αρχηγό όλων των ευγενών του Αστραχάν. Του έδωσε επίσης τον τίτλο του «αυλικού συμβούλου» και στα παιδιά του και τους απογόνους του δόθηκε τίτλος ευγενείας.

Όταν πια ο μεγαλόψυχος Βαρβάκης ξεπλήρωσε το χρέος του προς την θετή του πατρίδα, έστρεψε τότε την φιλάνθρωπη ψυχή του προς την πραγματική του πατρίδα, την Ελλάδα.

Η ελληνική του ψυχή νοσταλγική πέταξε τώρα στα όμορφα νησιά του Αιγαίου, που νέον τον είχαν μαγέψει με τις ομορφιές τους. Η ψυχή του, πέταξε στο μικρό νησάκι που γεννήθηκε. Μέσα του εφάνταζαν οι γραφικές ακρογιαλιές του, όπου μικρός έπαιζε αγναντεύοντας τα πέλαγα και τα λογής λογής πλεούμενα. Ξανάνιωνε ο Ψαριανός καθώς αναθυμόταν τα βραχάκια του, τις αμμουδιές του, τους κάβους του, τους μικρούς κόρφους του.

Η καρδιά του όμως μάτωνε, όταν αναλογιζόταν την κατάντια των αλύτρωτων αδελφών του. Μέσα του κόχλαζε η επιθυμία να πράξη, ό,τι μπορούσε γι’ αυτούς. Είχε ιερή υποχρέωση σκεφτόταν να ανακούφιση τη σκλάβα, μα δοξασμένη Ελλάδα. Ο πλούτος του έπρεπε να γίνη βάλσαμο παρηγοριάς του σκλαβωμένου Γένους.

Στέλνει χίλια φλωριά στη Βιένη για να σπουδάσουν καλοί, μα φτωχοί Έλληνες μαθητές και να βοηθηθούν Έλληνες συγγραφείς να τυπώσουν τα βιβλία τους. Στο ξακουστό τότε σχολείο της Χίου έστειλε 120.000 γρόσια (τούρκικο νόμισμα) και στο νοσοκομείο τις άλλες [1;]20.000.

Κατά σύμπτωση τα χρόνια που ο Βαρβάκης στράφηκε προς την Ελλάδα, ήταν τέτοια, που αυτή είχε την ανάγκη όχι μόνο ενός Βαρβάκη, μα και του τελευταίου Έλληνα.

Είχε ξεσπάσει ο αγώνας της μεγάλης Επανάστασης του 21. Η ψυχή του Βαρβάκη αναταράσσεται! Να, ευκαιρία για τον μεγάλο πατριώτη να κάμη το χρέος του προς την Ελλάδα! Θυμάται τους δικούς του επαναστατικούς, μα άκαρπους αγώνες του 1770. Πόσο θα ήθελε να τρέξη τώρα εκεί κάτω! Να μπη κάτω από την ιερή σημαία του Γερμανού και να πολεμήση για τη λευθεριά του Γένους! Πόσο θα ήθελε να προσφέρη το αίμα του πολεμώντας σαν ένας απλός ναύτης κάτω από τις διαταγές του συμπατριώτη του ναυάρχου Αποστόλη!

Δυστυχώς όμως τίποτε απ’ αυτά δε μπορούσε να κάνη. Η ράχη του ασπρομάλλη Βαρβάκη βάραινε τώρα από τα εβδομήντα τόσα χρόνια του.

Μ’ αν δεν ήταν μπορετό στο γέρο πια Βαρβάκη το αίμα του να δώση στην Ελλάδα, είχε κάτι άλλο να προσφέρη. Τη μεγάλη του περιουσία. Αυτή θα θυσίαζε τώρα στο βωμό της Πατρίδας. Κι οι θυσίες αρχίζουν.

Στο Ταϊγάνι, με δικά του χρήματα, αρματώνει πολλούς Έλληνες, που ήθελαν, και τους στέλνει στον Υψηλάντη να πολεμήσουν. Είχε ξεσπάσει πια η επανάσταση στη Βλαχιά.

Στην επαναστατημένη, μα ολόφτωχη Ελλάδα, στέλνει υστέρα καραβιές σιτάρι. Μιά φορά μάλιστα έστειλε ολόκληρο καράβι για τους επαναστάτες φορτωμένο μπαρούτι.

Στον Πατριάρχη της Πόλης, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, στέλνει 100.000 ρούβλια να ξαγοράση μ’ αυτά αιχμαλώτους Έλληνες, που πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα.

Ιδιαίτερη εξ άλλου συγκίνηση ένιωσε ο Βαρβάκης για την πατρίδα του τα Ψαρά. Εκτός από άλλες ευεργεσίες του, όταν έμαθε την καταστροφή της (1824) φορτώνει ρούχα και τροφές και τρέχει ο ίδιος να τη βοηθήση. Κατεβαίνοντας όμως στην Ελλάδα έμαθε τις λεπτομέρειες της καταστροφής. Έμαθε πως, στο μικρό αλλά ηρωικό νησί, δεν είχε μείνει τίποτε άλλο, παρά η «Δόξα», που στεφανωμένη από τα λίγα χορτάρια που είχαν απομείνει, υμνολογούσε «τα λαμπρά παλληκάρια». Έτσι ο Βαρβάκης τράβηξε στη Μονεμβασιά, όπου μοίρασε τα ρούχα και τις τροφές καθώς και πολλά χρήματα.

Από κει πήγε στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα της επαναστατημένης Ελλάδας.

Εκεί ένιωσε τον πυρετό και την αγωνία της αγωνιζόμενης Πατρίδας. Εκεί ανάμεσα στις ελεύθερες ελληνικές αρχές επόθησε ακόμα πιο πολύ τη λευτεριά του Γένους. Εκεί οραματίσθηκε για μια φορά ακόμη την Ελλάδα ελεύθερη κι ευτυχισμένη, ν’ ανεβαίνη και πάλι τα σκαλοπάτια της δόξας και του πολιτισμού. Γι’ αυτό εκεί μπροστά στη Βουλή, στις 8 Νοέμβρη του 1824 δήλωσε, ότι έχει καταθέσει στη Ρωσία 300.000 ρούβλια για να κτίστη αργότερα σχολείο στην ελεύθερη Ελλάδα «...πρός εκπαίδευσιν της ελληνικής νεολαίας...», όπως γράφει στην διαθήκη του. Η Ελληνική Βουλή ευγνωμονώντας για τις ευεργεσίες του Βαρβάκη, με απόφασή της στις 20 Νοέμβρη 1824 τον εκήρυξε «Μέγαν ευεργέτην του Έθνους».

Στο Ναύπλιο ο Βαρβάκης δεν αργοπόρησε πολύ. Είχε πάρει απόφαση να ξαναγυρίση στη Ρωσία περνώντας απ’ την Τεργέστη. Καθώς όμως ταξίδευε με πλοίο, αρρώστησε κι αναγκάστηκε να βγή στη Ζάκυνθο.

Η τύχη του Βαρβάκη δε θέλησε να τον αφήση να ξαναγυρίση στη Ρωσία. Ποιός ξέρει; Ίσως, αν πήγαινε εκεί, να μη ξαναγύριζε στην Ελλάδα. Καλόγνωμη η μοίρα του θέλησε ν’ αναπαυτή το κουφάρι του όχι σε ξένη γη, μα σε ελληνικό χωμα. Ανάμεσα λοιπόν στους κρότους των καριοφυλιών και στη μυρουδιά της μπαρούτης, που σαν θυμίαμα ανέβαινε από την ελληνική γη στη θεά Λευθεριά, του έκοψε το νήμα της ζωής. Πέθανε ο μεγάλος χριστιανός και πατριώτης στις 15 Γενάρη του 1825 στη Ζάκυνθο. Πέθανε σε ελληνική γη. Λίγο όμως παράμερα από τους κρότους του πολέμου, λες κι ο χάρος σεβάστηκε τα πολυσέβαστα γεράματά του.

Στο ανθοσπαρμένο νησί θάφτηκε ο Βαρβάκης απλά, σύμφωνα με την επιθυμία του, που την είχε διατυπώσει στη διαθήκη του: «Διορίζω προς τούτοις, ότι ο ενταφιασμός να γίνη χωρίς πομπήν, μήτε θέλω εις τον τάφον μου να τεθή τι λαμπρόν...»

Η Κυβέρνηση όμως, σαν έφτασε ως εκεί το μαύρο μήνυμα διάταξε όλες οι εκκλησιές να ψάλουν μνημόσυνο για ανάπαυση της αγιασμένης του ψυχής.

Αργότερα, άλλη ελληνική κυβέρνηση, μετακόμισε τα οστά του από τη Ζάκυνθο και τα έθαψε σε μεγαλόπρεπο τάφο στο νεκροταφείο της Αθήνας. Επίσης του στήθηκε ανδριάντας, για αιώνια τιμή και μνήμη, στον κήπο του Ζαππείου Αθηνών.

Το άνοιγμα της διαθήκης του Βαρβάκη δεν ήταν έκπληξη για κείνους, που ήξεραν το τι είχε κάμει όταν ζούσε.

Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του το κληροδοτούσε για το κτίσιμο σχολείου. Και πραγματικά από τα χρήματα αυτά κτίστηκε το γνωστό «Βαρβάκειο» λύκειο των Αθηνών.

Ένα ποσό επίσης ο Βαρβάκης άφηνε για τους καταστραμμένους Ψαριανούς, με τον σκοπό να ξαναχτίσουν σπίτια και να στεγασθούν.

«... Τα επίλοιπα χρήματα, όπου θέλει μείνουν δια λογαριασμόν μου να τα εξοδεύσουν εις εξαγοράν αιχμαλώτων Ελλήνων...»ˑ γράφει ο Βαρβάκης στη συμπληρωματική διαθήκη που έκανε στη Ζάκυνθο, πριν πεθάνη.

Αυτό ήταν το τέλος και το έργο του Ιωάννη Βαρβάκη. Η μνήμη του θα συμβολίζη στους αιώνες τον καλό χριστιανό και καλό πατριώτη. Σύγκαιρα όμως θα διαλαλή τον αδάμαστο και επιχειρηματικό χαρακτήρα του Έλληνα!...





Πηγή: Το έργο «Θυσίες στο βωμό του Χριστού και της Πατρίδος: (Μεγάλοι Εθνικοί Ευεργέτες)», ένα “Ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα” του Νικόλ. Σ. Μπούλιου.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις