Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

  Ο Σπυρίδων Λάμπρος και οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία (τέλη 19ου–αρχές 20ου αι.) Γράφει ο Βασίλειος Αθ. Πλατής Στους επιφανέστερους λόγιους που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για την προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα συγκαταλεγόταν ο ιστορικός–καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελέσας επί εξάμηνο πρωθυπουργός της Ελλάδος Σπυρίδων Λάμπρος. Ο Λάμπρος, ως εκπρόσωπος της επιστήμης της ιστορίας, σε κοινή δράση με τους συγχρόνους του Νικόλαο Πολίτη και Γεώργιο Χατζηδάκι, οι οποίοι διακονούσαν τις νεοεμφανιζόμενες επιστήμες της λαογραφίας και της γλωσσολογίας αντίστοιχα, δραστηριοποιήθηκε στην «κατασκευή» εθνικού παρελθόντος με απώτερο σκοπό την πραγματοποίηση του προγράμματος της Μεγάλης Ιδέας. Τη συμβολή ειδικότερα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στη διαμόρφωση εθνικής ιστοριογραφίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα εξέτασε διεξοδικά η Έφη Γαζή στη διδακτορική διατριβή που δημο...

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 






Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

(ΚΑΙ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΥΤΟΥ)



Περίοδος Γερμανικής Κατοχής.

Το βράδυ της 6ης Απριλίου 1941 ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος απευθύνει προς τον Ελληνικό Λαό και τον Στρατό το ακόλουθο Διάγγελμα για την επίθεση της Γερμανίας κατά της Ελλάδος.

«Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Από της σήμερον ημέρας και έτερος εχθρός, η Χιτλερική Γερμανία, αδίκως και ανάνδρως επιτίθεται κατά της ιεράς ημών Χώρας. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνησις καλούσιν ημάς εις νέας θυσίας προς προάσπισιν της Πίστεως ημών και του δικαίου και της Ελευθερίας.

Εις όμοιον αγώνα αποδύεται και ο ομόδοξος ηρωικός λαός ετέρας ιεράς γης, της γείτονας Γιουγκοσλαυΐας· καθ’ ας την αυτήν ημέραν και ώραν ήρξατο επιτιθέμενος ο κοινός πολέμιος. Αι δυνάμεις της ύλης και του σκότους συνώμοσαν κατά του πνεύματος και του φωτός. Αλλ’ ο μέγας Θεός, Όστις είναι Πνεύμα, Φώς και Ζωή, δεν θα επιτρέψη την βασιλείαν του σκότους, και όπως μέχρι τούδε ενίσχυσεν όπλα τα ιερά και δια της απαραμίλλου ανδρείας και γενναιότητος υμών κατέρριψε τον εξ Ιταλίας αντίθεον Γολιάθ, ούτω θα συντριψή και τον εκ Γερμανίας Εκατόγχειρα Τυφέα, και θα ανατείλη και πάλιν εις την καθ' ημάς Ανατολήν και καθ’ όλην την οικουμένην τον ήλιον της Δικαιοσύνης και Αλήθειας.

Επί τη πίστει ταύτη η Εκκλησία της Ελλάδος ευλογεί τους νέους ιερούς αγώνας και εύχεται, ίνα ο ισχυρός του Κυρίου βραχίων κατευθύνη τους πιστούς συμμάχους Στρατούς εις νέα τρόπαια νίκης και θριάμβους προς διάσωσιν του κινδυνεύοντος χριστιανικού πολιτισμού, εν ώ και μόνω είνε δυνατόν να ζώσι οι ευγενείς λαοί· Aλλ’ ή καλώς ζην ή τεθνηκέναι τον ευγενή χρή.»

Αρχίζει νέος αγώνας. Ο Αρχιεπίσκοπος εγκαινιάζει νέα Ιδρύματα, τα ονομασθέντα «Οίκος του τραυματίου», που αποβλέπουν στην εξασφάλιση στέγης και της δεούσης περιποιήσεως στους εξερχόμενους από τα Νοσοκομεία τραυματίες, και αγωνίζεται για την περίθαλψη και οικονομική συνδρομή των άπορων.

Θεωρούμε απαραίτητο να παραθέσουμε εδώ ολίγα για την αξιοθαύμαστη στάση του «εις τον αγώνα και την αγωνίαν του Έθνους», κατά την είσοδο του Γερμανικού στρατού, ως κατακτητού, στην Αθήνα, την Κυριακή 27 Απριλίου του 1941.

Ο Αρχιεπίσκοπος ήλθε ενωρίς το πρωί στην Αρχιεπισκοπή. Μας είπε ότι δεν θα λειτουργήση, διότι έπρεπε σε κάθε στιγμή να είναι έτοιμος για ό,τι προκύψει. Στον Αρχιδιάκονο επέτρεψε να μεταβή στην Εκκλησία, χωρίς να λειτουργήση, για να είναι έτοιμος, αν χρειασθή να τον καλέση κοντά του.

Ήταν Κυριακή του Θωμά. Ο Αρχιδιάκονος εκήρυξε άπ’ άμβωνος τον θείο λόγο, με θέμα το «Ειρήνη υμίν», από το Ευαγγέλιο της ημέρας. Θέμα κατάλληλο, για να προδιαθέση τους πιστούς, να μη πανικοβληθούν από τα επερχόμενα γεγονότα.

Περί το μέσον του κηρύγματος, εθεάθη ο κλητήρας της Αρχιεπισκοπής, να καλή δια νεύματος τον ομιλητή, να κατέλθη από τον άμβωνα, διότι τον ζητεί ο Αρχιεπίσκοπος. Περιώρισε το κήρυγμα και κατήλθε. Και αφού έλαβε δύναμη δια της θείας Κοινωνίας, έσπευσε προς τον Αρχιεπίσκοπο. Τον βρήκε όρθιο προ του παραθύρου και κλαίοντα. Διότι αντίκρυσε από το παράθυρο την σημαία του αγκυλωτού Σταυρού επί της Ακροπόλεως. Αυτό το θέαμα τον ετραυμάτισε ψυχικά. Διότι ήτο εθνικός ανήρ και εθνικός αγωνιστής.

Λίγο μετά άρχισαν να καταφθάνουν προς αυτόν αλλεπάλληλα μηνύματα από μέρους της Πολιτείας. Τρία ήσαν τα μηνύματα. Πρώτον, ότι συγκροτήθηκε επιτροπή, για να παραδώση την πόλη, και προσεκαλείτο να μετάσχη της επιτροπής και ο Αρχιεπίσκοπος. Αλλ’ εκείνος απάντησε ότι «οι Έλληνες Ιεράρχες δεν παραδίδουν τας πόλεις εις τον εχθρόν αλλά καθήκον των είναι να εργασθούν δια την απελευθέρωσιν αυτών».

Ήλθε κατόπιν, δεύτερο μήνυμα, από τον Δήμο: ότι θα τελεσθή Δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό, και εκαλείτο να προσέλθη σ’ αύτη ο Αρχιεπίσκοπος. Αλλ’ αυθόρμητα απάντησε ότι, «Δοξολογία δεν έχει θέσιν επί τη υποδουλώσει της Πατρίδος μας· η ώρα της Δοξολογίας θα είναι άλλη

Επακολούθησε και τρίτη ειδοποίηση: ότι ζητεί να τον επισκεφθή ο Γερμανός Στρατιωτικός Διοικητής Φον Στούμμε. Και απάντησε ξηρώς: «Θα τον αναμένω». Έδωσε δε εντολή στον Αρχιδιάκονο -τον γράφοντα και ιστορούντα ταύτα εξ άμεσου προσωπικής εκεί παρουσίας- να τον αναμένω στην είσοδο της Αρχιεπισκοπής, ενώ εκείνος έμεινε στο γραφείο του.

Ήλθε μετά από λίγο ο αναμενόμενος. Αντί χαιρετισμού, το χέρι μου διέγραψε σχήμα ακαθόριστο, δυνάμενο να εκληφθή ως οιονεί ευλογία. Ωδήγησα τον επισκέπτη στο γραφείο του Αρχιεπισκόπου. Ωμίλησαν γερμανικά. Ο επισκέπτης άρχισε με φιλόφρονες φράσεις: «Ωραία πόλις η Αθήνα» και άλλα παρόμοια. Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε: «ελπίζω να σεβασθήτε την πόλιν». Και εν τέλει του διαλόγου προσέθεσε: «Σας συμβουλεύω και σας παρακαλώ να μη θίξετε την φιλοτιμίαν του Ελληνικού Λαού», υπονοών ότι ο Λαός θα αντιδράση γενναίως.

Υπήρξε κατόπιν άλλη απαίτηση: να ορκίση την γερμανοπρόβλητη Κυβέρνηση (Τσολάκογλου). Και ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε ότι «δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνησιν προβληθείσαν υπό του εχθρού. Ημείς γνωρίζομεν ότι τας Κυβερνήσεις ορίζει ο Λαός και ο Βασιλεύς. Εδώ τώρα ούτε ο Λαός εψήφισε την Κυβέρνησιν, ούτε ο Βασιλεύς την ώρισε. Πώς μου ζητείτε να ορκίσω Κυβέρνησιν υποδειχθείσαν υπό του εχθρού, δια να είναι άβουλον όργανόν του;»

Είναι αληθές εν τούτοις ότι πολλοί φίλοι και αφωσιωμένοι συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου τον παρώτρυναν να δείξη μία συγκατάβαση στην προκειμένη περίπτωση. Αφού ούτως ή άλλως Κυβέρνηση θα υπάρξη οπωσδήποτε· ας γίνη κάποια επιείκεια εκ μέρους του, για να μην εκθρονισθή· διότι τον εθεωρούσαν χρήσιμο, χρησιμώτατο, υπό τις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις. Αλλά και πάλι δεν υποχώρησε. Έμεινε αμετακίνητος στις απόψεις του και απάντησε: «Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν, δεν δέχομαι την προτεινομένην παραχώρησιν. Εμμένω εις τας αρχάς μου».

Και έτσι έγινε. Η μεν Κυβέρνηση ωρκίσθηκε από τον Εφημέριο της οικείας ενορίας (Αγίου Γεωργίου - Καρύκη), στην οποία υπάγεται η Βουλή. Αλλ’ ο Αρχιεπίσκοπος επαύθη υπό συγκληθείσης επί τούτω «Μείζονος Συνόδου» (2 Ιουλίου 1941). Ομολογείται εν τούτοις ότι αυτή η γενναία στάση του έδωκε το μήνυμα της εθνικής αντιστάσεως προς τον εχθρό.

Κατά την ήμερα την οποία εγκατέλιπε την Αρχιεπισκοπή, συνέβη ένα ατύχημα στον απερχόμενο Ιεράρχη Χρύσανθο. Ολισθήσας τραυματίσθηκε στον πόδα και ωδηγήθηκε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» προς νοσηλεία, όπου και παρέμεινε για αρκετές ημέρες.

Κάποιοι υπέθεσαν ότι η νοσηλεία του ήταν προσχηματική· ότι δηλαδή διαδόθηκε ανύπαρκτο δήθεν γεγονός, για να αποφύγη ο εκπεσών του θρόνου Αρχιεπίσκοπος επισκέψεις κατ’ οίκον με σκοπό να τον παρηγορήσουν για τις δυσάρεστες δι’ αυτόν εξελίξεις του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος.

Ημείς οι προσκείμενοι σ’ αυτόν και ευρισκόμενοι πλησίον του στο νοσοκομείο γνωρίζουμε εξ ιδίας αντιλήψεως την αλήθεια και βεβαιούμε τον τραυματισμό του και την περίθαλψη αυτού υπό των ιατρών. Μετά δε την ανάρρωσή του, τον επεσκεπτόμεθα καθηκόντως στον οίκο του. Και, όπως γράφει στην διαθήκη του, «ανεψύχομεν την φλόγα» της δοκιμασίας του. Και ήταν πράγματι δοκιμασία η καθ’ όλην την διάρκεια της Κατοχής μη ενεργός συμμετοχή του στον Αγώνα του Έθνους και της Εκκλησίας, όπως θα άρμοζε σε έναν Εθνάρχη.

Θα ήταν πολύ μεγαλυτέρα η προσφορά του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου στην Εκκλησία και το Έθνος, εάν η αρχιερατεία του παρετείνετο επί μακρόν. Υπήρξε όμως βραχεία, μόλις δύο και ημίσεως ετών, γιατί παύθηκε κατά τις πρώτες ήμερες της Κατοχής. Και απεσύρθη στον ταπεινό οίκο του, επί της οδού Σουμελά 4, στην περιοχή της Κυψέλης. Από εκεί παρακολουθούσε τις κινήσεις και δραστηριότητες της φυγαδευθείσης στο εξωτερικό Εθνικής Κυβερνήσεως. Με ειδικό ασύρματο ετηρείτο ενήμερος της μεθοδευομένης Αντιστάσεως. Και ανέμενε να ανατείλη η ημέρα της ελευθερίας της Πατρίδος.

Όταν δε, συν Θεώ, φυγαδεύθηκε ο εχθρός και λύθηκε η τριπλή Κατοχή (Ιταλών, Γερμανών και Βουλγάρων) ο σεπτός Γέροντας Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος υπέβαλε την παραίτησή του στον επανελθόντα Βασιλέα Γεώργιο. Μέχρι τότε ο έγκλειστος Αρχιεπίσκοπος, χωρίς να προβαίνη σε δηλώσεις ή εκδηλώσεις και χωρίς να δημιουργή ζητήματα στον υψωθέντα επί του θρόνου του Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, επεφύλαττε εις εαυτόν τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, εν αναμονή της απελευθερώσεως της Χώρας και αναγνωρίσεως των υπηρεσιών του στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ήδη έκρινε ότι ήλθε ο καιρός της παραιτήσεώς του, εφ’ όσον, ούτως ή άλλως, αφ’ ικανού χρόνου, «τας ευθύνας φέρει έτερος» - ως αναφέρεται στο κείμενο της παραιτήσεώς του.

Λίγο αργότερα, ο διαδεχθείς τον Δαμασκηνό Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, ο από Ιωαννίνων, ερρύθμισε, δι’ Αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, την κανονική θέση εν τη Εκκλησία του προδιατελέσαντος Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, ως «πρώην Αθηνών». Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 28 Σεπτεμβρίου 1949 και κηδεύθηκε με τις νενομισμένες τιμές. Το σεπτό λείψανό του απόκειται στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά (ομωνύμου της παλαιφάτου τοιαύτης εν Τραπεζούντι τού Πόντου) και επιγινώσκεται δια της ύπερθεν αυτού προτομής του ειρημένου Ιεράρχου.

Θεωρούμε απαραίτητη την καταχώριση της Διαθήκης του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, για να δείξωμε το απλούν, απέριττον και αφιλάργυρον του χαρακτήρος του και τις στερήσεις που υπέστη κατά την περίοδο της Κατοχής (του είχαν στερήσει και αυτόν τον μισθό του). Πολύ χαρακτηριστική δε είναι η διαβεβαίωσή του ότι: «Τα αρχιερατικά μου άμφια και την βιβλιοθήκην μου διέθεσα .... συμφώνως προς τα επισυνημμένα δύο πωλητήρια έγγραφα», για τις ανάγκες συντηρήσεώς του, ασφαλώς.

«Σήμερον, τη 10η Ιουλίου του σωτηρίου έτους 1943, εν Αθήναις οδ. Σουμελά 1 (Κυψέλη), συνέταξα την παρούσαν ιδιόχειρον διαθήκην μου:

Ζητώ συγγνώμη παρά πάντων, ους εν τη ασκήσει των καθηκόντων μου, τυχόν παρεπίκρανα, και απονέμω συγγνώμην εις πάντας, όσοι με ελύπησαν. Ίλεως αυτοίς και εμοί ο Κύριος.

Περιουσίαν χρηματικήν ή κτηματικήν δεν έχω. Τα αρχιερατικά μου άμφια και την βιβλιοθήκην μου διέθεσα εν καιρώ ως ηβουλήθην, συμφώνως προς τα υπό ημερομηνίαν 1 Ιουλίου 1943 εν επισυνημμένω προς την παρούσαν διαθήκην φακέλλω δύο πωλητήρια έγγραφα. Τα επίλοιπα, διαθέτω εις ανάμνησιν, ως εξής:

Τον αργυρούν κοπτήρα με το μονόγραμμά μου, εις τον Αρχιμανδρίτην Σεραφείμ Παπακώσταν. Το επίχρυσον εντός θήκης μικρόν ευαγγέλιον εις τον Αρχιμανδρίτην Γερβάσιον Παρασκευόπουλον, το δε έτερον ρωσικής τέχνης επίχρυσον μικρόν ευαγγέλιον εις τον Αρχιδιάκονόν μου Νικόδημον Βαλληνδράν. Τας τρεις αρχιερατικάς μου ράβδους, ας χρησιμοποιώ κατά το εκτός του ιερού ναού βάδισμα, την μίαν, την επίχρυσον, έχουσαν λαβήν με αναγλύφους εικόνας άγιων, εις τον Αρχιμανδρίτην Ιερώνυμον Κοτσώνην την δευτέραν, έχουσαν λαβήν εξ ελεφαντόδοντος, εις τον Αρχιμανδρίτην Πολύκαρπον Ανδρώνην, και την τρίτην, δωρηθείσαν μοι υπό της Σιβιτανιδείου Σχολής, εις τον Αρχιμανδρίτην Χριστοφόρον Παπουτσόπουλον. Εις τους Αρχιμανδρίτας Πολύκαρπον Ανδρώνην και Χριστοφόρον Παπουτσόπουλον αφίνω, επίσης τα επανωκαλύμαυχα και τα ράσα μου. Εις τον Αρχιμανδρίτην Αντώνιον Σταθακάριον αφίνω επίχρυσον ποτήριον με εγγεγλυμμένον σταυρόν και εικόνας, ως και τον στυλογράφον μου. Εις πάντας τους ανωτέρω αγαπητούς κληρικούς θερμάς εκφράζω ευχαριστίας, ότι ού διαλείπουσιν αναψύχοντές μου την άλυσον κατά τα σκληρά ταύτα έτη της κρίμασιν οις οίδε ο Κύριος, επικλωσθείσης ημίν δουλείας.

Εις τον επ’ αδελφώ ανεψιόν μου Γεώργιον Ν. Τασούδην αφίνω τον επιστήθιον χρυσούν σταυρόν μου και το εγκόλπιον χρυσούν ωρολόγιον επίσης τον σάκκον τον περιέχοντα το μυστικόν αρχείον μου. Εις τους επί ετέρω αδελφώ ανεψιούς μου Ιωάννην και Ζήσην Σ. Σ. Χασιρτζόγλου αφίνω το επί του γραφείου μου αργυρούν μελανοδοχείον μετά του αργυρού κονδυλοφόρου και τας δύο βραβευθείσας ελαιογραφίας, εικονιζούσας τον Κύριον βαδίζοντα επί τον Γολγοθάν. Τα αρχεία της υπηρεσίας μου, ως αντιπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Αθήναις ανήκουσιν εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και παρακαλώ να παραληφθώσιν υπ' αυτού.

Πέποιθα, ότι οι κατά σάρκα συγγενείς μου θα σεβασθώσι, την μνήμην μου και δεν θα θελήσωσι, επικαλούμενοι το όνομά μου ή τας μικράς μου υπηρεσίας προς την Εκκλησίαν και το Έθνος, να ζητήσωσι καθ' οιονδήποτε τρόπον να επιβαρύνωσι την Εκκλησίαν ή την Πολιτείαν με αιτήσεις συντάξεων ή επιδομάτων ή οιασδήποτε υλικής ή ηθικής βοήθειας. Αλλ’ εάν, παρά προσδοκίαν, ευρεθή τις των συγγενών αθετών την τελευταίαν μου ταύτην θέλησιν, τον τοιούτον αποκηρύττω ως συγγενή κατά σάρκα και παρακαλώ την Εκκλησίαν και την Πολιτείαν να απορρίψωσι πάσαν τοιαύτην άσεβή αίτησιν.

Εκτελεστήν της διαθήκης μου καθιστώ τον ανεψιόν μου Γεώργιον Ν. Τασούδην.

Ο Αθηνών Χρύσανθος».





Πηγή: Η Γ’ έκδοση του μνημειώδους έργου του Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίον φέρει τον τίτλο «Μνήμες και μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή». Το παρόν είναι από τον Α’ τόμο.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις